Οταν ο Τζερόμ Σίλμπερμαν ήταν οκτώ ετών, η μητέρα του βρέθηκε στο νοσοκομείο από καρδιακή προσβολή. Λίγες ημέρες μετά η οικογένεια Σίλμπερμαν δέχτηκε την επίσκεψη του γιατρού της, που έσκυψε και ψιθύρισε στο αφτί του μικρού Τζερόμ: «Μην εκνευρίσεις ποτέ τη μητέρα σου. Μπορεί να τη σκοτώσεις». Το αγόρι τα χάνει. «Και τι θα κάνω αν πρέπει να της πω κάτι που δεν θα της αρέσει;» απορεί. «Ε, πες το με χιούμορ. Προσπάθησε να την κάνεις να γελάσει!» απάντησε ο γιατρός.
Και αυτό έκανε, ανακαλύπτοντας το ταλέντο του στις μιμήσεις, στους αυτοσχεδιασμούς και στο τραγούδι. Αναμενόμενο ήταν κάποια στιγμή να ξεκινήσει τις θεατρικές σπουδές, όπως αναμενόμενη ήταν και η μεγάλη επιτυχία του στη σκηνή αλλά και στη μεγάλη οθόνη, ως Τζιν Γουάιλντερ.
Αν τον προσέξετε σε εκείνη την πρώτη του επιτυχία, τους ξεκαρδιστικούς «Παραγωγούς» του Μελ Μπρουκς το 1968 (προηγήθηκε μια μικρή αλλά αξιοσημείωτη εμφάνιση στο «Μπόνι και Κλάιντ» του Αρθουρ Πεν, πλάι στους Γουόρεν Μπίτι και Φέι Ντάναγουεϊ), θα δείτε το ίδιο κοκκινομάλλικο παιδί, που προσπαθεί ανεπιτυχώς να ξεστομίσει τα χειρότερα στον Ζίρο Μοστέλ και παθαίνει ψυχοσωματικό αμόκ όταν ο τελευταίος του αρπάζει από τα χέρια ένα μαντίλι αγνοώντας πως πρόκειται για τη βρεφική μπλε κουβερτούλα του. Το 1971 θα γίνει διάσημος ενσαρκώνοντας τον Γουίλι Γουόνκα στο «Εργοστάσιο σοκολάτας», δεκαετίες πριν ο Τζόνι Ντεπ φορέσει ξανά τα ίδια ρούχα στο ριμέικ του Τιμ Μπάρτον.
Η γνωριμία του με τον Μπρουκς, πάντως, θα αποδειχθεί καταλυτική: το 1974 θα γυρίσουν μαζί δύο εκπληκτικές κωμωδίες, το «Μπότες, σπιρούνια και καυτές σέλες» και «Φρανκενστάιν Τζούνιορ» που θα αγαπηθούν από το κοινό αλλά και από την κριτική. Στη συνέχεια, ο Γουάιλντερ αρχίζει να σκηνοθετεί μόνος τις κωμωδίες του, ξεκινώντας το 1975 με το φιλμ «Ο πιο πονηρός αδελφός του Σέρλοκ Χολμς».
ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΑΪΟΡ. Το μεγάλο του σκηνοθετικό σουξέ ήρθε χρόνια μετά με το φιλμ «Η γυναικάρα με τα κόκκινα» το 1984, ενώ ενδιαμέσως γύρισε μια σειρά πετυχημένων κωμωδιών παρέα με τον Ρίτσαρντ Πράιορ. Μαζί αποτέλεσαν ένα κωμικό δίδυμο που «δούλεψε» όσο λίγα στα ταμεία και άρχισε με το «Ασημένιο τρένο» το 1976. Σε μια από τις τελευταίες τους ταινίες, με τον τίτλο «Δεν βλέπω τίποτα, δεν ακούω τίποτα», παραγωγής 1989, ο Τζιν Γουάιλντερ ενσάρκωσε έναν κωφό μάρτυρα εγκλήματος - κατά το ήμισυ. Γιατί δίπλα του στεκόταν ο «τυφλός» Ρίτσαρντ Πράιορ που είχε μονάχα «ακούσει» το έγκλημα, και οι δυο τους ξαφνικά βρίσκονται στο στόχαστρο μιας συμμορίας δολοφόνων. Είναι μονάχα μία από τις ταινίες που ο Γουάιλντερ - που εγκατέλειψε τη μεγάλη οθόνη το 1991 - δεν θα μπορούσε να ολοκληρώσει σήμερα.
Κι όμως, ο πιο συγκινητικός φόρος τιμής στον ηθοποιό δημοσιεύθηκε χθες στο facebook και αφορούσε μια κωφή που περιέγραψε το πώς απαλλάχτηκε από το κοινωνικό βάρος της πάθησής της βλέποντας αυτή την ταινία, στα δεκαέξι της χρόνια. Μην ξεχνάμε λοιπόν το προφανές, έστω και με αφορμή τον θάνατο ενός σπουδαίου κωμικού: η λογοκρισία παραμένει το μεγάλο όπλο των απανταχού συμπλεγματικών - μόνο που στις ημέρες μας έχει πολλά πρόσωπα.