Υπάρχουν ταινίες που διασκεδάζουν ή λειτουργούν ψυχαγωγικά. Και υπάρχουν ταινίες που λειτουργούν σαν καθρέφτης. Ο «Καποδίστριας» ανήκει στη δεύτερη κατηγορία: δεν σε αφήνει να σηκωθείς απλώς “ενημερωμένος”, αλλά σε σπρώχνει να ξανασκεφτείς τι περιμένουμε από όσους κρατούν το τιμόνι της χώρας. Με αφορμή την ταινία, το ερώτημα δεν είναι μόνο «ποιος ήταν ο Καποδίστριας», αλλά «τι είδους κυβερνήτη θεωρούμε σήμερα φυσιολογικό – και γιατί;».

Του Παναγιώτη Χ. Σκάρα

Η μορφή του πρώτου Κυβερνήτη προβάλλει ως πρότυπο πολιτικής που δεν ορίζεται από το φαίνεσθαι αλλά από το είναι. Ένας άνθρωπος με παιδεία, γνώσεις και διεθνή εμπειρία, που δεν τις χρησιμοποίησε ως προπέτασμα υπεροχής. Ανέλαβε μια χώρα ρημαγμένη, γεμάτη φατρίες, φτώχεια και ανταγωνισμούς, και προσπάθησε να στήσει κράτος με διοίκηση, δικαιοσύνη, σχολεία, οικονομική τάξη, στοιχειώδη ασφάλεια, εκεί όπου υπήρχαν μόνο ερείπια. Αυτό που αναδεικνύεται δεν είναι η άνεση της εξουσίας, αλλά το βάρος της ευθύνης.

Από αυτή την αίσθηση καθήκοντος πηγάζουν και οι αρετές που η ταινία μας θυμίζει ότι κάποτε τις ζητούσαμε χωρίς ντροπή: ακεραιότητα χαρακτήρα, φιλαλήθεια, προσήλωση σε ηθικές αξίες, πειθαρχία, εργατικότητα. Ο Καποδίστριας δεν παρουσιάζεται ως “βολικός” ηγέτης. Παρουσιάζεται ως ο άνθρωπος που επιμένει ότι το δημόσιο συμφέρον δεν είναι διαπραγματεύσιμο, ακόμη κι όταν το τίμημα είναι η σύγκρουση με ισχυρούς. Και μαζί, ένας ρομαντικός με την ουσιαστική έννοια: όχι ο ονειροπόλος που αρνείται την πραγματικότητα, αλλά εκείνος που πιστεύει πως η πολιτική οφείλει να υπηρετεί έναν υψηλό σκοπό – την αξιοπρέπεια της πατρίδας.

Το προσωπικό κόστος είναι ίσως το πιο “άβολο” στοιχείο για τη σημερινή νοοτροπία. Για τον Καποδίστρια έχουν καταγραφεί αναφορές ότι αρνήθηκε να λαμβάνει μισθό ως Κυβερνήτης και ότι διέθεσε ακόμη και προσωπικούς πόρους για τις ανάγκες του νεοσύστατου κράτους. Εδώ δεν έχει νόημα να τον αγιοποιήσουμε. Έχει νόημα να καταλάβουμε πόσο διαφορετικό γίνεται το πολιτικό ήθος όταν η εξουσία δεν αντιμετωπίζεται ως επάγγελμα με προνόμια, αλλά ως αποστολή που σε αδειάζει από προσωπικές διεκδικήσεις. Στην ίδια γραμμή εντάσσεται και η βαθιά θρησκευτικότητά του: μια πίστη που δεν μοιάζει με “ταμπέλα”, αλλά με εσωτερικό μέτρο. Είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί με τη θρησκευτική κοσμοθεωρία, εδώ προβάλλει ως πηγή εγκράτειας, ταπεινότητας και ευθύνης.

Αναπόφευκτα, αυτή η εικόνα στήνει μια σκληρή αντίθεση με μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού των τελευταίων δεκαετιών. Ζήσαμε αρκετά για να δούμε την πολιτική να γίνεται marketing, να μετριέται με ατάκες και τηλεοπτικά δευτερόλεπτα, να εξαντλείται στη “διαχείριση” και όχι στο σχέδιο και την ανάληψη της ευθύνης. Είδαμε τον κυνισμό να βαφτίζεται ρεαλισμός, τις μικρές συναλλαγές να παρουσιάζονται ως αναγκαίες ισορροπίες, τη λογοδοσία να μετατρέπεται σε τελετουργία χωρίς ουσία. Μέσα σε αυτό το τοπίο, ο Καποδίστριας δεν είναι απλώς ιστορική ανάμνηση∙ είναι μέτρο σύγκρισης. Και τα μέτρα σύγκρισης ενοχλούν, γιατί αποκαλύπτουν το ύψος – ή το χαμήλωμα – των προσδοκιών μας.

Ίσως γι’ αυτό η εμπειρία της αίθουσας έχει τη δική της βαρύτητα. Σε προβολές, πολλοί περιγράφουν ένα κοινό ασυνήθιστα σιωπηλό: όχι παγωμένο, αλλά συγκεντρωμένο. Εκείνη τη σιωπή που δείχνει ότι ο θεατής δεν “καταναλώνει” σκηνές, αλλά τις αφήνει να τον δουλέψουν από μέσα. Και όταν πέφτουν οι τίτλοι, ο κόσμος βγαίνει συγκινημένος και σκεπτικός, σαν να κουβαλά μια ερώτηση βαριά: «Μήπως συνηθίσαμε πολύ στο λίγο; Μήπως μάθαμε να ζητάμε λίγα για να μην απογοητευόμαστε;».

Από εκεί οδηγούμαστε σε μια ακόμη πιο άβολη απορία: μήπως, τελικά, αδικήσαμε τον Καποδίστρια ως μορφή; Αν κοιτάξει κανείς τον δημόσιο συμβολισμό, το όνομά του το συναντάμε εμβληματικά στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο «Σχέδιο Καποδίστριας», τη μεγάλη διοικητική μεταρρύθμιση που αφορούσε τους δήμους και τις κοινότητες της χώρας. Υπάρχει βέβαια και το αεροδρόμιο της Κέρκυρας που φέρει το όνομά του, δικαίως λόγω καταγωγής. Όμως η γενική εικόνα παραμένει. Για έναν άνθρωπο που συνδέθηκε όσο λίγοι με την ίδια την ιδέα του κράτους, θα περίμενε κανείς το όνομά του να βρίσκεται πιο κεντρικά “χαραγμένο” στη δημόσια ζωή, σε έργα ή θεσμούς πανεθνικής εμβέλειας, σε κάτι που να θυμίζει καθημερινά τι σημαίνει δημόσια ευθύνη. Μήπως, τελικά, τον αφήσαμε να μικρύνει στη συλλογική συνείδηση, επειδή το δικό του μέτρο μας φέρνει σε δύσκολη θέση;

Τέλος, δεν λείπει και το ερώτημα γιατί μια τέτοια ταινία μπορεί να συναντήσει αντιστάσεις. Έχουν ακουστεί δημόσια παράπονα για δυσκολίες και εμπόδια στη χρηματοδότηση, για έλλειψη θεσμικής στήριξης και για ένα εγχείρημα που στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε ιδιωτικές δυνάμεις. Χωρίς θεωρίες συνωμοσίας, υπάρχει μια απλή εξήγηση, καθώς όταν ένα έργο ανεβάζει τον πήχη του ήθους, κάποιοι θα προτιμούσαν να μην τον κοιτάμε. Γιατί η σύγκριση δεν ενοχλεί μόνο όσους έχουν συμφέρον να ξεχνάμε. Ενοχλεί και εμάς, όταν συνειδητοποιούμε πόσο εύκολα συνηθίσαμε στο “ελάχιστο δυνατό”.

Ο «Καποδίστριας» δεν χρειάζεται να τον δούμε ως άγιο ή ως αλάθητο. Αρκεί να τον δούμε ως υπενθύμιση ότι η πολιτική μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από διαχείριση∙ μπορεί να είναι υπηρεσία. Και αν μια ταινία μας κάνει, έστω για λίγο, να ξαναζητήσουμε κυβερνήτες με γνώση, ακεραιότητα, φιλαλήθεια και πραγματική αγάπη για την πατρίδα, τότε έχει ήδη πετύχει κάτι σπάνιο∙ να μας ξυπνήσει από τη συνήθεια.

Βιογραφικό: Ο Παναγιώτης Σκάρας είναι διδάσκων και ερευνητής στις βιοϊατρικές επιστήμες. Είναι διδάκτορας Ειδικής Αγωγής, με μεταπτυχιακά στη Δημόσια Διοίκηση και στη Διά Βίου Μάθηση. ΄Έχει εμπειρία σε ανώτερη εκπαίδευση, βιοϊατρική βιομηχανία και γναθοπροσωπική αποκατάσταση. Συμμετέχει σε επιστημονικούς φορείς και κοινωφελείς δράσεις.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.