Είναι γνωστό ότι στις πιο πολλές περιπτώσεις, το σοκ προκαλεί αρχικά αμηχανία και φόβο. Στη συνέχεια όμως, μόλις το αρχικό συναίσθημα καταλαγιάσει, υπάρχουν δύο δρόμοι: είτε η αντίδραση είτε η άνευ όρων παράδοση στα νέα δεδομένα.
Στην περίπτωση της Ευρώπης, το σοκ που προκάλεσε η επιθετική πολιτική και το μπούλινγκ του Ντόναλντ Τραμπ (παρ’ ότι οι περισσότεροι το περίμεναν, πριν καν επιβεβαιωθεί η επανεκλογή του) σε όλα τα επίπεδα μοιάζει τελικώς να οδηγεί τους ηγέτες της στην πρώτη επιλογή: την αντίδραση.
Η σύναψη της συμφωνίας ανάμεσα στην ΕΕ και την Ινδία, στο πλαίσιο της επίσκεψης της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και του Αντόνιο Κόστα, εντάσσεται σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Άλλωστε, όπως ευθέως έχουν παραδεχθεί μια σειρά ηγέτες και παράγοντες, η Ευρώπη είναι πλέον αναγκασμένη να αναζητήσει και αλλού «πορτοκαλιές που να κάνουν πορτοκάλια» Ή, με άλλα λόγια, αξιόπιστους εταίρους – καταρχάς εμπορικούς και οικονομικούς και, ενδεχομένως, πολιτικούς.
Είχε προηγηθεί, όπως είναι γνωστό, μια αντίστοιχη συμφωνία με τα 4 κράτη που απαρτίζουν τη λατινοαμερικάνικη Mercosur. Παρά δε το γεγονός ότι η Ευρωβουλή την έβαλε στον «πάγο» για καναδυό χρόνια, η ουσία δεν αλλάζει: Η Ευρώπη αναζήτησε εταίρους και στο «μαλακό υπογάστριο» των ΗΠΑ.
Στην ουρά για το Πεκίνο
Την ίδια στιγμή, ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου – το οποίο επίσης έχει υπογράψει εμπορική συμφωνία με την Ινδία από τον περασμένο Οκτώβριο – έσπευσε στην Κίνα, ακολουθώντας τα βήματα του Καναδού ομολόγου του, Μαρκ Κάρνεϊ. Ο στόχος του Κιρ Στάρμερ είναι απλός: Να δείξει πως είναι έτοιμος να αφήσει κατά μέρος αυτά που χωρίζουν τις δύο χώρες (που κάθε άλλο παρά λίγα είναι) και να ενισχύσει τις προοπτικές διμερούς συνεργασίας.
Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Φινλανδός πρόεδρος, Πέτερι Όρπο, ο οποίος βρέθηκε επίσης στο Πεκίνο, ενώ κάτι ανάλογο πράττουν Γερμανία και Γαλλία. Για του λόγου το αληθές, οι πληροφορίες φέρουν τον καγκελάριο της πρώτης, Φρίντριχ Μερτς, να ετοιμάζει τις βαλίτσες του για μια επίσκεψη στο Πεκίνο εντός Φεβρουαρίου (πιθανότατα προς τα τέλη του μήνα). Ο δε πρόεδρος της δεύτερης, Εμανουέλ Μακρόν, φρόντισε να προηγηθεί, στις αρχές Φεβρουαρίου.
Υπάρχουν όμως και στοιχεία που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι σχέσες της Ευρώπης με την Κίνα εισέρχονται σε περίοδο «φλερτ». Πράγματι, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Reuters, οι επενδύσεις των γερμανικών επιχειρηματικών ομίλων στην Κίνα το 2025 ανήλθαν σε επίπεδο που αποτελεί ρεκόρ τετραετίας, αυξημένες κατά 55,5% σε σύγκριση με το 2023 και το 2024, κάτι που αποδεικνύει πως δεν είναι διατεθειμένες να ακολουθήσουν τις προτροπές της αμερικανικής πλευράς για σκληρή στάση και απεμπλοκή από το Πεκίνο.
Ο γρίφος του Πούτιν
Σε αυτό το φόντο, υπάρχει και ένα ερώτημα που προκύπτει εύλογα: Μήπως έφτασε η ώρα οι Ευρωπαίοι να αναθεωρήσουν τη στάση τους και απέναντι στη Ρωσία, επιχειρώντας να γεφυρώσουν το ρήγμα που προέκυψε μετά την εισβολή της στην Ουκρανία, πριν από 4 σχεδόν χρόνια;
Η αλήθεια είναι πως οι ενέργειές τους δεν μαρτυρούν κάτι τέτοιο. Μόλις αυτή την εβδομάδα, εξάλλου, φρόντισαν να επισημοποιήσουν την πλήρη διακοπή εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου από το τέλος του 2027 – ενώ παράλληλα, συνεχίζουν να κατηγορούν τον Πούτιν για σχεδόν οτιδήποτε κακό τους συμβαίνει.
Είναι εξίσου αλήθεια, ωστόσο, πως οι δραματικές εξελίξεις και ανατροπές σε επίπεδο οικονομίας και γεωπολιτικής έχουν αποδείξει ότι στις μέρες μας, οι πάντες προκρίνουν πλέον τα συμφέροντά τους από τις θεωρούμενες ως οικουμενικές αξίες.
Πρώτες από όλους, φυσικά, οι ΗΠΑ, με το νέο «Δόγμα Εθνικής Ασφαλείας» τους. Αλλά και με τις πρόσφατες δηλώσεις Τραμπ πως δεν νιώθει υποχρέωση να παραμείνει δεσμευμένος από το διεθνές δίκαιο, παρά μόνο από τις επιδιώξεις και τα συμφέροντα της χώρας του.
Προφανώς το κάνει και η Ρωσία του Πούτιν, η οποία δεν δίστασε να εισβάλει σε ξένη χώρα και να πολιορκήσει την πρωτεύουσά της για να προασπίσει τα συμφέροντά της και το αφήγημά της. Το ίδιο και το Ισραήλ, το οποίο επιδόθηκε σε μια γενοκτονία σε βάρος των Παλαιστινίων της Γάζας η οποία ελάχιστη σχέση είχε με το «δικαίωμα στην αυτοάμυνα» και εξυπηρετούσε τα σχέδιά του για τη Μέση Ανατολή.
Είναι η οικονομία, ανόητοι!
Οι Ευρωπαίοι είναι, άραγε, διατεθειμένοι και έτοιμοι να προσαρμοστούν στη νέα αυτή πραγματικότητα. Αν ναι, τότε εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς ότι θα το επιχειρήσουν πρώτα από εκεί όπου αισθάνονται πως είναι ισχυροί και ο λόγος τους μετράει: την οικονομία και το εμπόριο.
Αυτός είναι ο λόγος που οδηγούνται πιο κοντά στην Κίνα και την Ινδία – και όχι, βεβαίως, οι κοινές αξίες που μοιράζονται, μιας και σε αμφότερες οι αντιδημοκρατικές πρακτικές και οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελούν μάλλον κανόνα, παρά εξαίρεση.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα – και πιθανότατα έτσι έχουν, τουλάχιστον για όσους βλέπουν τη μεγάλη εικόνα χωρίς παραμορφωτικούς φακούς – θα ήταν λογικό να αναμένει κανείς από τους «27» της ΕΕ να ξαναδούν την υπόθεση των σχέσεών τους με τη Μόσχα – άρα και την επόμενη μέρα του πολέμου στην Ουκρανία. Αν μη τι άλλο, στο επίπεδο της ενέργειας, που τους «καίει» πολύ.
Να εξηγούμαστε: Συνέπεια της σκληρής στάσης που υιοθέτησαν και των κυρώσεων είναι, σταδιακά, το αμερικανικό αέριο και πετρέλαιο και έχει εκθρονίσει τους Ρώσους από την κορυφή των προμηθευτών της Ευρώπης. Είναι κάτι, όμως, που έγινε με σαφώς μεγαλύτερο κόστος – και σαν να μην έφτανε αυτό, τώρα οι Ευρωπαίοι ανακαλύπτουν ότι η εξάρτησή τους από τις ΗΠΑ ίσως αποδειχθεί εξίσου επικίνδυνη, καθώς «χοντραίνει» η αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού.
Θα πει κανείς πως όλα τα παραπάνω αποτελούν, για την ώρα, εικασίες. Αναμφίβολα. Αλλά για ξανασκεφτείτε το: Θα το αποκλείατε;







