«Το αμίλητο αρρωσταίνει. Μιλάω σημαίνει δεν είμαι άθυρμα στα χέρια ξένων βουλήσεων». Οι αποκαλύψεις που συγκλονίζουν τον τελευταίο καιρό τη χώρα μας είναι ένα βήμα προς τη θετική κατεύθυνση, παρατηρεί η Φωτεινή Τσαλίκογλου, καθηγήτρια Ψυχολογίας και συγγραφέας. Δεν είναι τυχαία η περίοδος. Eπειτα από δέκα χρόνια κρίσης και έναν χρόνο πανδημίας «ο κόσμος που γνωρίζουμε έχει μεταμορφωθεί». Βέβαια υπάρχει μεγαλύτερη βία στον τρόπο έκφρασης πολλών μέσα στον δημόσιο λόγο. «Η βία είναι και ένας τρόπος εκφόρτισης του άγχους του θανάτου που μας κυκλώνει». Μέσα σε όλα αυτά, που εύκολα δεν είναι, ο καθένας δίνει τη δική του μάχη - σε ένα εύρος συναισθημάτων, από την οργή έως την τρυφερότητα. Πού βρίσκεται η ελπίδα; «Στην έκπληξη που ενδημεί μέσα στη φύση των πραγμάτων».

 

Κλείνουμε έναν χρόνο πανδημίας, αυστηρών μέτρων, καραντίνας, κοινωνικών αποστάσεων. Εχουμε ξεχάσει τις αγκαλιές και τα φιλιά με τους δικούς μας ανθρώπους. Αυτή η κατάσταση θα μας αφήσει «κουσούρι», λέτε;

Ο κόσμος που γνωρίζαμε έχει μεταμορφωθεί. Στον νου μου έρχονται οι γραμμένοι στο φρενοκομείο στίχοι του Βιζυηνού «και μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου». Οι αλλαγές φιλτράρονται μέσα από την υποκειμενικότητα του καθενός μας. Αν θ' αφήσει κουσούρι; Ισως έπειτα από όλο αυτόν τον χαμό το μεγαλύτερο «κουσούρι» θα ήταν να επιστρέψουν όλα εκεί που ήσαν. Ο,τι ζήσαμε, ό,τι νιώσαμε, ό,τι φοβηθήκαμε, ό,τι λαχταρήσαμε, ό,τι συλλογιστήκαμε να μην αφήσουν μέσα μας κανένα ίχνος. Τίποτα, καμία υποψία αναστοχασμού. Αυτό το «τίποτα» είναι από μόνο του ένα μεγάλο «κουσούρι».

 

Υπάρχουν πιτσιρίκια που μεγαλώνουν μακριά από τους συνομηλίκους τους, μωρά που γεννήθηκαν τον τελευταίο χρόνο από γονείς σε περιορισμό, έφηβοι που δεν ξέρουν πώς να ερωτευθούν. Οι νέες γενιές διαμορφώνονται αλλιώς μέσα σε όλα αυτά;

Οι νέες γενιές είναι ανοιχτές σε διορθωτικές εμπειρίες πολύ περισσότερο από τους γονείς τους. Η γενναιοδωρία του χρόνου είναι με το μέρος τους. Η Αννα, τριών χρόνων, στον παιδικό σταθμό έχει γνωρίσει μόνο δασκάλες με μάσκα. Η μάσκα είναι για εκείνη το πρόσωπο. Τη μέρα που είδε χωρίς μάσκα την αγαπημένη της δασκάλα, αναλύθηκε σε λυγμούς, «ποια είναι αυτή;». Δίχως τη μάσκα το πρόσωπο γίνεται ανοίκειο, τρομακτικό. Η χάρτινη μάσκα ως πρόσωπο. Το χαρτί ως δέρμα. Η αδελφή της Αννας είναι 14 χρονών. Είναι ερωτευμένη για πρώτη φορά. «Θέλω μόνο να αγγίξω το πρόσωπό σου, αλλά δεν πρέπει, δεν πρέπει», ψιθυρίζει στο WhatsApp. Το πρώτο σκίρτημα του έρωτα συναρτάται με ένα απαγορευτικό «δεν πρέπει». Πoτέ άλλοτε δεν έχει τόσο άγρια κονταροχτυπηθεί το αγαθό της ασφάλειας με το αγαθό της ελευθερίας. Ποιο θα είναι στη μετά πανδημία εποχή το αποτύπωμα αυτής της σύγκρουσης; Θα κερδίσει ο φόβος; Η ορμή της ζωής θα υποταχθεί στον καθησυχασμό μιας υπάκουης στον φόβο ζωής; Οι νέοι θα ακολουθούν απρόσκοπτα την ειρωνική προτροπή του Σαρτρ: Πρέπει να φοβάσαι, παιδί μου, έτσι θα γίνεις καλός πολίτης;

Τα όνειρα δεν έχουν όρια. Για τη μετά πανδημία εποχή ονειρεύομαι ακάλυπτα πρόσωπα. Την αναζήτηση της αλήθειας του «είναι» να καλύπτει το ψεύδος του «φαίνεσθαι».

 

Η οργή του κόσμου για την κατάσταση έχει αρχίσει να εκδηλώνεται έντονα σε πολλές χώρες. Η πανδημία είναι η αφορμή, αλλά όχι η αιτία. Βοήθησε να «σκάσει» η χύτρα;

Το να ζεις με αξιοπρέπεια και όχι απλά να επιβιώνεις, να έχεις τα στοιχειώδη για να αντισταθείς στη φτώχεια και την περιθωριοποίηση, το να απολαμβάνεις ψυχική υγεία μέσα από το «αγαπάν» και το «εργάζεσθαι» εξακολουθούν για ένα ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού της γης να αποτελούν ανεκπλήρωτο στόχο. Η πανδημία διεύρυνε ακόμα περισσότερο αυτό το κομμάτι. Η χύτρα σκάει με κρότο και λυγμό.

 

Με αφορμή τις δηλώσεις της Σοφίας Μπεκατώρου ξεχείλισε ένα ποτάμι που μας άφησε άφωνους. Και μετά ήρθαν και οι αποκαλύψεις στον χώρο του θεάτρου. Τέτοιου είδους βία προφανώς υπήρχε όλες τις εποχές. Οταν βγαίνει στην επιφάνεια, βοηθά την κοινωνία;

Ο βιασμός έχει χαρακτηριστεί «ψευδοσεξουαλική» πράξη. Μια πράξη σεξουαλικοποιημένης βίας, άσκηση εξουσίας και κυριαρχίας πάνω στο θύμα. Η σεξουαλικότητα γίνεται πρόσχημα για την απανθρωποποίηση, για το άδειασμα του άλλου από την ανθρώπινη υπόστασή του. Ο βιαστής λειτουργεί σαν ένας παντοδύναμος εξουσιαστής. Ειδικότερα η χειραγώγηση της ψυχής ανυπεράσπιστων ή ανήλικων θυμάτων μέσα από το σεξ είναι μια μακάβρια άσκηση ναρκισσιστικής παντοδυναμίας. Το αμίλητο αρρωσταίνει. Η Σοφία Μπεκατώρου με απαράμιλλη γενναιότητα άνοιξε τον δρόμο. Μιλάω, γίνομαι υποκείμενο των επιθυμιών μου. Μιλάω. Με ακούω. Απευθύνω στους άλλους τη φωνή μου. Υπάρχω. Με διεκδικώ. Δεν είμαι ένα άθυρμα στα χέρια ξένων βουλήσεων.

 

Πέρα από το φράγμα της σιωπής που έσπασε με τη Σοφία Μπεκατώρου κι έδωσε τη σκυτάλη σε άλλους, υπάρχει κάτι άλλο που πιστεύετε ότι ευνόησε την εκρηκτική αυτή άνθηση του κινήματος #ΜeΤoo;

Το #ΜeΤoo σηματοδοτεί την ανάδυση των δυνάμεων αλληλεγγύης που σε πείσμα, ή ίσως και εξαιτίας, των καιρών αυτών μπόρεσε να αναπτυχθεί. Αναρωτιέμαι πόσο αυτή η ένταση, η ορμή με την οποία τo κίνημα ήλθε στο προσκήνιο, τροφοδοτήθηκε από το ψυχοπιεστικό κλίμα της πανδημίας. Μια κραυγή αγωνίας και ελπίδας; «Δεν ενδίδω σε μια κουλτούρα θανάτου. Αντιστέκομαι. H δυσκολία αντί να με διαλύσει με δυναμώνει». Στην ψυχολογία γνωρίζουμε τη δυνατότητα που έχουν οριακές καταστάσεις (états limités) να ενεργοποιούν κρυμμένες μέσα μας δυνάμεις.

Το #ΜeΤoo εκφράζει την ανάδυση των ενορμήσεων ζωής, σε πείσμα του περιρρέοντος θανατολογικού κλίματος. Παράλληλα κι από κοντά προβάλλουν οι καταστροφικές ώσεις. Ο αλληλοσπαραγμός. Η ψυχολογία ενός όχλου που με ηδονή οδηγείται στην κατακρεούργηση θύτη και θύματος. Η αρένα που ζητάει αίμα, που ηδονίζεται με τη θεαματικοποίηση του πόνου. Η κατάτμηση του κόσμου σε καταγγέλλοντες και καταγγελλομένους διαιωνίζει υπόγεια την αναπαραγωγή και ενδυνάμωση μιας κουλτούρας ανοχής στον βιασμό.

 

 

 

 

Ποια η σχέση παθολογίας, ψυχικής ασθένειας και σεξουαλικά βίαιης συμπεριφοράς;

Η επίκληση της παθολογίας είναι αναμενόμενη, αλλά δεν συνάδει με την πραγματικότητα της ψυχικής νόσου. Δεν είναι ίδιον της ψυχικής ασθένειας η επικινδυνότητα. Ολα τα έγκυρα ερευνητικά πορίσματα το πιστοποιούν. Πιο πιθανό είναι όχι να διαπράττουν, αλλά να υφίστανται βία: εγκατάλειψη, περιθωριοποίηση, στιγματισμό. Το στερεότυπο του επικίνδυνου και δυνάμει εγκληματικού ατόμου είναι μία από τις πιο ευδιάκριτες θεσμικά αποδεκτές μορφές βίας που υφίστανται ψυχικά ασθενείς. Με τα συμπαγή διαχωριστικά τείχη που υψώνονται ανάμεσα σε «αυτούς» και σε «εμάς» καθησυχάζεται η ευρύτερη ομάδα για την εύθραυστη, έτσι κι αλλιώς, φυσιολογικότητά της.

 

Οι αποκαλύψεις αρχικά μας πάγωσαν και κατόπιν, πολύ γρήγορα, έγιναν αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης. Κάτι που υπονομεύει την ουσία τους. Γιατί γίνεται αυτό; Μήπως δεν αντέχουμε να την αντιμετωπίσουμε και ρίχνουμε την μπάλα αλλού;

Η πολιτικοποίηση συμπεριφορών που άπτονται σκοτεινών έως και πολύ σκοτεινών πλευρών του ανθρώπινου ψυχισμού είναι και ένας τρόπος μετάθεσης του κέντρου βάρους από το μύχιο, το σκοτεινό και το πολύπλοκo της ανθρώπινης σεξουαλικότητας σε μία ακόμα πολιτική αντιπαράθεση.

 

Μας κόπηκε η ανάσα με τις αποκαλύψεις. Και όμως σχεδόν αμέσως άρχισαν βίαιες αντιπαραθέσεις, λεκτικές, σε παράθυρα τηλεοράσεων και κοινωνικά μέσα. Η βία βρίσκεται στον δημόσιο λόγο των περισσοτέρων. Είναι σαν να μην μπορούμε να πενθήσουμε. Τελικά δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτήν;  

Η βία είναι και ένας τρόπος εκφόρτισης του άγχους του θανάτου που μας κυκλώνει. Ο εκχυδαϊσμός του δημόσιου λόγου αφυδατώνει την πολιτική από την ηθική της διάσταση. Στην αντιπαράθεση αυτή δεν υπάρχουν νικητές και νικημένοι. Η ίδια η πολιτική είναι η μεγάλη χαμένη, η απομάκρυνση της ηθικής διάστασης από την πολιτική έχει ως πρώτο θύμα την ίδια την πολιτική.

 

Είμαστε ταλαιπωρημένοι έπειτα από δέκα χρόνια κρίσης, ήρθε και η πανδημία και τώρα οι αποκαλύψεις. Είναι σαν να έχουν πέσει οι αντοχές και οι άμυνες. Μήπως όμως αυτό αποδειχθεί τελικά θετικό;

Βλέπουμε γύρω μας άτομα που θεωρούσαν τον εαυτό τους δυνατό, ανθεκτικό, να χάνουν τα κουράγια τους, να νιώθουν αβοήθητοι, φοβισμένοι σαν μικρά παιδιά. Βλέπουμε ανθρώπους εχέφρονες να υποκύπτουν στη σαγήνη της συνωμοσιολογίας και των fake news, μιας και το πρώτο θύμα σε έναν πόλεμο είναι η αλήθεια. Βλέπουμε ανθρώπους να βυθίζονται στην απελπισία, σαν σε μια θύελλα που πάει να τους καταπιεί, κι άλλους πάλι να δείχνουν ένα αναπάντεχο σθένος. Μέσα σε αυτόν τον χαμό έχουμε δει ανθρώπους να υψώνονται πάνω από τη δική τους μοίρα και να τιμούν, να δοξάζουν μέσα από την έγνοια για τον άλλον αυτό που λέμε «άνθρωπος». Η ελπίδα μας είναι στην έκπληξη που ενδημεί μέσα στη φύση των πραγμάτων. «Υπάρχουν περισσότερα πράγματα μεταξύ ουρανού και γης, Οράτιε, απ' ό,τι μπορεί ποτέ να φανταστεί η φιλοσοφία μας», λέει ο Αμλετ.

 

Ποιο θα λέγατε ότι είναι το κυρίαρχο συναίσθημα στη χώρα μας σήμερα; Ζούμε ένα συλλογικό πένθος; Είμαστε μπροστά σε μια κάθαρση που θα φέρει κάτι καλύτερο;

Φόβος, ανασφάλεια, κατευνασμός, ανησυχία, χαύνωση και ξανά ανησυχία, οργή, θυμός, θλίψη, υπερένταση, αβεβαιότητα, καχυποψία, ενοχή, μισαλλοδοξία, συμπόνια, ενσυναίσθηση, τρυφερότητα και ξανά θλίψη. Ενα εκρηκτικό συνονθύλευμα συναισθημάτων που εν πάση περιπτώσει μας πείθουν ότι δεν είμαστε (ακόμα) νεκροί. Η καταστροφή ως προοίμιο της κάθαρσης. Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε αισιόδοξοι. Κατά τα άλλα έχω την αίσθηση ότι βιώνουμε την αδυναμία μας να πενθήσουμε. Είμαστε άμαθοι στις διεργασίες του πένθους. Και άρα ανοιχτοί σε ατέρμονες απωθήσεις, αρνήσεις, συγκαλύψεις, μεταμφιέσεις. Ετοιμοι, όπως θα έλεγε ο Δάντης, να μεταχειριζόμαστε τους ίσκιους σαν πράγμα στερεό (trattando l' ombre come cosa salda).

 

«Ας στοιχηματίσουμε στον ακατάβλητο άνθρωπο»

Ο Ουίλιαμ Φόκνερ έλεγε ότι δεν μπορείς να κολυμπήσεις προς νέους ορίζοντες μέχρι να βρεις το κουράγιο να χαθεί από τα μάτια σου η ακτή. Ποια είναι η ακτή από την οποία καλό θα ήταν να απομακρυνθούμε;
Η ακτή είναι το οικείο, το γνώριμο, η βολή, η κρυφή γοητεία της κανονικότητας. Ενας γενέθλιος τόπος. Εκεί μεγαλώσαμε, εκεί επιστρέφουμε. Η νοερή πατρίδα που κουβαλάμε μέσα μας ακόμα κι αν είμαστε εξόριστοι από τον τόπο μας. Είναι η κρυφή γοητεία της κανονικότητας που μας πείθει ότι τα πράγματα έτσι και μόνον έτσι μπορούν να είναι, και αυτό το «μόνον έτσι» είναι ένα βάλσαμο καθησυχαστικό. Οσο κι αν αλλάζει η όψη της ακτής, τόσο ίδια οφείλει να μένει. Αυτή η απρόσκοπτη διαιώνιση του ίδιου είναι το αμφίσημο «δώρο» της. Οι άνθρωποι εκεί βιώνουν την ασφάλεια μιας ήρεμης απελπισίας. Θυμίζουν τους στίχους του Ελιοτ στο «Φονικό στην εκκλησιά» («Murder in the cathedral»): «και συνεχίζουν να ζουν και εν μέρει μόνο να ζουν» («and they go on living and partly living»). H ακτή προσφέρει μια τακτοποιημένη συμπαγή εικόνα του κόσμου. Εδώ βρίσκουμε τη γοητεία του οικείου, του φυσιολογικού, του αξιόπιστου. Καλό θα ήταν, όπως λέτε, να απομακρυνθούμε από αυτή την ακτή. Πόσοι όμως από εμάς είναι δεινοί κολυμβητές μακρινών αποστάσεων; Κι αν η ακτή, ως καβάφεια πόλη, θα μας ακολουθεί;

Ο αμερικανός φιλόσοφος Χάουαρντ Ζιν τόνιζε ότι η ανθρώπινη ιστορία δεν είναι μόνο βία, αλλά και κουράγιο, θυσία, ευγένεια. Και έλεγε ότι αυτά στα οποία επιλέγουμε να δώσουμε έμφαση καθορίζουν τις ζωές μας. Σε τι θα ήταν καλό, τελικά, να δώσουμε έμφαση μέσα σε μια δύσκολη περιρρέουσα ατμόσφαιρα;
Για μια υπέρβαση διψούν οι καιροί. Η λύση τελικά θα είναι ο άνθρωπος. Ο ίδιος ο άνθρωπος κατέχει την απάντηση στο «αν αυτό είναι άνθρωπος». Ο άνθρωπος είναι πλάσμα της έλλειψης αλλά και της υπέρβασης. «Ανθρωπος σημαίνει να μην αρκείσαι». Σε μια δύσκολη λοιπόν περιρρέουσα ατμόσφαιρα ας στοιχηματίσουμε στον άνθρωπο που δεν αρκείται. Στις κολυμβητικές του δεξιότητες, στην αντοχή του στο κολύμπι, ακόμα κι αν δεν έχει δει ποτέ του θάλασσα ούτε από μακριά. Ας στοιχηματίσουμε στον ακατάβλητο άνθρωπο. Σαν το στοίχημα του Πασκάλ για τον Θεό, αν πιστέψουμε σε αυτόν και κερδίσουμε, τα κερδίζουμε όλα, αν χάσουμε, τι είχαμε, τι χάσαμε. O πιο ευγενής τζόγος που στήθηκε ποτέ.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από