Διονύσης Σαββόπουλος

τραγουδοποιός

Εκείνη την Παρασκευή κάναµε πρόβα στο Κύτταρο µε τη Δόµνα Σαµίου, τον Σπαθάρη και τους συνεργάτες µας, γιατί ετοιµάζαµε την πρεµιέρα της παράστασης «Θίασος Σκιών». Η πρόβα τέλειωσε µετά τις 8 µ.µ., βγήκαµε µε το αυτοκίνητο του Σπύρου του Βλασόπουλου στην Ηπείρου ενώ έρχονταν κατά πάνω µας κυνηγηµένοι διαδηλωτές· «φύγετε» µας είπαν, «µας χτυπάνε, ρίχνουν καπνογόνα». Ζήτησα απ’ τον Σπύρο να µ’ αφήσει στην Πατησίων. Γινόταν χαµός. Κόσµος διαδήλωνε µες στη λεωφόρο. Εκεί στην Πλατεία Βικτωρίας ήταν το σπίτι της πεθεράς µου. Ανέβηκα µε το ασανσέρ στην ταράτσα µήπως δω τι γίνεται αλλά το Πολυτεχνείο δεν φαίνονταν από εκεί, ακούγονταν µόνο οι φωνές των διαδηλωτών που τρέχανε στους γύρω δρόµους. Ξαφνικά ακούστηκαν πυροβολισµοί. Δεν το χωρούσε το µυαλό µου ότι µπορεί να ήταν σφαίρες αληθινές, είπα ότι θα είναι άσφαιρα, κατέβηκα στην πλατεία και πήγα να βγω στην Πατησίων από την οδό Χέυδεν. Μια παρέα έτρεξε από το απέναντι πεζοδρόµιο προς τα µένα µέσα σε µπαµ µπουµ. Με πετάξαν κάτω. Κι ύστερα σηκώθηκαν και συνέχισαν να τρέχουν σαν κυνηγηµένοι. Ενας από αυτούς, αυτός που µε πλάκωσε ενώ έφευγε τρέχοντας, γύρισε και µου φώναξε, «εσύ να προσέχεις». Νόµιζα ότι όλα αυτά δεν συµβαίνουν σ’ εµένα, ότι βλέπω ένα έργο. Πέρασα γρήγορα µες στον καπνό και τη θολούρα απέναντι στην Αλεξάνδρας και πήγα µε τα πόδια µέχρι το σπίτι µας κοντά στο Ναυτικό Νοσοκοµείο. Μισοκοιµήθηκα και πρωί πρωί ξαναγύρισα εκεί. Είχε ακόµα καπνούς και µια άσχηµη µυρωδιά απ’ το βράδυ, και είδα πράγµατι τη σφαίρα να έχει τρυπήσει τη βιτρίνα εκείνου του µαγαζιού που στεκόµουν, που πουλούσε χαλιά, γωνία Χέυδεν και Πατησίων. Δηλαδή εκείνο το παιδί που έπεσε πάνω µου µ’ έσωσε! Για το τανκ που έριξε την πύλη έµαθα πια το µεσηµέρι που ανάψαν τα τηλέφωνα. Για πολύ καιρό µετά περνούσα απ’ τη Χέυδεν και έβλεπα το σηµάδι απ’ τη σφαίρα στη βιτρίνα. Με αναστατώνει αυτή η ανάµνηση, οι πυροβολισµοί, τα νεκρά παιδιά. Πρεµιέρα δεν κάναµε, κλείσαµε το µαγαζί και παίξαµε πια τα Χριστούγεννα σαν ζεµατισµένοι.


Γιώργος Αρμένης

 ηθοποιός

Τις μέρες της εξέγερσης, δεν μπορούσαμε να κάνουμε παραστάσεις, γινόταν χαμός. Δεν ήξερες ποιος είναι δίπλα σου, ποιος περπατάει, ποιος σε κοιτάει και φυλαγόμασταν πάρα πολύ. Το βράδυ που άρχισαν οι μεγάλες συγκεντρώσεις είχα βάλει μέσα στο Θέατρο Τέχνης παιδιά και ήταν όλα σακατεμένα, με αίματα. Εγώ είχα πάθει πανικό κι έτρεχα. Δεν το ήξερε ο Κουν και από τους άλλους δεν ήταν εκεί κανείς. Τα φυγάδευσα από την πίσω πόρτα που έβγαινε στο ταμείο, μέσα στο Αρσάκειο. Ημουν συνέχεια κοντά στο Πολυτεχνείο, δεν είχα ησυχασμό. Εμπαινα μέσα, κέρναγα τσιγάρα, έβγαινα ξανά για να τους πάρω αυτά που ήθελαν. Την αποφράδα βραδιά φωνάζαμε εμείς σαν τρελοί και βάραγαν οι αστυνομικοί πιστολιές. Ημουν μαζί με κάποιους πιο δυνατούς, που τους γνώριζα από τα Εξάρχεια, και αρχίσαμε να αναποδογυρίζουμε τα αμάξια στους δρόμους που κατέβαιναν τα τανκς, τα σπρώχναμε και τα ρίχναμε μπροστά τους, αλλά αυτοί πέρασαν από πάνω. Κατά τις τέσσερις το πρωί δεν άντεξα άλλο από την κούραση και πήγα στο σπίτι του Κουν γιατί εγώ έμενα Παλαιό Φάληρο και δεν είχα τρόπο να πάω στο σπίτι μου. Ηταν μαζεμένοι όλοι εκεί. Ο Λαφαζάνης, ο Χατζημάρκος, ο σκηνογράφος Σάββας Χαρατσίδης. Με το που χτυπάω το κουδούνι, ανοίγει η πόρτα και μπαίνω μέσα, μου τραβάει μια σφαλιάρα ο Κουν και με αγκαλιάζει. Εγώ έκλαιγα συνέχεια από τα δακρυγόνα και τα χημικά και ο Κουν μου έλεγε ότι δεν είχα δουλειά να πάω στο Πολυτεχνείο και θύμωνα. Οταν ηρέμισα, έτσι όπως καθόμουν στον καναπέ και οι άλλοι μιλούσαν, με πήρε ύπνος. Το πρωί σηκώθηκα νωρίς και πήγα πίσω. Ηταν γεμάτο το προαύλιο με παπούτσια αλλά κι απέξω. Δεν είχαν μαζέψει τίποτα. Ηταν μια εικόνα φοβερή, όμορφη να τη βλέπεις για θέατρο ή σινεμά, σαν πλάνο. Αλλά όλα αυτά κάποιος τα φόραγε.


Ρέα Γαλανάκη

συγγραφέας

Παρασκευή, αργά το απόγευμα, τηλεφωνούσα από περίπτερο των Εξαρχείων σε φίλο που καθυστερούσε να έρθει για να μπούμε στο Πολυτεχνείο. Ακούστηκαν οι πρώτοι πυροβολισμοί, έγινε μεγάλη αναστάτωση. Γύρισα σπίτι μου, στον Λυκαβηττό, όπου ο επιτετραμμένος της Νορβηγίας, που του δίδασκα ελληνικά, μου τηλεφώνησε από το Χίλτον – όλοι οι διπλωμάτες ήταν εκεί – ότι θα κατέβαιναν τανκς. Ο χρόνος πάγωσε αμέσως. Ετρεξα στο κοντινό σπίτι του φίλου μου Γιώργου Γραμματικάκη. Με το αυτοκίνητό του, ήταν και η γυναίκα του Εύα, γυρνούσαμε να κινητοποιήσουμε κόσμο, να δώσουμε την πληροφορία. Στη διασταύρωση του δρόμου πλάι από τις Φυλακές Αβέρωφ με την Αλεξάνδρας ένας γαλονάς μας διέταξε να σταματήσουμε. Αντικρίσαμε μερικά θηριώδη τανκς να τρέχουν με τρομακτικό θόρυβο, με τον προβολέα αναμμένο, προς το Πολυτεχνείο. Μόνη μου, δεν ξέρω πώς, βρέθηκα αργότερα στην Ιπποκράτους, στο διαμέρισμα του Νικηφόρου Σταματάκη, φίλου από την πρώτη ομάδα του «Ρήγα Φεραίου», αποφυλακισμένου πλέον, κι επέμενα να βγούμε στους δρόμους (δίσταζε λίγο, αφού, όπως έμαθα μετά τη δικτατορία, ανήκε τότε στον παράνομο μηχανισμό του ΚΚΕ εσωτ.). Με τον Νικηφόρο και με αδερφούς του μείναμε, δεν ξέρω πόσες ώρες, στους δρόμους γύρω από Ακαδημίας και τα Εξάρχεια – όπου με πολλούς άλλους άγνωστους φτιάχναμε οδοφράγματα, τους βάζαμε φωτιά. Γύρω μας δακρυγόνα, πυροβολισμοί. Διαλυόμασταν, ξαναγυρνούσαμε. Τη μεθεπομένη ζήτησα από τον στενό φίλο Τέλη Σαμαντά, που καταλάβαινα ότι είχε σχέση με τον παράνομο μηχανισμό, να κάνω κάτι περισσότερο. Μου ανέθεσε να βρίσκω προσωρινά καταλύματα και να μετακινώ παράνομους αγωνιστές. Και αυτό έκανα για αρκετό καιρό.


Μπέτυ Αρβανίτη

ηθοποιός

Εκείνο το βράδυ οι ηθοποιοί είμασταν μαζεμένοι στο θέατρο Αλάμπρα. Από κει μπήκαμε σε αυτοκίνητα μαζί με φάρμακα και διάφορα άλλα πράγματα που χρειάζονταν οι φοιτητές και προσπαθούσαμε μέσα στις φωτιές και σε αυτή την τρομερή στιγμή να βοηθήσουμε, να μπορέσουμε να πάμε στο Πολυτεχνείο, να τους τα δώσουμε. Ολο το διάστημα είμασταν κοντά για να βοηθάμε όταν μπορούσαμε. Είχαμε βρει τρόπους να τους τα διοχετεύουμε από τα κάγκελα, κρυφά. Ηταν μέσα στο Πολυτεχνείο και η μικρή μου αδερφή, οπότε είχα πολύ άμεση σχέση με αυτό. Οταν μπήκε το τανκ στο Πολυτεχνείο, αυτή η εικόνα δεν μεταφέρεται. Ηταν κάτι συγκλονιστικό. Για τη δική μας γενιά που δεν είχαμε ζήσει πόλεμο, αυτό το βίωμα ήταν κάτι που μας ξεπερνούσε. Νομίζω μας σφράγισε όλους.


Θωμάς Κοροβίνης

συγγραφέας

Τη βραδιά εκείνη, την ώρα που στην Αθήνα κορυφωνόταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου, στη Θεσσαλονίκη είχαμε κι εδώ κατάληψη του Πανεπιστημίου. Ορισμένοι από τους συμφοιτητές μου, λίγο μεγαλύτεροι από μένα, με τους οποίους εκ των υστέρων συνδέθηκα παραπάνω μαζί τους όταν με τη Μεταπολίτευση άνοιξαν τα αμφιθέατρα και αρχίσαμε να φλερτάρουμε με τις ιδέες της Αριστεράς, την αγωνιστικότητα με την ουτοπία μας για την αλλαγή του παντός, συμμετείχαν στην κατάληψη. Εγώ τότε βρισκόμουν στη φοιτητική εστία όπου διέμενα, έναν χώρο περίκλειστο. Το Πολυτεχνείο ήταν πάρα πολύ κοντά. Πλησίασα, είδα την κατάσταση αλλά δεν μπήκα πιο μέσα, απέξω στάθηκα. Καιροφυλακτούσα για να μην πάθω καμία ζημιά. Μόνος μου κατέβηκα αλλά δεν μπήκα μέσα στη φωτιά. Είτε λόγω της δειλίας της πρώιμης νεανικότητας είτε λόγω άγνοιας είτε λόγω φόβου διότι ο χωροφύλακας για μας, ειδικά στην επαρχία, ήταν ένα μεγάλο φόβητρο. Γι’ αυτό ενοχοποιώ λίγο τον εαυτό μου, γιατί γενικά είμαι ένας τολμηρός άνθρωπος. Ημουν ένας ανώριμος ακόμα νέος, ο οποίος δεν είχε μυριστεί το ψητό, την αξία που είχε αυτή η ημέρα.


Θοδωρής Γκόνης

σκηνοθέτης

Το φθινόπωρο του 1973 ήμουν μαθητής γυμνασίου στο Ναύπλιο. Η κυκλοφορία των μαθητών επιτρεπόταν ως τις οκτώ το βράδυ, ήμασταν κουρεμένοι σχεδόν «γουλί», τα μπλουτζίν παντελόνια και οι φαρδιές ζώνες ήταν υπό διωγμόν, ο κινηματογράφος απαγορευόταν εκτός και αν ομαδικά με το σχολείο παρακολουθούσαμε κάποιες τρισάθλιες ταινίες εθνικοπατριωτικού ή θρησκευτικού περιεχομένου. Οι παρελάσεις και τα θούρια κάτω από τα κάστρα έδιναν και έπαιρναν και ο χουντικός γυμνασιάρχης μας έβγαζε πύρινους λόγους υπέρ της εθνοσωτηρίου επαναστάσεως και ήταν ο φόβος και ο τρόμος όλων μας.

Το τι ακριβώς συνέβαινε στην Αθήνα ήταν πολύ δύσκολο να το πληροφορηθεί κάποιος στην επαρχία εκείνης της εποχής, στον Τύπο και το ραδιόφωνο βασίλευε η λογοκρισία, και ο χαφιές με τον ρουφιάνο, δηλαδή ο επιστάτης του σχολείου και ο υπάλληλος των ΚΤΕΛ που είχε την ευθύνη να ανακοινώνει τα δρομολόγια, είχαν τα μάτια και τα αφτιά τους ορθάνοιχτα ειδικά εκείνες τις ημέρες.

Μαζί με δυο συμμαθητές μου την περίοδο εκείνη προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τι συνέβαινε στην Αθήνα παρακολουθώντας κάπως κρυφά και διακριτικά κάποιους ανθρώπους, που από τα μισόλογα των δικών μας γνωρίζαμε πως είναι δημοκράτες, ήταν κάποιοι μικρομαγαζάτορες απέναντι από την πλατεία του δικαστικού μεγάρου, όπου καθημερινά εκεί γύρω στις δέκα το πρωί έπαιρναν άδεια από τον εαυτό τους για κανένα μισάωρο και συναντιόντουσαν σε ένα μικρό καφενεδάκι να πιουν τη μπίρα Φιξ σε μικρά ποτηράκια και αντάλλασσαν με τον δικό τους τρόπο και πολύ προσεκτικά και διακριτικά πληροφορίες και νέα για την πολιτική κατάσταση, εμείς περνώντας και δήθεν χαζεύοντας τα ποδήλατα και τις μηχανές που ήταν ακριβώς δίπλα από το εν λόγω καφενείο προσπαθούσαμε να αποκρυπτογραφήσουμε τα μισόλογα και τις εκφράσεις και μέσα από εκεί να καταλάβουμε το τι συνέβαινε στην Αθήνα και στις καταλήψεις και είναι η αλήθεια εκεί από αυτούς τους ανθρώπους ακούσαμε την άλλη ημέρα για το Πολυτεχνείο και το τι συνέβη. Μέσες άκρες δηλαδή. Πολύ αργότερα καταλάβαμε τη φρίκη.


Νίκος Διαμαντής

σκηνοθέτης

Στη γωνία Πανεπιστημίου και Πατησίων, ερχόμουνα από Κάνιγγος, πήγαινα Ομόνοια χαμηλά να πάρω το λεωφορείο Αθήνα – Νίκαια για να επιστρέψω από το φροντιστήριο μαθηματικών και φυσικής Αθήνα – Νίκαια, κόσμος έτρεχε αλαφιασμένος, καπνοί, φωνές κρότοι, πυροβολισμοί, Αστυνομία, στρατός, ένα βιαστικό ραντεβού όπως κάθε φορά για λίγο, για ένα περπάτημα, ένα αγκάλιασμα ένα χέρι χέρι με την πρώτη μου κοπέλα, χαθήκαμε, αδύνατον να σταθεί κάποιος, έτρεξα θυμάμαι προς Ομόνοια, μετά πάλι πίσω, κοίταζα προς την κατεύθυνση του Πολυτεχνείου, κυρίως έτρεχα με την τσάντα, έτρεχε να με βρει και έτσι μετά από τις θεωρητικές ασκήσεις και τους λεκτικούς ακροβατισμούς των πρώτων τευχών του «Πεζοδρόμιου» σε εξώφυλλο καφεκίτρινο και των Internationale situationniste βρεθήκαμε στον ξερό κρότο του πυροβολισμού και τα καπνογόνα και τα μάτια που τσούζουνε και φωνές και έτσι απότομα άρχισε η πολιτική ενηλικίωση, η σιγουριά της αλήθειας και ο έρωτας και η επανάσταση και η δικαιοσύνη και όπως λέει ο Μπρεχτ, ήμασταν για λίγο οι νέοι άνθρωποι των εποχών που έρχονται και της καινούργιας χαραυγής πάνω στις πολιτείες που δεν χτίστηκαν ακόμα.

Για λίγο.


Κωνσταντίνος Βήτα

συνθέτης

Ημουν δώδεκα ετών όταν έγινε η εξέγερση. Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τα παρακολουθήσαμε με την οικογένειά μου από το ραδιόφωνο στο σπίτι όπου μέναμε στο Περιστέρι. Από εκεί ακούσαμε για την εισβολή του τανκ στο Πολυτεχνείο και προσπαθούσαμε να καταλάβουμε – γιατί δεν ήμασταν και σίγουροι για ό,τι μεταδιδόταν – τι ακριβώς είχε συμβεί. Την επόμενη μέρα πήγαμε με τον πατέρα μου στο Πολυτεχνείο. Σταματήσαμε στην Ομόνοια και μετά κατευθυνθήκαμε με τα πόδια. Φοιτητές, κόσμος, συνθήματα, ατμόσφαιρα εκκρηκτική παντού.


Γιώργος Κουρουπός

συνθέτης

Την περίοδο εκείνη ζούσα στο Παρίσι, στο «Ελληνικό Σπίτι» (Fondation Hellénique) της Πανεπιστημιακής Πολιτείας (Cité Internationale). Το «Ελληνικό Σπίτι» ήταν το πολιτιστικό αλλά και το πολιτικό κέντρο όλων των Ελλήνων του Παρισιού.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ιδιαίτερα το «Ελληνικό Σπίτι» έγινε το κέντρο της ελληνικής αντίστασης στη χούντα. Οι συναντήσεις, οι συνελεύσεις και η με κάθε τρόπο υποστήριξη των διωκομένων, φοιτητών και μη, ήταν ο βασικός στόχος: Αποστολή γάλλων δικηγόρων για την υπεράσπιση των κρατουμένων, αποστολή χρημάτων σε αντιστασιακές ομάδες, αλλά κυρίως συνεχής πληροφόρηση της γαλλικής κοινής γνώμης για τα τεκταινόμενα.

Το βράδυ της ημέρας που η χούντα, με το τανκ, έριξε την πύλη του Πολυτεχνείου, υπήρχε στην κατάμεστη Fondation ιδιαίτερη αναταραχή. Από τη γαλλική τηλεόραση αλλά και μέσω τηλεφωνημάτων παρακολουθούσαμε τις εξελίξεις και αναζητούσαμε απεγνωσμένα τρόπους συμπαράστασης.

Κατά τις 10 το βράδυ – αν θυμάμαι καλά – αποφασίσαμε να κάνουμε διαδήλωση και να επιτεθούμε στην ελληνική πρεσβεία, στο κέντρο του Παρισιού. Πράγματι φτάσαμε στην πόρτα της πρεσβείας και προσπαθήσαμε χωρίς επιτυχία να σπάσουμε τη βαριά ξύλινη πόρτα της. Τότε προσπαθήσαμε να βάλουμε φωτιά – αλλά η επέμβαση της γαλλικής αστυνομίας μας πρόλαβε. Μας φόρτωσαν στις «κλούβες» και μας πήγαν στην Ασφάλεια, όπου αφού κατέγραψαν τα στοιχεία ταυτότητας και τις άδειες παραμονής στη Γαλλία, μας άφησαν, πολύ αργά, μετά τα μεσάνυχτα, ελεύθερους.


Ηλίας Ανδριόπουλος

συνθέτης

Στο Πολυτεχνείο βρεθήκαμε γιατί ήμασταν νέοι. Που σημαίνει ότι μας κυρίευε ο θυμός της παρόρμησης, μαζί με την επιθυμία να αντιδράσουμε σε ένα ανελεύθερο καθεστώς, που μας είχε επιβληθεί. Γνωρίζαμε τις συνέπειες, όσοι είχαμε συλληφθεί και κρατηθεί σε αστυνομικά τμήματα, Γενική Ασφάλεια, ΕΑΤ – ΕΣΑ κ.λπ. Βασανιστήρια, πόνος, φρίκη.

Διαισθανόμασταν εκείνη τη σημαδιακή Παρασκευή, και αυτοί που ήταν μέσα, και εμείς κάποιοι φίλοι στο απέναντι πεζοδρόμιο του θεάτρου ΑΛΦΑ, πως κάτι κακό θα συμβεί, όταν ακούστηκαν γύρω στις δέκα οι πρώτοι πυροβολισμοί. Σκόπευαν από τις ταράτσες και χτυπούσαν. Ντραπήκαμε να φύγουμε, παίρναμε κάποιες προφυλάξεις και μείναμε προσπαθώντας να βοηθήσουμε, τραβώντας από την άσφαλτο τραυματισμένα παιδιά. Η νύχτα πήρε όψη εφιαλτική. Κοντά στα μεσάνυχτα, μέσα σε ανατριχιαστικό θόρυβο, πρόβαλαν από τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας οι σκούρες φιγούρες των τανκς. Τότε χωρίσαμε και σκορπίσαμε προς διάφορες κατευθύνσεις. Φτάσαμε σπίτι ξημερώματα, προσπαθώντας να ακούσουμε το ραδιόφωνο του Πολυτεχνείου. Είχε σιγήσει…. Κανείς μας δεν μπορούσε να πει τίποτα. Ενας φίλος ψιθύρισε με πένθιμη φωνή: «Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία».


Γιώργος Νταλάρας

τραγουδιστής

Εκείνη την εποχή γράφαμε την Columbia τον δίσκο «18 λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας». Ολα γίνονταν υπό απόλυτη μυστικότητα αφού η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη ήταν απαγορευμένη από τη χούντα. Πηγαίναμε στο στούντιο και ηχογραφούσαμε – την ενορχήστρωση και τη διεύθυνση παραγωγής έκανε τότε ο Γιάννης Διδίλης – κρυφά. Κρυφά με έστελνε και ο Μίκης τα τραγούδια από το Παρίσι. Ημασταν στο στούντιο όταν μπήκε το τανκ στο Πολυτεχνείο. Εκεί το μάθαμε, τα αφήσαμε όλα και βγήκαμε στους δρόμους να πάμε κι εμείς εκεί.


Ορφέας Περίδης

τραγουδοποιός

Δύσκολο κανείς να μην αντιληφθεί τι γινόταν, αφού η ατμόσφαιρα της εποχής ήταν τέτοια που μαρτυρούσε, όπου και να βρισκόσουν, την αναταραχή. Ημουν έφηβος, 16 ετών, και φυσικά ήθελα να πάω στις διαδηλώσεις οι οποίες είχαν αρχίσει πολλές μέρες πριν. Η μητέρα μου όμως με είχε κλειδώσει στο σπίτι γιατί φοβόταν. Παρακολουθούσαμε από την τηλεόραση ό,τι γινόταν, με όσες εικόνες μετέδιδαν και ακούγαμε από το ραδιόφωνο τις εξελίξεις. Αυτά ήταν αρκετά για να με κάνουν να προσπαθήσω να πηδήξω από το μπαλκόνι – δεν το αποτόλμησα τελικά γιατί ήταν αρκετά ψηλά. Ξημερώνοντας η 17 Νοεμβρίου και αφού είχε προηγηθεί ήδη η εφιαλτική νύχτα με την εισβολή του τανκ, πήγαμε με κάποιους συμμαθητές και φίλους μου στο Πολυτεχνείο να συμμετάσχουμε όπως μπορούσαμε σε αυτό που γινόταν.


Στέλιος Μάινας

ηθοποιός

Εκείνη την περίοδο ήμουν ακόμα μαθητής. Ημασταν αποκλεισμένοι στο σπίτι και παρακολουθούσαμε τον σταθμό του Πολυτεχνείου από τον Βύρωνα λόγω χούντας. Αλλά δεν ήμασταν πολύ ενημερωμένοι για το τι γίνεται ακριβώς μέσα στις δύο πρώτες μέρες. Μετά μάθαμε από διάφορους φίλους και συμμαθητές λίγο μεγαλύτερους που είχαν περάσει από κει και αποφασίσαμε να κατέβουμε στο Πολυτεχνείο. Αλλά μας σταμάτησαν, μας πρόλαβαν τα τανκς που μπήκαν και κατεβήκαμε την επόμενη μέρα για να δούμε τι έγινε. Την είχαμε κοπανήσει από τα αγγλικά για να φτιάξουμε υποτίθεται αφίσες από παλιούς τηλεφωνικούς καταλόγους και να γράψουμε με μαύρους μαρκαδόρους «Κάτω η χούντα» και να τα μοιράσουμε στο Παγκράτι ως μια πράξη αντίδρασης. Ομολογώ ότι δεν είχαμε απόλυτη ταύτιση με το γεγονό, μόνο ως προς το ότι συμμετείχαν νέοι άνθρωποι. Αλλά αφού είχε το χρονικό μιας εξέγερσης, για εμάς ως πιτσιρίκια ήταν αρκετό.


Θέμις Μπαζάκα

ηθοποιός

Στα γεγονότα του Πολυτεχνείου εγώ ήμουν στη Θεσσαλονίκη, μαθήτρια ακόμα στο λύκειο. Ηταν ένα συνταρακτικό γεγονός για μας. Ημασταν μαθητές σε μια πολύ καταπιεσμένη πόλη και εκείνο το βράδυ είχαμε μαζευτεί όλοι στο σπίτι μιας φίλης που οι γονείς της ήταν πιο λίμπεραλ, γιατί οι άλλοι είχαμε πολύ αυστηρούς και συντηρητικούς γονείς. Ακούγαμε όλο το βράδυ στο ραδιόφωνο τα όσα γίνονταν.


Πέτρος Μάρκαρης

συγγραφέας

Ημουν μαζί με τον Φίλιππο Βλάχο (σ.σ. συγγραφέας και εκδότης) στο Πολυτεχνείο και κάποια στιγμή φύγαμε από την οδό Μπουμπουλίνας για να πάμε προς την ΑΣΟΕΕ Στους δρόμους υπήρχαν οδοφράγματα, φωτιές και ακινητοποιημένα λεωφορεία. Καπνοί, φωτιές, συνθήματα από τους διαδηλωτές. Οταν φτάσαμε στη λεωφόρο Αλεξάνδρας είδαμε τα τανκ να κατεβαίνουν. Ηταν δύσκολα να πλησιάσει κανείς κοντά στο Πολυτεχνείο, το σημείο όπου κατευθύονταν. Δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω. Μειναμε στην περιοχή μέχρι το πρωί. Ολες εκείνες οι μέρες της εξέγερσης ήταν φορτισμένες με τρομερή ένταση μέσα και έξω από το Πολυτεχνείο.


Παντελής Θαλασσινός

τραγουδοποιός

Ημουν μαθητής στο γυμνάσιο το 1973 και έμεινα με την οικογένειά μου στο πατρικό μου σπίτι στο Κερατσίνι. Ολη την ένταση και την αγωνία των ημερών την παρακολουθούσαμε από το ραδιόφωνο που μετέδιδε τα γεγονότα. Φυσικά και από την κρατική τηλεόραση προσπαθούσαμε να πάρουμε μια αίσθηση του τι συμβαίνει από τα – εννοείται επιλεγμένα – πλάνα που μετέδιδε. Ετσι μάθαμε για την εισβολή του τανκ στο Πολυτεχνείο. Την επόμενη μέρα πήγαμε εκεί, όπως και πλήθος άλλου κόσμου. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και ηλεκτρισμένη…


Χρήστος Λεοντής

συνθέτης

Από τότε που ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις βρισκόμασταν κάθε μέρα στο Πολυτεχνείο. Ζήσαμε όλη αυτή την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα των ημερών. Κι εκείνη την ημέρα βρισκόμουν έξω από το Πολυτεχνείο μαζί με άλλους διαδηλωτές. Κάποια στιγμή, όταν η κατάσταση άρχισε να γίνεται επικίνδυνη, αποφάσισα να κατευθυνθώ προς το σπίτι όπου έμενα τότε στην Αγία Παρασκευή. Ανεβαίνοντας τη λεωφόρο Αλεξάνδρας με τα πόδια – αφού δεν κυκλοφορούσαν μέσα και οι δρόμοι ήταν κλειστοί – βλέπω τα τανκς να κατεβαίνουν και έμεινα να τα παρατηρώ μέχρι τη στιγμή που έστριψαν στην Πατησίων προς το Πολυτεχνείο. Ξημερώνοντας η επόμενη μέρα και αφού είχαμε μάθει πια τι είχε συμβεί, κατέβηκα ξανά στο Πολυτεχνείο όπου επικρατούσε ό,τι έχουμε δει από τις φωτογραφίες και τις εικόνες στην τηλεόραση.


Μανώλης Μητσιάς

τραγουδιστής

Την προηγούμενη μέρα ήμουν μέσα στο Πολυτεχνείο διότι είχα κάνει μια συναυλία μαζί με τον Λάκη Καρνέζη (μπουζούκι στην ορχήστρα του Μίκη Θεοδωράκη μαζί με τον Κώστα Παπαδόπουλο) τραγουδώντας τη «Ρωμιοσύνη». Θυμάμαι ότι μας φυγάδευσαν από τον χώρο του Πολυτεχνείου από την οδό Μπουμπουλίνας πατώντας πάνω σε μια σανίδα. Λίγες μέρες πριν είχαν κλείσει το Zoom όπου εμφανιζόμουν ως κακόφημο κέντρο. Ηταν οι ημέρες εκείνες που τα πάντα γύρω έβραζαν. Την επόμενη μέρα μετά τη συναυλία ξαναπήγα έξω από το Πολυτεχνείο μαζί με τους άλλους διαδηλωτές. Ημουν εκεί μέχρι τη στιγμή που άρχισαν να κατεβαίνουν τα τανκς. Οταν κατηφόριζαν την Πατησίων για να έρθουν προς το Πολυτεχνείο δημιουργήθηκε ένα χάος, σπάζοντας το πλήθος του κόσμου – ήταν μια επικίνδυνη κατάσταση. Τρεχαμε να προφυλαχτούμε προσπαθώντας όσο μπορούσαμε να βοηθήσουμε όποιον συναντήσαμε και χρειαζόταν βοήθεια.


Αντωνία Πάνου

αρχιτέκτων

Η νύχτα της 16-17 Νοέμβρη 1973, μετά τα μεσάνυχτα, ήταν απόκοσμη, θολή από τους καπνούς και τα δακρυγόνα, βαμμένη στις αποχρώσεις του γκριζοκοκκινοκαφέ.

Ημουν απέναντι από την κύρια πύλη του Πολυτεχνείου. Ημουνα μονάχη μου με άγνωστη παρέα ακριβώς μπροστά από το γνωστό τότε χαρτοπωλείο του Χρυσικόπουλου.

Το πλήθος είχε διαλυθεί στην Πατησίων. Μονάχα κάποιες διάσπαρτες παρέες νέων ανθρώπων σε μπουλούκια γύρω γύρω.

Η φωνή του ραδιοφωνικού σταθμού «των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων» δονούσε με αντιφασιστικά-αντιχουντικά συνθήματα  όλη την περιοχή που μαύριζε από τις στολές των αστυνομικών και την παρουσία χαφιέδων και προβοκατόρων.

Ο τόπος γεμάτος καπνούς από δακρυγόνα. Και αντιφασιστικά συνθήματα ρυθμικά… Και εκκλήσεις στους φαντάρους να μην επιτεθούν…

Η Πατησίων ήταν όσο παίρνει το μάτι σου προς τα βόρεια (Πατήσια) γεμάτη αναποδογυρισμένους μεταλλικούς κάδους όπου νεαροί μαχητές είχαν βάλει φωτιές για να εξουδετερώνουν τα  δακρυγόνα και τους  χτυπούσαν ρυθμικά φωνάζοντας  «΄Η τώρα  ή ποτέ -΄Η τώρα  ή ποτέ – ΄Η τώρα ή ποτέ». Οι κάδοι, που τότε δεν ήταν πλαστικοί αλλά μεταλλικοί, είχαν μετατραπεί σε τεράστια τύμπανα. Η παράξενη μουσική εκείνων των στιγμών: μια μουσική που δεν την είχαμε ξανακούσει κι ούτε φανταζόμασταν ότι υπήρχε.

Ηδη κυκλοφορούσαν οι φήμες… Κατεβαίνουν τα τανκς από το Γουδί.

Οι εκφωνητές  του  ραδιοφωνικού σταθμού του Πολυτεχνείου ζητούσαν φάρμακα και γιατρούς. Ηδη είχαν μεταφερθεί μέσα στο Πολυτεχνείο πολλοί χτυπημένοι από σφαίρες. Μιλούσαν και για νεκρούς…

Υπήρχαν και άλλες μουσικές. Περίεργες:

¢ Των πυροβόλων όπλων των μπάτσων και των ασφαλιτών που κροτάλιζαν ένα γύρω, όντας αυτοί ακροβολισμένοι στην ταράτσα του Ακροπόλ (γωνία Πατησίων και Αβέρωφ).

¢ Από τα μηχανάκια με νεαρούς αγωνιστές – δυο σε κάθε δίκυκλο – που έρχονταν από τη μεριά της πλατείας Αιγύπτου, σταματούσαν 50 μέτρα πίσω από την Αβέρωφ, γκάζωναν για να περάσουν με μεγάλη ταχύτητα την πιο επικίνδυνη ζώνη, δηλαδή τη θανατηφόρα διασταύρωση του Ακροπόλ κι έφταναν – όσοι τα κατάφερναν πάνω στο μηχανάκι – στην πύλη και παρέδιδαν φάρμακα, τρόφιμα ή ίσως ακόμα και να κατέβαζαν τον συνοδηγό (νοσηλευτή, γιατρό). Κι αυτό γιατί η πρόσβαση ασθενοφόρου ή άλλου αυτοκινήτου ήταν αδύνατη.

Εκπληξη, οργή και φόβος ανάμεικτα με κατακλύζανε.

Μέχρις ότου φάνηκαν από μακριά –νομίζω από το ύψος της πλατείας Αιγύπτου – τα τανκς που προχωρούσαν αργά αλλά σταθερά. Η μία μετά την άλλη οι φωτιές έσβηναν, το κροτάλισμα των σφαιρών ακουγόταν ολοένα και πιο έντονα. Είχα παγώσει…

– Κοπελιά, πρέπει να φύγουμε… Ενας νεαρός με τραβούσε από το μανίκι.

– Θα μας σκοτώσουνε…

Βρέθηκα μαζί με τον άγνωστο συναγωνιστή στον πρώτο ή τον δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας με το κατάστημα του Χρυσικόπουλου που, με είσοδο από την Αβέρωφ, είχε ανοίξει τις πόρτες. Εμπαιναν μέσα μπουλούκια όσοι/ες ήταν ακόμη στον δρόμο. Στο διαμέρισμα βρεθήκαμε τόσο πολλοί που δεν υπήρχε χώρος καλά καλά να κάτσουμε στο πάτωμα.

– Παιδιά, ησυχία και δίχως φώτα. Είναι ικανοί να ανέβουν επάνω. Και να μας μακελέψουν όλους…

Το διαμέρισμα, που ήταν γωνιακό, είχε μπαλκονόπορτα ακριβώς απέναντι από την κύρια πύλη του Πολυτεχνείου. Παρακολουθήσαμε την άφιξη του τανκ. Είδαμε τα παιδιά τα κρεμασμένα πάνω στην πύλη και τα κάγκελα. Ακούσαμε τις διαταγές των επικεφαλής της επίθεσης. Και… η είσοδος του τανκς. Το γκρέμισμα της πύλης μαζί με το παιδί με τη σημαία της λευτεριάς. Και μετά φωνές και αντάρα. Και μετά όλα σιώπησαν…

Σε λίγο ακούστηκαν πάλι φωνές και σαματάς. Ηταν από τη διπλανή Casa d’ Italia. Εκκενώνανε το κτίριο από αυτούς που είχαν βρει καταφύγιο εκεί…

Φύγαμε την άλλη μέρα το πρωί ένας ένας με μεγάλη προσοχή. Μεγάλες υδροφόρες έπλεναν το δάπεδο της αυλής του Πολυτεχνείου. Τα νερά έβαφαν κόκκινο το κατάστρωμα της Πατησίων…


Πάνος Χαραλάμπους

εικαστικός

Εντός των αναγκών μιας «γενικής οικονομίας» των ανα-παραστάσεων η ενεργή, η λειτουργική μνήμη αναζητεί αναλογίες, αναγωγές, συμ-πάθειες, κίνητρα προκειμένου να ανακαλέσει μια στιγμή, ένα γεγονός… για να επιτελεστεί. Διά των υπερ-επιθέσεων του παρόντος στο «άλλοτε», διά των προσομοιώσεων, των αλλοιώσεων, επισυμβαίνουν οι επιστροφές, οι εκλάμψεις, οι επικαιροποιήσεις. Ενας «κλοιός σιδήρου» σφίγγει σήμερα περιμετρικά τη Γάζα… ήμουν δεκαεφτά χρονών έφηβος, μαθητής της ΣΤ’ τάξης του Γυμνασίου Αμφιλοχίας όταν έπεφτε η σιδερένια πύλη του Πολυτεχνείου απ’ το ερπυστριοφόρο …


Στέφανος Δασκαλάκης

ζωγράφος

Εκείνο το βράδυ βρισκόμουν μέσα στο Πολυτεχνείο, στα σκαλάκια της Σχολής Καλών Τεχνών, μπροστά από την αίθουσα την θεωρητικών, και σε απόσταση 25-30 μέτρων από το σημείο από το οποίο μπήκε το άρμα.

Θυμάμαι έναν νεαρό, ανεβασμένο σε έναν από τους πεσσούς της κεντρικής εισόδου, να πηδάει ή να πέφτει, όταν αυτοί άρχισαν να γέρνουν από την πίεση που ασκούσε το τανκ.

Από τη στιγμή αυτή μαζί με τον φίλο μου, τον γλύπτη Νίκο Στέφο και πολλούς άλλους αρχίσαμε να οπισθοχωρούμε και βρεθήκαμε στο πίσω μέρος της σχολής, στην είσοδο του υπογείου όπου και η αίθουσα του γυμνού, του ψηφιδωτού κ.λπ. Πρέπει να ήμαστε από τους τελευταίους που βγήκαν.


Αγγελος Παπαδημητρίου

εικαστικός και ηθοποιός

Το σπίτι μας ήταν σχετικά κοντά στο Πολυτεχνείο, στο Λυσσιατρείο. Καθημερινά μέσα απ’ το τρόλεϊ (Κολιάτσου – Παγκράτι) από τις πρώτες μέρες της κατάληψης περνώντας έξω από το Πολυτεχνείο προς Σύνταγμα έδινα στα παιδιά χαρτόνια για τα συνθήματά τους (απ’ τα παράθυρα…) πηγαίνοντας στη Σχολή Βακαλό για μάθημα. Την ημέρα της εισβολής ήμουν σπίτι μου γατί ετοίμαζα πυρετωδώς ένα έργο με σκηνικά κοστούμια που έπρεπε να παραδώσω. Θα πήγαιναν μαζί με το ζεύγος Βακαλό στο Λος Αντζελες σε διεθνή έκθεση. Πολύ αργότερα έμαθα ότι βραβεύτηκαν, αλλά δεν είχε πια καμιά σημασία, ένας τρόμος σκέπαζε τα πάντα.


Γιώργος Τριανταφύλλου

αρχιτέκτονας

Ημαστε ήδη κλεισμένοι στο κτίριο της Πολυτεχνικής Σχολής Θεσσαλονίκης, κυκλωμένοι από τους εκοφίτες που έσπαγαν τα τζάμια με πέτρες, όταν σε τηλεφωνική επικοινωνία με την Αθήνα, μάθαμε ότι μπήκε το τανκ στο Πολυτεχνείο. Παγώσαμε! Τα τανκς σε εμάς ήρθαν λίγο αργότερα, με τις κάννες στραμμένες στην πύλη.

Ο πρύτανης Σδράκας με τους ασφαλίτες και τους στρατιωτικούς μάς απείλησαν να βγούμε, γιατί θα κτυπούσαν την πύλη που είχαμε οχυρώσει με αμέτρητα σχεδιαστήρια. Βρέθηκα μπροστά σε αυτή τη διαπραγμάτευση και μαζί με τη συντονιστική επιτροπή αποφασίστηκε εκ των πραγμάτων η έξοδός μας, εφ’ ενός ζυγού ανάμεσα στα τανκς, όπου οι ασφαλίτες προχώρησαν σε συλλήψεις.


Λυδία Καρρά

σκηνοθέτις

Στο Λονδίνο. Βρέχει. Αγκαλιασμένοι με το μωρό αγκαλιά.

Η σκέψη μας κολλημένη στους νέους του Πολυτεχνείου. Υψωσαν τη σημαία της ελευθερίας, και μαζί την ελπίδα ενός ολόκληρου λαού. Ολη μέρα στα νέα, ραδιόφωνα. Συνεχώς τηλεφωνούμε σε φίλους άγγλους δημοσιογράφους. Να γράψουν, να ενημερώσουν. Πολλοί στήριζαν το αντιδικτατορικό κίνημα. Τι θ’ απογίνουν όλοι οι νέοι του Πολυτεχνείου τώρα που μπήκαν τα τανκς; Τι θ’ απογίνει η χώρα μας; Εκείνο το βράδυ δεν κλείσαμε μάτι. Συντροφιά με τη βροχή.


Μιχαήλ Μαρμαρινός

σκηνοθέτης

Θυμάμαι (πάντα έτσι ξεκινά, πάντα με αυτό το ρήμα η επίσκεψη στον κάθετο άξονα της μικροϊστορίας της Ιστορίας) τη νύχτα πριν από την εισβολή του τανκ, να το έχουμε σκάσει από το μάθημα στο ΑΤΤΙΚΟΝ Φροντιστήριο της Ομόνοιας για δεύτερη ή τρίτη συνεχή μέρα (εδώ και μέρες έβραζαν τα πράγματα, ο δε υπέροχος – πάλι θυμάμαι – καθηγητής της γεωμετρίας Γιάννης Ντάνης, ανάμεσα στα τρίγωνα και τις αριθμητικές εξισώσεις, να σημειώνει στον πίνακα – έτσι, χωρίς οποιοδήποτε σχόλιο, ο νόων νοείτω – και ένα άλλο αριθμητικό σύμπλεγμα, κάτι σαν αριθμητικό χρησμό: τη συχνότητα εκπομπής του «Εδώ Πολυτεχνείο…»), να στεκόμαστε πολλοί, πάρα πολλοί μαθητές γυμνασίου κυρίως, μπροστά στην πύλη επί της Πατησίων, να φωνάζουμε ρυθμικά τα συνθήματα που εκφωνούνταν πάνω και μέσα από τα κάγκελα και εμένα να χτυπώ ρυθμικά με τη γροθιά μου τον ώμο του συμμαθητή μου Γ.Χ. στον ρυθμό της εκφώνησης (που φώναζε κι αυτός τα συνθήματα, γι’ αυτό και δεν καταλάβαινε πόνο) όλο το απόγευμα μέχρι αργά, μέχρι το βράδυ.

Οταν άρχισαν οι πρώτες φασαρίες (κρότοι από μακριά), τα πρώτα δακρυγόνα, σκορπίσαμε στους γύρω δρόμους. Εγώ βρέθηκα κάπου που ιδέα δεν είχα πού, στη Μάρνη (κάτι σαν το Εξωτερικό δηλαδή).

Επέστρεψα σπίτι μου με τα πόδια, 11 χιλιόμετρα. Επειτα από μέρες ο φίλος μου ήρθε γκρινιάζοντας να μου δείξει τον ώμο του. Μια τεράστια κιτρινισμένη μελανιά… Εκλαιγα πολύ ύστερα, είπε…


Ακύλλας Καραζήσης

ηθοποιός

Ολη την εβδομάδα εκείνη ήμουν ανάστατος. 16 χρόνων, μαθητής της Ε’ Γυμνασίου. Στη Θεσσαλονίκη του 1973. Τα νέα στις εφημερίδες με το σταγονόμετρο. Ομως κάθε βράδυ στο εφηβικό δωμάτιο ακούω Deutsche Welle. Και το μικρό μου πικάπ, που γνώριζε μόνο τους Who και τους Jethro Tull, τώρα παίζει και το «Οταν χτυπήσεις δυο φορές», το «Ποιος τη ζωή μου», τους «Πρώτους νεκρούς». Τον δίσκο μού τον δάνεισε η συμμαθήτριά μου Μιρέλλα Ρ., κρυμμένο σε εξώφυλλο του Duke Ellington.

Νομίζω την Τετάρτη εκείνης της εβδομάδας μετά το διάλειμμα στην τάξη, όρθιοι εγώ κι η Μιρέλλα τραγουδήσαμε ολόκληρο το «Μαθαίνοντας τον θάνατό σου, δεν μπόρεσα να κλάψω…». Η φιλόλογός μας κυρία Ζώτου, φίλη του Αναγνωστάκη, περίμενε διακριτικά στην πόρτα να τελειώσουμε. Οι συμμαθήτριες και συμμαθητές μας μάς άκουσαν με εκείνο το νωθρό βλέμμα, χαρακτηριστικό της εποχής.

Το βραδάκι της Παρασκευής με τον κολλητό μου Δημήτρη Σ. τραβήξαμε για την Πανεπιστημιούπολη. Είχαμε ακούσει πως οι φοιτητές είχαν καταλάβει την Αρχιτεκτονική.

Το κτίριο, όσο το θυμάμαι, ήταν γυάλινο και ψηλό, χωρίς προαύλιο χώρο, μόνο μια φαρδιά μαρμάρινη σκάλα. Μέσα σαν σε τεράστιο ενυδρείο, μια θάλασσα από μαλλιά, αμπέχονα, καπνούς. Μάντευες τους εκκωφαντικούς ήχους, φωνές, τραγούδια. Εξω από τις κλειστές γυάλινες πόρτες της εισόδου ακουγόταν μόνο η βουή του ταραγμένου πλήθους.

Δεν μας άφησαν να μπούμε, ήμασταν μαθητές. Πίσω μας, κάτω απ’ τη σκάλα, μαζευόταν μια απειλητική ομάδα με καδρόνια. Κάποιος είπε: Ηρθαν οι Εκοφίτες. Κατά τα μεσάνυχτα γυρίσαμε σπίτια μας. Η καρδιά όλη την ώρα χτυπούσε ταμπούρλο.

Ακουσα Deutsche Welle και κοιμήθηκα.

Την άλλη μέρα Σάββατο, ο δάσκαλός μας κύριος Κρεμέτης μάς πήγε με ένα κίτρινο Opel προς την Αρχτεκτονική. Ηταν πια μεσημέρι, ερημιά, κι ένα τανκ στη μέση του δρόμου. Με σιγανή φωνή, μας είπε: Πάτε σπίτια σας.


Καλή Παγουλάτου – Κυπαρίσση

διευθύντρια Ιδρύµατος Αικ. Λασκαρίδη

Λίγα λεπτά πριν ρίξει το τανκ την πόρτα του Πολυτεχνείου, η αδελφή μου μού τηλεφώνησε λέγοντας: «Ανέβα τώρα στο πλυσταριό και κάψε ό,τι χαρτί βρεις».


Γιάννης Μετζικώφ

εικαστικός – ενδυµατολόγος

Εμενα στα Εξάρχεια εκείνο τον καιρό. Εδινα στη Σχολή Καλών Τεχνών. Εκείνη τη φοβερή βραδιά, αποκλειστήκαμε. Ημαστε τέσσερα παιδιά. Αποκλείστηκε μαζί μας και ένας κρητικός τζαμάς, που ‘ρθε να αλλάξει ένα τζάμι. Αμαθοι, τρομοκρατημένοι, ακούγαμε το ραδιόφωνο.

Εξω απαγορεύσεις, ξύλο, αστυνομία παντού, κανείς δεν τόλμαγε να ξεμυτίσει. Ακούγαμε από μακριά κρότους, κραυγές, θορύβους, περιπολικά. Αυτός ο Κρητικός γύρναγε σαν τ’ αγρίμι και όταν μαθεύτηκε η επίθεση αρχίνησε να τραγουδάει ένα ριζίτικο.

Μείναμε σαστισμένοι, δεν το περιμέναμε, τον βλέπαμε που τραγουδούσε κι έκλαιγε. Μας συνεπήρε η όμορφη φωνή του. Αγκαλιαστήκαμε και τραγουδούσαμε μαζί του.

Αυτή η στιγμή χαράχτηκε τόσο ανεξίτηλα βαθιά μες στην ψυχή μου που ακόμα και τώρα μισό αιώνα μετά, βουρκώνω όταν κάπου ακούσω το τραγούδι αυτό.