Τον διασκεύασαν ο Σκαλκώτας και ο Χατζιδάκις. Μίλησαν γι’ αυτόν και τον αγαπούσαν ο Παπανδρέου, ο Τσαρούχης, ο Χρίστος Καράς. Εκανε μια πορεία από το προπολεμικό, το κατοχικό, το μετεμφυλιακό τραγούδι μέχρι και μετά τη Μεταπολίτευση – που δεν δίσταζε να βάζει και ντραμς στις ορχήστρες του. Ελαβε υπόψη του όλες τις αλλαγές και τους μετασχηματισμούς της κοινωνίας. Από τα σπίτια με τσίγκο μέχρι τα διαμερίσματα των μεσοστρωμάτων της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Στα σαράντα χρόνια φέτος από τον θάνατό του ο Βασίλης Τσιτσάνης παραμένει ανοιχτό στοίχημα και πεδίο έρευνας ως ο κορυφαίος και επιδραστικότερος όλων. Και ευτυχώς έχουμε απομακρυνθεί από το να τον διαβάζουμε ως απλό συνθέτη επιτυχιών αλλά και ως μια δυναμική παρουσία σε πολλούς τομείς. Στον στίχο. Στις μουσικές επεξεργασίες. Στη δεξιοτεχνία. Στον τρόπο που ανακάλυπτε ή εξέλισσε τραγουδιστές και τραγουδίστριες. Από τη Μαρίκα Νίνου μέχρι τη Δήμητρα Γαλάνη. Και από τον Πρόδρομο Τσαουσάκη μέχρι τον Σταμάτη Κόκοτα.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης επαναθεμελίωσε το λαϊκό τραγούδι, ήταν μαζί με τον Χιώτη οι βασικοί φορείς μετάβασης του ρεμπέτικου και της ορχήστρας του σε μια πιο διευρυμένη και ανανεωμένη όψη και λειτουργία. Επέδρασε στο πώς δούλευαν τα νυχτερινά κέντρα και οι μηχανισμοί τους, και βέβαια η δισκογραφία επίσης. Σήμερα το λαϊκό διανύει μια κρίση στον ορισμό του άρα και στο περιεχόμενό του. Συχνά οι δημοσιολόγοι το ανακατεύουν με το λαϊκότροπο ή με το καλτ. Οι οπτικές συχνά καθορίζονται από τα βιώματα ή τις γνώσεις των φορέων τους και βέβαια την ανοιχτότητα πάνω στα είδη. Δεν γίνεται να είσαι αφοριστικός και την ίδια στιγμή να μπορείς να προσεγγίσεις τις λειτουργίες του σημερινού μουσικού ή εν γένει τοπίου. Τον Τσαρούχη πριν από εμάς τον προσέγγισαν πρόσωπα με κύρος. Από την Σοφία Σπανούδη και τον Κώστα Σταματίου μέχρι τον Ντίνο Χριστιανόπουλο ή τον καλύτερο σημερινό μελετητή του, τον Θεόφιλο Αναστασίου. Το βασικό νομίζω είναι να δούμε τον Τσιτσάνη όχι στο στενό καλλιτεχνικό πλαίσιο αλλά ως περίπτωση δημιουργού στο κοινωνικό φόντο. Ως έναν ευαίσθητο δέκτη των ρευμάτων γύρω του. Ποτέ ο Τσιτσάνης δεν έγινε ντεμοντέ, και αυτό είναι η μεγάλη του συμβολή. Σήμερα και το τραγούδι μας εν γένει είναι σε μια μετάβαση.

Παράλληλες τάσεις διασώζουν την κληρονομιά του Τρικαλινού. Αλλες πάλι μοιάζουν εντελώς αποσυνδεδεμένες με ό,τι προηγήθηκε. Και σε αυτό διαδραμάτισαν έναν ρόλο οι συνθέτες του διαμετρήματος του Τσιτσάνη που η «προχώ» τους λογική πολλές φορές δεν βρήκε άξιους επιγόνους και όχι μιμητές. Δεν μιλάμε για την ανάγκη να φέρει κάποιος στο σήμερα τον δημιουργό, κάτι τέτοιο θα σήμαινε πως δεν αφορά ή πως έχει ξεπεραστεί. Δεν μιλάμε επίσης για την ανάγκη να επιχειρήσει κάποιος να γράφει σαν εκείνον. Μιλάμε για την ανάγκη να ληφθούν υπόψη όλες οι νέες τομές που επέφερε στο τραγούδι και στο μαζικό ήθος των Νεοελλήνων.

Το έργο του – πέραν των γνωστών και αγαπημένων είναι ευρύ, ενδιαφέρον, υποφωτισμένο. Μαζί με αυτό και οι εποχές του τραγουδιού. Στον βίο βέβαια των Ελλήνων ή των μεταναστών, ο Τσιτσάνης πάντα επιστρέφει και ίσως όλα τα παραπάνω να μην έχουν τόσο σημασία. Στις μικρές συναθροίσεις. Στις χαρές ή στις λύπες. Οσο ο κόσμος αισθάνεται όλα αυτά θα έχουν τον χώρο τους.