Από τον Νοέμβριο έως σήμερα, το ΠΑΣΟΚ δημοσκοπικά διαρκώς υποχωρεί. Ειδικά τους δύο τελευταίους μήνες η κάμψη είναι πιο ορατή και πιο εντυπωσιακή. Παρά τη φθορά της κυβέρνησης, η αξιωματική αντιπολίτευση αντί να επωφελείται, επίσης φθείρεται.
Το ερώτημα είναι γιατί.
Οι αιτίες είναι πολλαπλές.
Κατ’ αρχάς η πολιτική ατζέντα παίζει ρόλο. Το δυστύχημα των Τεμπών έφερε στο προσκήνιο διαχρονικές παθογένειες σχετικά με τη λειτουργία των τρένων και την απονομή δικαιοσύνης. Κάτι που πλήττει τόσο το κόμμα που κυβερνά όσο και τα κόμματα που έχουν κυβερνήσει. Αν και το ΠΑΣΟΚ είναι στην αντιπολίτευση από το 2015, φαίνεται πως παραμένει στη συνείδηση των πολιτών κόμμα εξουσίας με κυβερνητικό παρελθόν. Ενδεικτικά όσοι ψηφοφόροι (33%), κυρίως νεότερης ηλικίας, θεωρούν το ζήτημα των Τεμπών ως «το πιο σημαντικό από τα σημαντικά» (Pulse 20/3) και το υιοθετούν ως κριτήριο ψήφου, προτιμούν κυρίως ακραία λαϊκιστικά κόμματα με καταγγελτική ρητορική.
Πέραν της πολιτικής ατζέντας, παίζει ρόλο και η ηγεσία. Βάσει των διαχρονικών στοιχείων της Metron, από τον Ιανουάριο 2022 έως σήμερα, στον δείκτη της καταλληλότητας για την πρωθυπουργία, οι επιδόσεις της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ είναι σταθερά χαμηλές και σταθερά χαμηλότερες από εκείνες του κόμματος στην πρόθεση ψήφου. Χωρίς ισχυρή εικόνα «πρωθυπουργησιμότητας», δύσκολα αναπτύσσεται ισχυρή δυναμική εξουσίας. Ειδικά σε συνθήκες «προσωποποίησης» της πολιτικής επικοινωνίας και σε χώρες όπως η Ελλάδα με κόμματα αρχηγικά και πολιτικό σύστημα πρωθυπουργοκεντρικό.
Ωστόσο δεν αρκεί να εστιάσει κανείς στα πρόσωπα. Υπάρχουν και βαθύτερες αιτίες σχετικές με την πολιτική ταυτότητα και τους όρους του κομματικού ανταγωνισμού. Προ κρίσης το πολιτικό brand του ΠΑΣΟΚ είχε δύο βασικούς πυλώνες: τις κρατικές παροχές και το αντιδεξιό στίγμα. Το Μνημόνιο κλόνισε τον πρώτο και η αναγκαστική συνεργασία με τη ΝΔ το δεύτερο. Η πολιτική του ταυτότητα εκ των πραγμάτων αλλοιώθηκε και η αξιοπιστία του πληγώθηκε. Εκτοτε αποτελεί ένα μετριοπαθές κεντροαριστερό κόμμα που καλείται να πολιτευθεί σε ένα πλαίσιο δημοσιονομικών ορίων διατηρώντας την πολιτική του αυτονομία, επιχειρώντας να διαφοροποιηθεί πειστικά από τον Μητσοτάκη και προστατεύοντας τα νώτα του από τον λαϊκισμό. Στο πλαίσιο αυτό επιδιώκει, μετά τη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ, να συσπειρώσει πάλι το αντιδεξιό ακροατήριο απέναντι στην αυτοδύναμη ΝΔ. Κάτι που ακούγεται εύλογο.
Αλλά δεν φαίνεται να λειτουργεί. Αφενός γιατί δεν υφίσταται σήμερα δικομματισμός. Αφετέρου γιατί, παρά την έξοδο από την κρίση και τα μνημόνια, η διάκριση «Αριστερά – Δεξιά» (και πολύ περισσότερο «αντιΔεξιά – Δεξιά») δεν έχει επανέλθει στη χώρα με όρους παρελθόντος. Από το 2010 έως σήμερα, ο παραδοσιακός ιδεολογικός διαχωρισμός συνυπάρχει σε κάθε συγκυρία με ένα ισχυρό δίπολο: είτε «μνημόνιο – αντιμνημόνιο», είτε (μετά το 2015) «ΣΥΡΙΖΑ – αντιΣΥΡΙΖΑ», είτε (σήμερα) «σύστημα – αντισύστημα» – όρος που παραπέμπει κυρίως στην αντίθεση στο «πολιτικό κατεστημένο» και ειδικότερα σε όσα κόμματα ασκούν ή άσκησαν εξουσία. Εξέλιξη που ευνοεί για την ώρα δυνάμεις όπως η Πλεύση Ελευθερίας.
Συνεπώς παραμένει ερωτηματικό αν σε ένα τόσο σύνθετο περιβάλλον, μπορεί το ΠΑΣΟΚ να προσαρμόσει κατάλληλα τη στρατηγική του ώστε να γίνει ξανά κόμμα εξουσίας.






