Στις 16 Μαρτίου 1978 στις 9 το πρωί ο Αλντο Μόρο, πρώην πρωθυπουργός και πρόεδρος του κόμματος της Χριστιανικής Δημοκρατίας ξεκινά για τη Βουλή προκειμένου να δώσει ψήφο εμπιστοσύνης στη νέα ιταλική κυβέρνηση που για πρώτη φορά θα στηρίζεται και από το Κομμουνιστικό Κόμμα έπειτα από τον περίφημο «ιστορικό συμβιβασμό».

«Στις εννέα και δέκα λεπτά», έγραφαν οι δημοσιογράφοι Μαρσέλ Παντοβανί και Μαρκ Σεμό σε κείμενο που αναδημοσίευε το «Βήμα» τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς, «στη γωνία των οδών Φάνι και Στρέζα, στο λόφο του Μόντε Μάριο που εξουσιάζει τη Ρώμη, μία Φίατ 128 με διπλωματική πινακίδα κόβει το δρόμο.

Ο οδηγός του Μόρο φρενάρει. Το αθέλητο σύνθημα για την έφοδο. Σε λιγότερο από ένα λεπτό πέφτουν ογδόντα πυροβολισμοί. (…) Ο Μόρο έχει μόλις μία αμυχή. Τον μεταφέρουν σε μια Φίατ 132. Κανείς δεν θα τον ξαναδεί ζωντανό». Την ευθύνη της απαγωγής αναλαμβάνουν οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» και έπειτα από 55 ημέρες ομηρείας, ανθρωποκυνηγητού, άκαρπων ερευνών, άρνησης διαπραγμάτευσης από πλευράς κυβέρνησης και νέων δολοφονικών επιθέσεων από την τρομοκρατική οργάνωση ο Μόρο εκτελείται με 11 σφαίρες.

Στο BHMAgazino που κυκλοφορεί με το «Βήμα της Κυριακής» o Μάρκος Καρασαρίνης γράφει για μια εξαρχής σκοτεινή ως προς πολλές από τις λεπτομέρειές της υπόθεση, η οποία δεν διαλευκάνθηκε ποτέ πλήρως. Σήμερα εξακολουθεί να ισχύει η διαπίστωση του Φιλίπ Πονς στον «Le Monde» μετά το τέλος της δίκης των δολοφόνων του το 1983: «Το αίνιγμα παραμένει».

Διαβάστε περισσότερα στο BHMAgazino που κυκλοφορεί με το «Βήμα της Κυριακής»