Το 1886 ο επιφανής γιατρός Κωνσταντίνος Καρδαμάτης στο βιβλίο του Περί αυνανισμού προειδοποιούσε τους γονείς για τις ανεπιθύμητες συνέπειες της «διεστραμμένης» αυτής συνήθειας των παιδιών τους, καλώντας τους να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα προφύλαξης. «Οι γονείς πρέπει επίσης να ελέγχουν εν κρυπτώ όλα τα ασπρόρουχα του παιδιού, υποκάμισα, πανταλόνια, εσώβρακα, νυχτικά, στρώματα» υποστήριζε. Ακόμη αυστηρότερος, ο H. Fournier το 1883 στο βιβλίο του Για τον αυνανισμό, πάνω στο οποίο και βασίστηκε η έκδοση του Καρδαμάτη, πρότεινε για την αντιμετώπιση της αναίσχυντης αυτής πράξης αφενός μεν για τα αγόρια την «περιβολή διά κρίκων» των γεννητικών τους οργάνων, αφετέρου δε για τις κοπέλες την κλειτοριδεκτομή.
Αυτού του τύπου οι επιστημονικές αποφάνσεις σχετικά με τις επιπτώσεις του αυνανισμού στη σωματική και ψυχοσυναισθηματική υγεία του ανθρώπου μπορεί σήμερα να προκαλούν τον γέλωτα ή τη φρίκη (ή και τα δύο ταυτόχρονα), ωστόσο στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα και στις αρχές του επόμενου υπήρξαν ο κανόνας. Και το βιβλίο της Δήμητρας Τζανάκη σχετικά με την ιστορία της «μη κανονικότητας» είναι ως προς τούτο απολύτως κατατοπιστικό. Επηρεασμένη η συγγραφέας από τις θεμελιώδεις μελέτες του Φουκό (την Ιστορία της τρέλας λ.χ. ή την Ιστορία της σεξουαλικότητας) και του Λακέρ (Οι κατά μόνας ηδονές. Πολιτισμική ιστορία του αυνανισμού), επιχειρεί να αναδείξει μια παντελώς άγνωστη έως σήμερα πτυχή της κοινωνικής πραγματικότητας του ελληνικού Μεσοπολέμου: την ιστορία των «μη κανονικών» μορφών σεξουαλικότητας. Η ιστορία ωστόσο της «μη κανονικότητας» δεν μπορεί παρά να συναρτάται με την ίδια την «κανονικότητα». Και η «κανονικότητα», όπως άλλωστε κάθε άλλη βεβαιότητα που τείνουμε να θεωρούμε αδιαφοροποίητη στον χρόνο, φέρει πάνω της τα ίχνη των ανθρώπινων επιλογών και τις προτεραιότητες που κάθε φορά μια κοινωνία προκρίνει. Η «κανονικότητα» λοιπόν δεν είναι μια σταθερά, αντιθέτως συνιστά μια ποιότητα η οποία σαφώς και ιστορικοποιείται, εξού και η τεράστια σημασία της. Ακριβώς εδώ το βιβλίο της Τζανάκη συμβάλλει καθοριστικά, δεδομένου ότι η συγγραφέας του δεν στέκεται απλώς σε μια «γαργαλιστικού περιεχομένου» εξιστόρηση των συλλογικών πεποιθήσεων για το «μη κανονικό» (ανδρική ομοφυλοφιλία, τριβαδισμός, αυνανισμός, σαδισμός, μαζοχισμός, υστερία κ.λπ.), αλλά εντάσσει τα παραπάνω στην κοινωνική πραγματικότητα της εποχής ερμηνεύοντάς τα ως πολιτισμικά παράγωγα μιας συγκεκριμένης συνθήκης, που μας επιτρέπουν να καταλάβουμε καλύτερα την ίδια την ιστορική περίοδο.
Ερμηνεύοντας το «έκφυλο»
Βεβαίως, το βιβλίο που παρουσιάζουμε έχει ως στόχο την εξέταση της «μη κανονικότητας» την περίοδο του Μεσοπολέμου, περίοδο κατά την οποία η διαχείριση της σεξουαλικότητας αποκτά, όχι περίεργα, τεράστια σημασία. Ο Μεσοπόλεμος είναι ακριβώς η περίοδος όταν στην επαύριον της μεγάλης σφαγής του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και ενόψει μιας νέας σφαγής, που όταν ξεσπάσει (το 1939) μάλλον δεν θα εκπλήξει και πολλούς στην ευρωπαϊκή ήπειρο, η διαχείριση συνολικά του πληθυσμού (όχι απλώς της ερωτικής του συμπεριφοράς) αποκτά εμφανή σημασία. Τότε ακριβώς η «ανδροπρέπεια» μετατρέπεται σε πρωτεύουσα αξία στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, ενώ η μέριμνα για την υγεία του πληθυσμού αναδεικνύεται σε προτεραιότητα. Η Δήμητρα Τζανάκη πολύ σωστά επισημαίνει ότι ένας ομφάλιος λώρος υπάρχει ανάμεσα στην «ιατρικοποίηση» της σεξουαλικής συμπεριφοράς και στην ανάδυση, την ίδια περίοδο, της κοινωνικής ιατρικής, η οποία λαμβάνει τη μορφή μιας συνολικής μέριμνας για την υγεία των ευρωπαϊκών πληθυσμών. Είναι ακριβώς αυτή η περίοδος κατά την οποία η ιατρική καλείται να λειτουργήσει ως αρωγός στις προσπάθειες επιβολής ενός συγκεκριμένου προτύπου «ηθικής υγείας» ερμηνεύοντας το «έκφυλο» και στηλιτεύοντας με επιστημονικοφανή επιχειρήματα την «ανήθικη σεξουαλική συμπεριφορά».
Φυσικά, ο Μεσοπόλεμος δεν αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα, αλλά το χρονικό σημείο που διεργασίες οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες φτάνουν στο απόγειό τους. Η συγγραφέας το τονίζει αυτό, αφιερώνοντας μάλιστα ένα μεγάλο τμήμα του βιβλίου της στις ιστορικές προϋποθέσεις της επίτασης αυτής που συμβαίνει τον Μεσοπόλεμο: δύσπιστη η ίδια απέναντι στην ενίοτε στρεβλή πορεία που έλαβαν τα προτάγματα του Διαφωτισμού, εντοπίζει στην κυριαρχία του το νομιμοποιητικό πλαίσιο της «κανονικότητας» και της επιβολής της, καθώς ο Ορθός Λόγος εμπότισε ιστορικά με γερές δόσεις αληθοφάνειας την ανάδυση της βιομηχανικής κυριαρχίας πάνω στη φύση και στον άνθρωπο. Στη διάρκεια μάλιστα του δέκατου ένατου αιώνα, το νομιμοποιητικό αυτό εγχείρημα θα φτάσει στο απόγειό του υποκινώντας ως προς τούτο τις νέες επιστήμες που έρχονται στο προσκήνιο και θέτουν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους τον άνθρωπο και τη συμπεριφορά του: πρόκειται για τον νέο «στρατό ειδημόνων», όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει η συγγραφέας (γιατροί, ψυχολόγοι, ψυχίατροι, παιδαγωγοί, ψυχαναλυτές, αλλά και ειδικοί των στατιστικών, ιατροδικαστές, εγκληματολόγοι), οι οποίοι θα αναλάβουν από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα να θεραπεύσουν το «πάσχον» (και όχι απλώς «άρρωστο») σώμα της νεωτερικότητας μέσω της «ηθικής αναμόρφωσης».
Ευγονική και ρατσισμός
Αυτή η τρομακτική «ανθρωπολογία της υγείας» που φλερτάρει ανερυθρίαστα με την ευγονική και τον ρατσισμό θα αποτελέσει μια άλλη «κανονικότητα», επιστημονική αυτήν τη φορά, η οποία και θα κυριαρχήσει στα διεθνή φόρουμ προς το τέλος του αιώνα στιγματίζοντας όχι απλώς ό,τι στην οπτική της ήταν ασύμβατο με την ηθική της εποχής αλλά και ό,τι απέκλινε από το «υγιές σώμα». Για να γίνει πιο κατανοητή η σημασία αυτής της εξέλιξης, η συγγραφέας τονίζει την ηθική διάσταση που έλαβαν πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς οι οποίες ουδεμία σχέση είχαν με την ερωτική συμπεριφορά, όπως για παράδειγμα συνέβη με την ονυχοφαγία και την αριστεροχειρία που θεωρήθηκαν αποδείξεις του διεφθαρμένου και «μη κανονικού» σώματος, αλλά και η υπόδειξη του σωματικού στίγματος ως τεκμηρίου της ηθικής διαφθοράς. «Δεν υπήρχε αναρχικός που να μην ήταν σημαδεμένος, κουτσός ή καμπούρης, με πρόσωπο ασύμμετρο» ανέφερε χαρακτηριστικά ο ιταλός ψυχίατρος και εγκληματολόγος Τσέζαρε Λομπρόζο. Παρ' όλα αυτά, η ηθική διάσταση δεν μπορούσε παρά να υπάρξει αλληλένδετη με την προσπάθεια επιβολής ενός συγκεκριμένου προτύπου σεξουαλικής συμπεριφοράς και γενικότερα «ήθους», για την εμπέδωση του οποίου η επιστήμη θα δώσει και πάλι τις απαραίτητες «αποδείξεις». Στις έρευνες λ.χ. του ανθρωπολόγου Ζορζ Κιβιέ (1769-1832), οι μετρήσεις που πραγματοποίησε στον ανθρώπινο σκελετό κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι η «έκφυλη συμπεριφορά» ήταν άμεσα εξαρτημένη από την ανατομία, με αποτέλεσμα να εμπεδωθεί διεθνώς η άποψη πως τα μεγάλα γυναικεία οπίσθια ήταν ίδιον των «διεφθαρμένων γυναικών» (σελ. 63).
Ολα αυτά, επισημαίνει η Δήμητρα Τζανάκη, αποτελούν το πρόσφορο έδαφος για να αναδυθούν την περίοδο του Μεσοπολέμου επιστημονικές απόψεις αλλά και τεχνικές εξουσίας, οι οποίες πίσω από το υποκριτικό ενδιαφέρον για τη δημόσια υγεία θα επιχειρήσουν να κανονικοποιήσουν την ερωτική συμπεριφορά καλουπώνοντάς την, έτσι ώστε να υπηρετείται το ιδεώδες του ρωμαλέου, υγιούς, σφριγηλού και αναμφίβολα ηθικού σώματος. Στις ανάγκες αυτές, η απόκλιση θα στηλιτευτεί όχι απλώς ως «πρόκληση στην κοινωνική ηθική» αλλά και ως ένδειξη διαφθοράς και εκφυλισμού. Το αυτό συνέβη για παράδειγμα (υποστηρίζει εύστοχα η συγγραφέας) με την περίπτωση της γνωστής ηθοποιού Κυβέλης, η οποία σκανδάλισε την αθηναϊκή κοινωνία στις αρχές του εικοστού αιώνα όταν εγκατέλειψε σύζυγο και οικογενειακή στέγη. Η υπόθεση απασχόλησε όχι μόνο τις στήλες των εφημερίδων αλλά και τους ειδικούς, οι οποίοι θα αποφανθούν, όπως συνέβη με τον ιατρό Σιμωνίδη Βλαβιανό, ότι η «ερωτομανία» της ηθοποιού είχε ψυχοσωματικά αίτια, καθώς οφειλόταν στην υστερία από την οποία και έπασχε: «Καθ' ημάς, λοιπόν, αι Κυβέλαι και αι παραπλήσιαι ταύταις εισίν υστερικαί και έκφυλοι ή απλώς υστερικαί: ιδού η βάσις» (σελ. 182).
Η καθ’ ημάς «Λευκή Κορδέλα»
Προκειμένου να τεκμηριώσει το γοητευτικό αυτό ταξίδι μας στον ανθρώπινο παραλογισμό, η Τζανάκη καταπιάνεται με ετερόκλητες πηγές (από επιστημονικά εγχειρίδια, άρθρα εφημερίδων, λογοτεχνικά έργα, έως και ζωγραφικούς πίνακες ή το ημερολόγιο της Πηνελόπης Δέλτα) που φωτίζουν σημαντικά τα όσα υποστηρίζει, χαρίζοντάς μας μάλιστα απολαυστικές στιγμές ανάγνωσης, όπως συμβαίνει με το κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο στην επιχειρούμενη σύνδεση του αυνανισμού με τον εκφυλισμό και την ηθική διαστροφή, κομβική στιγμή και απώτατο σημείο, σύμφωνα με τη συγγραφέα, στην προσπάθεια καταστολής των ενστίκτων που έλαβε χώρα την περίοδο του Μεσοπολέμου. Οπως αναφέρεται στο εγχειρίδιο του Μ. Μωυσείδη με τον αποκαλυπτικό των προθέσεών του τίτλο Αυνανισμός: κίνδυνοι - προφύλαξις - θεραπεία - ονειρώξεις - σπερματόρροια που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1927: «Εις τον αυνανιστήν, η αυτοσυνείδησις και η αυτοπεποίθησις σβύνουν. Ο αυνανισμός αυξάνει τον εγωισμόν, αμβλύνει το ηθικόν αίσθημα, αποπνίγει την ζωικήν ενεργητικότητα και μαραίνει την προς ενθουσιασμόν και δράσιν ικανότητα». Τόσο ο αυνανισμός όσο και οι άλλες «μη παραγωγικές μορφές σεξουαλικότητας», όπως τονίζει η συγγραφέας, απαγορεύτηκαν και κυνηγήθηκαν παράλληλα με εξίσου στιγματισμένες εκδηλώσεις κοινωνικότητας (όπως η συστηματική λήψη αλκοόλ ή η χαρτοπαιξία), μια και η πειθάρχηση του ανυπότακτου σώματος συνδέθηκε στις δεδομένες συνθήκες του Μεσοπολέμου αναπόσπαστα με τη μέριμνα για την υγεία και την παραγωγικότητα. Εργασία λοιπόν, και όχι ηδονές. Παραγωγικότητα, και όχι ευχαρίστηση. Οχι περίεργα, επομένως, στο βιβλίο Υγιεινή του γάμου υπογραμμιζόταν με φρίκη ότι «τα παιδιά των οποίων η σύλληψις λαμβάνει χώρα το Σάββατον, ημέραν πληρωμής των εργατών (…), είναι συχνά διανοητικώς έκφυλα» (σελ. 224).
Αν όλα αυτά θυμίζουν στον αναγνώστη κάτι από την ταινία «Η λευκή κορδέλα» του Μίχαελ Χάνεκε, η συγγραφέας αποδεικνύει ότι μηχανισμοί καταστολής της σεξουαλικότητας και των ενστίκτων της δεν τέθηκαν σε λειτουργία μονάχα στις προτεσταντικές κοινωνίες με την υπεραυστηρή τους ηθική, καθιστώντας επιπλέον σαφές ότι ο ηθικός πανικός που θα αναδυθεί συνολικά στις ευρωπαϊκές κοινωνίες κατά τη μεταπολεμική περίοδο σχετικά με την «ανηθικότητα της σύγχρονης νεολαίας» δεν προέκυψε εν κενώ αέρος. Αυτή όμως είναι μια άλλη, εξίσου ενδιαφέρουσα, ιστορία.

Δήμητρα Τζανάκη 
Ιστορία της (μη) κανονικότητας

Η Σφίγγα πρέπει ν’ αυτοκτονήσει. 
Ο Οιδίποδας επικρατεί Εισαγωγή στην ιστορία του εκθηλυσμού, της υστερίας, του αυνανισμού, της ομοφυλοφιλίας και της πορνείας στον Μεσοπόλεμο

Εκδ. Ασίνη, 2016, Σελ. 324 Τιμή: 14 ευρώ

Η Δήμητρα Τζανάκη σπούδασε στο Τμήμα ΠΕΔΔ του ΕΚΠΑ. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στην Αγγλία, όπου και ολοκλήρωσε τη διδακτορική της διατριβή στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Διδάσκει το μάθημα Φύλο, Κοινωνία και Πολιτική στο Τμήμα ΠΕΔΔ του ΕΚΠΑ, όπου και πρόσφατα έγινε δεκτή ως μεταδιδακτορική ερευνήτρια.

Ο Κώστας Κατσάπης (katsapius@gmail.com) διδάσκει Ιστορία της Νεολαίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και είναι συγγραφέας του βιβλίου Το «πρόβλημα νεολαία». Μοντέρνοι νέοι, παράδοση και αμφισβήτηση στη μεταπολεμική Ελλάδα (1964-1974), Αθήνα, 2013.