Ολα τα μονοπάτια της νέας αχαρτογράφητης πραγματικότητας δείχνουν πως στη μετά κορωνοϊό εποχή ο ρόλος του κράτους θα ενισχυθεί ακολουθώντας το μοτίβο όλων των κρίσεων. Προκειμένου να σωθεί το καράβι της παγκόσμιας οικονομίας από την κολοσσιαίων διαστάσεων καταιγίδα, οι κυβερνήσεις προβλέπεται να διοχετεύσουν στις οικονομίες τους ένα δυσθεώρητο ποσό που θα ξεπερνά τα 10 τρισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως.

Μέχρι ποιου σημείου όμως ένα κράτος μπορεί να παρέμβει και προς ποια κατεύθυνση; Η μακρά λίστα των κρίσεων στο παρελθόν έχει διαμορφώσει πολλές προσεγγίσεις οικονομικής σκέψης, με κεντρικό άξονα την αναρρύθμιση της οικονομικής δραστηριότητας, τη βέλτιστη κατανομή των πόρων, την καλύτερη διανομή του εισοδήματος και βεβαίως τον καθορισμό των ορίων στις κυβερνητικές και κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία.

Στην παρούσα κρίση τα κράτη παγκοσμίως, όπως και η ελληνική κυβέρνηση, αναγκάστηκαν να αναστείλουν την οικονομική δραστηριότητα. Η χώρα κυβερνάται σε οιονεί κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Για παράδειγμα, τα μέτρα στήριξης και οι αποφάσεις για το σύνολο των πολιτών ανακοινώνονταν χωρίς να περάσουν πρώτα από το κοινοβούλιο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Η ευθύνη περνάει στο κράτος

 

Στον αντίποδα, η κρατική παρέμβαση ύστερα από ένα ξαφνικό χτύπημα δείχνει τα αντανακλαστικά της πολιτικής. Ωστόσο, οι ειδικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι στη μετά κορωνοϊό εποχή χρειάζονται μακροπρόθεσμα μέτρα για να ανακάμψει η οικονομία, αφού αυτά που θεσμοθετήθηκαν είναι έκτακτες επιδοτήσεις, δηλαδή στοχεύουν απλώς στην κάλυψη ζημιών. Οι μισθωτοί, οι εργαζόμενοι και οι επιχειρήσεις αναμένουν πια τα κατάλληλα μακροπρόθεσμα σχέδια οικονομικής πολιτικής, ενώ διάχυτη είναι αγωνία να μην εισέλθει η ελληνική οικονομία σε μία μακρά ύφεση, με έναν νέο κύκλο λιτότητας και εργασιακής ζούγκλας και μάλιστα χωρίς κοινωνική μέριμνα.

Από το κράτος – πατερούλης στο κράτος – δυνάστης

Το κράτος ορθώς έρχεται να δράσει προστατεύοντας τα αδύναμα στρώματα, λαμβάνοντας πρωτόγνωρα μέτρα και σε χαλεπούς καιρούς η Ιστορία έχει αποδείξει πως οι κοινωνίες απαιτούν προστασία από τις κυβερνήσεις τους. Υπάρχει η προσέγγιση όμως ότι το κράτος οφείλει να παρεμβαίνει με στόχο τη δημιουργία ενός πλέγματος ασφαλείας για τα αδύναμα και πληττόμενα στρώματα και πως η κρατική επιχειρηματική πολιτική οφείλει να έχει σκοπό την ωφέλεια της κοινωνίας και όχι επιχειρηματικών συμφερόντων.

Ενας φαύλος κύκλος χαμηλών επενδύσεων, χαμηλών αποδοχών, ελαστικότερων συνθηκών εργασίας οδηγεί σε επιδείνωση της οικονομικής ανισότητας, ειδικά αν τα μέτρα στήριξης δημιουργούν υπέρογκα χρέη. Οπως αναφέρει μερίδα αναλυτών, θα πρέπει οι συντονισμένες ενέργειες των κρατών και των κεντρικών τραπεζών να οδηγήσουν τις κοινωνίες και τους εργαζομένους σε ένα ξέφωτο και όχι σε μία προσωρινή στήριξη με τρομακτικές συνέπειες αργότερα. Εχει καταδειχθεί ότι ο κίνδυνος του δημοσιονομικού κόστους οδηγεί στις πιο αδύναμες οικονομικά χώρες σε νέες περιπέτειες, με πολιτικές ισχυρής εποπτείας, όπως εκείνες που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα μετά το 2009. Οι πολιτικές εκείνες υποχρέωσαν την ελληνική κοινωνία σε ένα ξαφνικό σοκ προκειμένου να επιτευχθούν οι οικονομικοί στόχοι, σε στενά χρονικά περιθώρια, προκαλώντας μεγάλη πίεση σε επιχειρήσεις, με μεγάλες απώλειες εισοδημάτων και θέσεων εργασίας και φυσικά με δυσανάλογα φορολογικά βάρη για τους πολίτες.

Τα κόκκαλα του αυστριακού οικονομολόγου και φιλοσόφου Φρίντριχ Χάγεκ ίσως τρίζουν καθώς σύμφωνα με το αμφιλεγόμενο βιβλίο «Ο δρόμος προς τη δουλεία» υπάρχει ο μεγάλος κίνδυνος της τυραννίας που αναπόφευκτα προκύπτει από τον κρατικό έλεγχο της οικονομίας μέσω του κεντρικού σχεδιασμού.

Υποστήριζε ότι η εγκατάλειψη του ατομισμού οδηγεί στην απώλεια ελευθερίας, στη δημιουργία καταπιεστικής κοινωνίας, στην τυραννία ενός δικτάτορα και τη δουλεία του ατόμου. Ομως, το σύγγραμμά του εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1944, στα χαλάσματα που άφησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, συγκεντρώνοντας και φυσικά αρκετές διαφωνίες, διότι σε καιρούς κρίσεων είναι αναπόφευκτη η κρατική στήριξη.

Η άποψη του Χάγεκ ότι ο κεντρικός σχεδιασμός είναι εγγενώς αντιδημοκρατικός αιτιολογείται από τον ίδιον ισχυριζόμενος ότι το απαιτεί «η βούληση μιας μικρής μειονότητας να επιβάλλεται στο σύνολο των ατόμων» και πως η δύναμη αυτών των μειονοτήτων να δρουν παίρνοντας χρήματα και να κατάσχουν περιουσίες για να ολοκληρώσουν τους κεντρικά θεσπισμένους στόχους καταστρέφει το θεσμό του κράτους δικαίου και καταπατά τις ιδιωτικές ελευθερίες.

Αν και πίστευε ότι η κρατική παρέμβαση στις αγορές θα οδηγούσε σε απώλεια ελευθεριών, αναγνώριζε τον ρόλο του κράτους σε διαδικασίες που η ελεύθερη αγορά δεν ήταν ικανή, όπως, για παράδειγμα, την επιβολή ρυθμιστικών κανόνων για ανταγωνισμό, τις τιμές κ.λπ. Επίσης, υπάρχουν τομείς, όπως η προστασία του περιβάλλοντος, που δεν μπορούν να ρυθμιστούν από την αγορά.

Η δυσάρεστη αλήθεια είναι ότι ο κορωνοϊός – όπως και οι προηγούμενες πανδημίες και οι πόλεμοι – προκαλεί τεράστιο ανθρώπινο και κοινωνικό κόστος, με ουλές που θα είναι βαθιές και θα χρειαστούν χρόνια για να επουλωθούν. Το βασικό πολιτικό ζήτημα είναι: αν οι κυβερνήσεις πάνε στα τυφλά, χωρίς το καθοδηγητικό χέρι της Ιστορίας, η έξοδος από την παρούσα κρίση δεν προδιαγράφεται ομαλή.

Η πανδημία και ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Μία ενδιαφέρουσα προσέγγιση που αρχίζει να κερδίζει έδαφος μεταξύ των αναλυτών έγκειται στην αναλογία προς τον δημόσιο πολιτικό λόγο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, συγκρίνοντας την καταπολέμηση της υγειονομικής κρίσης με εκείνη ενός μεγάλου πολέμου. Οι διαφορές μεταξύ των δύο κρίσεων έχει οδηγήσει αρκετούς αναλυτές στο συμπέρασμα πως οι πολιτικοί λένε τη λέξη «πόλεμος» διότι είναι ελκυστικό από «πολιτική σκοπιά», δηλαδή για το ακροατήριό τους.

Βεβαίως, υπάρχουν κάποιες ομοιότητες – κυρίως το γεγονός ότι σε περιόδους πολέμου ολόκληρος ο μηχανισμός της κυβέρνησης έχει πλέον προσανατολιστεί στην αντιμετώπιση ενός μόνο ζητήματος. Επιπλέον, όπως συμβαίνει και σε περιόδους πολέμου, τόσο το μέγεθος του κράτους όσο και το πεδίο των εξουσιών του διευρύνονται. Σύμφωνα, ωστόσο, με την Capital Economics οι διαφορές είναι μεγαλύτερες. Κατ’ αρχάς, έπειτα από ένα πόλεμο ακολουθούν περίοδοι έντονης οικονομικής δραστηριότητας, καθώς η παραγωγή αυξάνεται για να καλυφθούν οι απώλειες. Αντίθετα, στην παρούσα κρίση οι κυβερνήσεις ανέστειλαν την παραγωγή προκειμένου να σταματήσουν τη διάδοσή του ιού.

Η εικόνα του πληθωρισμού, επίσης, είναι διαφορετική. Οι πόλεμοι συνοδεύονται από περιόδους υψηλού πληθωρισμού, αφού οι περιορισμοί στην προσφορά αυξάνουν τις τιμές. Μέχρι στιγμής, τουλάχιστον, η πανδημία έχει προκαλέσει ακριβώς το αντίθετο, καθότι υπάρχει προσφορά, αλλά μειωμένη ζήτηση, κάτι που φαίνεται στις πτωτικές τιμές του πετρελαίου.

Οι αναλυτές βλέπουν τάση για αποπληθωρισμό, όταν οι οικονομίες επαναλειτουργήσουν. Τέλος, η οικονομική «κληρονομιά» των πανδημιών είναι πολύ διαφορετική από εκείνη των πολέμων. Εκτός από την απώλεια ανθρώπινων ζωών, οι πόλεμοι καταστρέφουν το απόθεμα κεφαλαίου των κρατών. Ετσι, οι μεταπολεμικές περίοδοι τείνουν να χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερες επενδύσεις, λόγω της ανοικοδόμησης. Από την άλλη, οι πανδημίες προκαλούν το αντίθετο.