Η φασαρία με τις δηλώσεις της Νατάσσας Μποφίλιου είναι προφανώς δυσανάλογη και με τις δηλώσεις και με την Μποφίλιου.
Η ανοησία ως επαναστατική άσκηση δεν αποτελεί μονοπώλιο μιας νεαρής τραγουδίστριας. Κι η βλακώδης βεβαιότητα ότι η Αριστερά αποτελεί «τη σωστή πλευρά της Ιστορίας» έχει θρέψει πολύ πιο συγκροτημένα μυαλά από την Μποφίλιου και τους φίλους της.
Ούτως ή άλλως έχω εντυπωσιαστεί από τον αριθμό των καλλιτεχνών που από σπόνσορες του ΣΥΡΙΖΑ έχουν εξελιχθεί σε απογοητευμένα θύματά του.
Το δάκρυ της πικρής απογοήτευσης πέφτει κορόμηλο. Και δεν μπορώ να τους αναφέρω όλους.
Από τον τηλεκήρυκα Λάκη Λαζόπουλο και τον ήπιο Γιάννη Ζουγανέλη έως τον δυναμικό εμψυχωτή του δημοψηφίσματος (και της υποψηφιότητας Δούρου) Γιώργο Κιμούλη.
Από διάφορες κυρίες του έντεχνου με κόκκινα πλαστικά γάντια κι από άλλες του άτεχνου χωρίς καθόλου γάντια έως τον Θάνο Μικρούτσικο που ανησυχεί επειδή «δεν μιλάνε οι διανοούμενοι».
Δεν ξέρω αν οι διανοούμενοι σιωπούν επειδή συμπράττουν «με την ελίτ» – όπως ισχυρίζεται ο Μικρούτσικος. Ούτε αν σιωπούν επειδή απλούστατα δεν έχουν κάτι σοβαρό να πουν όταν ανοίγουν το στόμα τους.
Πάντως έως πρόσφατα μας ξεκούφαναν στα καλαματιανά και δεν μας βγήκε σε καλό.
Τα θύματα της απογοήτευσης είναι δυστυχώς αναρίθμητα. Λογικό κι ανθρώπινο. Απλώς άλλοι τη βιώνουν μεταμελημένοι και σιωπηλά, άλλοι τη διαλαλούν αμετανόητοι κι ανερυθρίαστα.
Το παραμύθι όμως είναι περίπου το ίδιο.
«Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν η μοναδική ελπίδα» αλλά η ελπίδα αυτή «χάθηκε» και σήμερα «ο ΣΥΡΙΖΑ έχει απογοητεύσει και τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ».
Αν δεν βγάλατε νόημα, δεν πειράζει. Υπάρχει και συνέχεια.
Κατά τον Κιμούλη «στάθηκα δίπλα στον ΣΥΡΙΖΑ γιατί πίστευα ότι ήταν η μοναδική λύση τότε και πιστεύω ότι σωστά έκανα».
Με άλλα λόγια, έκανε σωστά που πίστευε ότι μοναδική λύση ήταν κάτι που αποδείχθηκε ότι δεν ήταν η μοναδική λύση που πίστευε!
Να μην παρεξηγηθώ. Κάθε πολίτης, καλλιτέχνης ή μη, έχει δικαίωμα και να πιστεύει και να διαψεύδεται στην πολιτική, ακόμη κι αν του αρέσει να πιστεύει ότι έκανε σωστά όταν πίστευε λάθος.
Αλλά εδώ μιλάμε για γενικό φαινόμενο. Γεμίσαμε μετανοούσες Μαγδαληνές όλου του καλλιτεχνικού φάσματος. Από ελαφρολαϊκό έως βαρύ κλασικό ρεπερτόριο.
Και τότε τίθεται σχεδόν φυσιολογικά η απορία μιας ομολογημένης απογοήτευσης.
Δηλαδή τι νόμισαν ή τι ήλπισαν όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι ότι θα συμβεί με τον ΣΥΡΙΖΑ ώστε να απογοητευτούν στη συνέχεια;
Ηλπισαν ότι θα σκίσουν τα Μνημόνια; Οτι θα τα καταργήσουν με έναν νόμο κι ένα άρθρο; Οτι θα πούνε Οχι στο δημοψήφισμα και θα τρομάξει ο ντουνιάς;
Οτι θα βαράνε τα νταούλια και θα χορεύουν οι αγορές; Οτι θα μοιράζουν τζάμπα χρήμα; Οτι θα επιστρέψει η 13η σύνταξη κι ο κατώτατος μισθός στα 751 ευρώ; Οτι η λιτότητα θα καταργηθεί με την ψήφο του ελληνικού λαού; Οτι η Ελλάδα θα κάνει κουμάντο στην ευρωζώνη;
Διότι αν αυτά ήλπισαν ότι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, αν στο πρόσωπο του Τσίπρα ανακάλυψαν κάτι ανάμεσα στον Σπάρτακο και τον Τσε Γκεβάρα, δεν τους φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ. Τους φταίει το μυαλό τους.
Και τότε δεν τίθεται θέμα απογοήτευσης αλλά στοιχειώδους νοημοσύνης.
Τουλάχιστον η Μποφίλιου ψάχνει ηγέτη για να βγει στο βουνό. Εκείνοι νόμισαν ότι τον βρήκαν στο Πολυκλαδικό Αμπελοκήπων;
Πιάστηκαν κορόιδα, λοιπόν; Παρερμήνευσαν; Μπερδεύτηκαν; Να το δεχτώ. Αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί το καμαρώνουν.
Εκτός βεβαίως κι αν δεν πιάστηκαν κορόιδα. Εκτός κι αν καταλάβαιναν απολύτως τι έλεγαν και τι έκαναν.
Εκτός δηλαδή κι αν δεν έπεσαν θύματα του ΣΥΡΙΖΑ και των «αριστερών ψευδαισθήσεων» ούτε καν κάποιας καλλιτεχνικής ευαισθησίας, ελαφρότητας ή αφέλειας.
Αλλά σκόνταψαν στην αγωνία τους να φανούν ευχάριστοι και να γίνουν δημοφιλείς, να κολυμπήσουν με το ρεύμα, να κολακεύσουν τους πολλούς, να χειροκροτήσουν για να χειροκροτηθούν, να διεκδικήσουν σημασία και σπουδαιότητα, να ακουστούν, άντε να κόψουν και κανένα εισιτήριο.
Ο Λαζόπουλος τώρα παραπονιέται ότι «έπρεπε να με βγάλουν από το κάδρο, το σχεδίασαν Ελληνες και Γερμανοί» κι αναρωτιέται πικρά αν στην τηλεόραση (από την οποία απουσιάζει) περισσεύει «η γνώμη μου».
Αλλά για ποιο κάδρο μιλάμε; Σε ποιο κάδρο πρέπει να βρίσκεται ή να μη βρίσκεται ένας κωμικός; Γιατί να ενδιαφέρει τους Ελληνες, τους Γερμανούς ή τους Εσκιμώους η παρουσία του σε κάποιο κάδρο; Και ποια γνώμη εννοεί; Σάτιρα μας έλεγε ότι κάνει!
Βεβαίως δεν παραλείπει να διευκρινίσει ότι η σάτιρά του πλέον «σχολιάζει την εξουσία, δεν σχολιάζει την κυβέρνηση». Περίεργη σάτιρα που μοιάζει με γνώμη αλλά με τη σημερινή κυβέρνηση προφανώς συμφέρει.
  
Εδώ θέλω να είµαι ειλικρινής. Οι δικοί µας δεν είναι οι πρώτοι και σίγουρα δεν είναι οι σπουδαιότεροι.
Ο Φρανσουά Φιρέ στο μνημειώδες έργο του «Το παρελθόν μιας ψευδαίσθησης» (1995) έχει περιγράψει αναλυτικά τους μηχανισμούς, εσωτερικούς και μη, που έκαναν κορυφαίους διανοουμένους και καλλιτέχνες του 20ού αιώνα να πιστέψουν ότι ο κομμουνισμός δεν σκοτώνει, ότι ο Στάλιν ήταν ένας αγαθός πατερούλης, ότι στη Σοβιετική Ενωση ή στην Κίνα οικοδομείται κάποιος επίγειος παράδεισος κι ότι τα στρατόπεδα καταναγκαστικών έργων είναι παραθεριστικές κατασκηνώσεις.
Δεν χρειάζεται να παραθέσω ονόματα. Είναι γνωστά και δεν μιλάμε για Λαζόπουλους. Τουλάχιστον οι ψευδαισθήσεις των δικών μας ήταν πιο αστείες, πιο επιπόλαιες και πολύ λιγότερο αιματοβαμμένες.
Αλλά η λογική ενός μηχανισμού εξαπάτησης των ιδίων και των άλλων παραμένει ταυτόσημη. Είναι η λογική του «απατημένου απατεώνα». Κοροϊδεύεις τους άλλους και τον εαυτό σου ταυτοχρόνως.
Eως ότου σε πάρουν χαμπάρι. Και οι άλλοι και ο εαυτός σου.