Η Αλβανία είναι μια χώρα η οποία έχει αποδείξει ότι δεν αλλάζει εύκολα και συχνά ηγέτες, ούτε μετά την πτώση του προηγούμενου καθεστώτος, το 1991. Ετσι, οι δύο πρώτες μετέπειτα δεκαετίες σφραγίστηκαν ανεξίτηλα από την προσωπικότητα του Σαλί Μπερίσα, ηγέτη του Δημοκρατικού Κόμματος, ο οποίος διετέλεσε πρωθυπουργός την περίοδο 2005-2013 και πρόεδρος το διάστημα 1992-1997. Τότε, η σκυτάλη πέρασε στον Εντι Ράμα, επικεφαλής του Σοσιαλιστικού Κόμματος, ο οποίος αποδεικνύεται άξιος συνεχιστής της παράδοσης της πολιτικής μακροημέρευσης.

Πράγματι, ο Ράμα βρίσκεται στο τιμόνι της Αλβανίας από το 2013 και έχει καταφέρει να είναι σήμερα ο μακροβιότερος πρωθυπουργός στα Βαλκάνια – με μοναδικό για την ώρα ανταγωνιστή τον τέως πρωθυπουργό και νυν πρόεδρο της Σερβίας, Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Στις δύο προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, μάλιστα, «χάρισε» στους Σοσιαλιστές ποσοστό άνω του 48%, αναγκάζοντας τους Δημοκρατικούς (των οποίων ηγείται πλέον ο Λουλζίμ Μπάσα) να ακολουθούν ασθμαίνοντας από μεγάλη απόσταση. Κι αυτό είναι κάτι που οι περισσότεροι εκτιμούν ότι δεν θα αλλάξει ούτε στις επόμενες εκλογές, που πρέπει να διεξαχθούν ως τον Ιούνιο του 2025.

Μήπως όμως, σε αντίθεση με τις πολιτικές ηγεσίες της, η Αλβανία αλλάζει πιο εύκολα ως χώρα; Φαινομενικά τουλάχιστον, αυτό ισχύει. Αφενός, επειδή η χώρα έχει καταφέρει να κάνει σημαντικά βήματα σε επίπεδο οικονομίας, με αποτέλεσμα – αν και παραμένει ανάμεσα στις πιο φτωχές της Ευρώπης – να έχει εν μέρει ανακόψει το κύμα της μετανάστευσης και να λαμβάνει πλέον μέτρα προκειμένου να περιορίσει το φαινόμενο του «brain drain». Αφετέρου, διότι παρά τις συχνές «δηλητηριώδεις» αντιπαραθέσεις μεταξύ των δύο βασικών κομμάτων μοιάζει να έχει κατακτήσει ένα σχετικό επίπεδο πολιτικής σταθερότητας.

Υψηλές φιλοδοξίες

 

Δεν χωράει αμφιβολία ότι οι φιλοδοξίες του Ράμα πάνε πολύ πιο μακριά. Ο πρώην μπασκετμπολίστας, πολύγλωσσος και κοσμοπολίτης πρωθυπουργός δεν κρύβει ότι επιδιώκει να μετατρέψει την Αλβανία από κομπάρσο σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων στον ζωτικό της χώρο, τα Βαλκάνια. Για να το πετύχει δε, κινείται ταυτόχρονα σε πολλά μέτωπα: Διατηρεί εξαιρετικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, ειδικά μετά την ένταξη στο ΝΑΤΟ, την 1η Απριλίου του 2009. Συντηρεί και βαθαίνει περαιτέρω τους δεσμούς του με την Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος έτσι κι αλλιώς αντιμετωπίζει την Αλβανία ως προνομιακό εταίρο της χώρας του στα Βαλκάνια.

Παραμένει, επίσης, σε διαρκή «σύνδεση» με την ΕΕ – έστω κι αν γνωρίζει πως ο στόχος της ένταξης σε αυτήν είναι ακόμη μακρινός και ενδεχομένως να μην υλοποιηθεί ποτέ πλήρως – καταφέρνοντας μάλιστα να αποκομίζει σημαντικά κονδύλια από τις Βρυξέλλες. Ειδικά δε με την Ιταλία και την πρωθυπουργό της, Τζόρτζια Μελόνι, ο Ράμα έχει καταφέρει να αναπτύξει μια ειδική σχέση, όπως αποδεικνύεται τόσο από τις διμερείς οικονομικές συναλλαγές όσο και από τη συμφωνία που υπέγραψαν πρόσφατα (και έχουν επικρίνει έντονα πολλοί) οι δύο πρωθυπουργοί για τη δημιουργία «στρατοπέδων» σε αλβανικό έδαφος, όπου θα μεταφέρονται πρόσφυγες και μετανάστες οι οποίοι καταφέρνουν να διασχίσουν τη Μεσόγειο και να φτάσουν στην Ιταλία.

Το «κακό παιδί» του παρελθόντος

Σε αυτό το φόντο, υπό την ηγεσία του Ράμα, τα Τίρανα φτάνουν να παρουσιάζονται – με λίγες εξαιρέσεις, που αφορούν συγκεκριμένες επιδιώξεις – και ως παράγοντας σταθερότητας στα Βαλκάνια και όχι ως το «κακό παιδί» που ήταν πριν από μερικά χρόνια, όταν θεωρούνταν ότι συνδαύλιζαν τις εντάσεις στο Κόσοβο, τη Βόρεια Μακεδονία και αλλού, μέσω των αλβανικών μειονοτήτων. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, ότι ο Ράμα κατάφερε να έχει καλή σχέση και με τον Βούτσιτς, έστω κι αν θεωρητικά αυτός ηγείται του μεγάλου ανταγωνιστή της Αλβανίας στην περιοχή.

Φυσικά, οι εξελίξεις είναι τόσο ρευστές που τα παραπάνω δεδομένα μπορούν να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή. Πολύ περισσότερο καθώς ο Ράμα μοιάζει να θεωρεί ότι η Αλβανία είναι πλέον επαρκώς ισχυρή και «προστατευμένη» ώστε σταδιακά να επιχειρεί και πιο παράτολμα βήματα.