«Χάσαμε το έργο του Ζογγολόπουλου» λέει η φωνή από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής στον υπεύθυνο του ιδρύματος που εκπροσωπεί το έργο του πρωτοπόρου γλύπτη, ο οποίος άφησε τη σφραγίδα του στην τέχνη του 20ού αιώνα. «Πώς το χάσατε; Το έργο που έχετε είναι μεταλλικό και το μήκος του ξεπερνά τα 10 μέτρα. Είναι σχεδόν αδύνατον να το έκλεψε κάποιος» απαντούν οι άνθρωποι του ιδρύματος και σπεύδουν στο κτίριο της ασφαλιστικής εταιρείας Αστήρ, στην οδό Μέρλιν του αθηναϊκού κέντρου, για να διαπιστώσουν τι έχει συμβεί. Το έργο βρίσκεται στη θέση του. Πρόκειται για ένα μεταλλικό διάφραγμα που αποτελείται από μικρότερα πλαίσια. «Νομίζαμε ότι είναι η σιδεριά του φωταγωγού» είναι η αφοπλιστική απάντηση των υπευθύνων που πλησιάζουν το έργο και ψάχνουν την υπογραφή σε κάποια γωνία. «Σταθείτε μακριά και δείτε το. Σε πολλά από τα πλαίσια είναι κρυμμένα τα γράμματα που συνθέτουν το επίθετό του», είναι το μυστικό του έργου.
Αυτή είναι μία μόνο από τις δεκάδες ιστορίες πίσω από τα 90 λιτά υπομνηματισμένα έργα του εικαστικού που διερεύνησε τις ποικίλες εκδοχές του μοντερνισμού. Τα έργα αυτά συνθέτουν την έκθεση με τον δύσκολο τίτλο «Η ασίγαστη πλησμονή στο αχανές της αφαίρεσης» που πραγματοποιείται στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή και επιμελήθηκε ο Κυριάκος Κουτσομάλλης.
Εργα που έπλασε το χέρι του Γιώργου Ζογγολόπουλου, όπως το ορειχάλκινο που βρίσκεται στην είσοδο της έκθεσης, στο οποίο μπορεί να δει κάποιος τα σημάδια που είχαν αφήσει πάνω του οι μάχες με τα σκληρά υλικά με τα οποία έφτιαχνε τις περισσότερες δημιουργίες του, όπως αποκαλύπτει ο γενικός διευθυντής του Ιδρύματος Ζογγολόπουλου Αγγελος Μωρέτης. Εργα που αγαπήθηκαν πολύ από το ευρύ κοινό και χάρισαν αναγνωρισιμότητα στη γλυπτική του, όπως οι «Ομπρέλες» – το μέσον του, όπως έλεγε, για να κρυφακούει το Σύμπαν. Χρωματισμένες από το ίδιο του το χέρι στο μεγαλύτερο γλυπτό που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, στην ύψους 25 μ. – κι ας μην της φαίνεται διότι είναι εις βάθος – εγκατάσταση στον σταθμό του μετρό στο Σύνταγμα (εδώ τη βλέπουμε υπό κλίμακα), γεννήθηκαν από ένα σχέδιο με μαρκαδόρο κι ύστερα έναν πίνακα της συζύγου του, ζωγράφου, Ελένης. Οπως κι εκείνα με τους μεγεθυντικούς φακούς – ανάμεσά τους το αγαπημένο του, που δεν το πούλησε ποτέ, όπου πίσω από τον φακό βρίσκεται ένα καμένο βιβλίο του Κάφκα. Κι άλλα που πολεμήθηκαν με πάθος, όπως το «Cor-ten», το γλυπτό που έχει το όνομα του πρωτοποριακού για την εποχή του (1966), εισαγόμενου από τη Γαλλία, υλικού του, το οποίο βρίσκεται στην είσοδο της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης.
Ο κινηματογραφικός πίδακας
Εργα που λειτούργησαν ως σήμα κατατεθέν για την Αθήνα και μια ολόκληρη εποχή, όπως ο πίδακας στην παλιά εκδοχή της Πλατείας Ομονοίας, ο οποίος έχει πρωταγωνιστήσει σε πλήθος ελληνικών ταινιών, όπως αποδεικνύει το βίντεο που προβάλλεται στην έκθεση. Κι έργα που, αν και εμβληματικά, δεν κατάφεραν ποτέ να γίνουν πραγματικότητα, παρόλο που είχαν κερδίσει το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμούς και οι υποδομές για την τοποθέτησή τους ήταν έτοιμες, όπως εκείνο του Γοργοποτάμου – μια σφαίρα φτιαγμένη από πλέγματα, στο κέντρο της οποίας σήμαντρα θα χτυπούσαν λόγω του αέρα, ώστε να αφυπνίζουν όσους ξέχασαν τι συνέβη – ή της Μάχης της Κρήτης με τα αφαιρετικά αλεξίπτωτα στην κορυφή του.
Εργα που ολοκληρώθηκαν και βρήκαν τη θέση τους στον δημόσιο χώρο, όπως το Μνημείο του Ζαλόγγου – χρειάστηκαν έξι χρόνια και 4.300 ογκόλιθοι από ασβεστόλιθο για να υλοποιηθεί. Κι άλλα που έμειναν ημιτελή, όπως εκείνο της Ομονοίας, όπου μαζί με τον πίδακα έπρεπε να τοποθετηθεί και ο γλυπτός αφαιρετικός «Ποσειδώνας», ο οποίος ωστόσο δεν βρήκε ποτέ τη θέση του στην πλατεία, αλλά τα τελευταία δύο χρόνια κοσμεί τον περιβάλλοντα χώρο του Πανεπιστημίου Τζορτζ Ουάσιγκτον στην αμερικανική πρωτεύουσα.
Δεν είναι όμως μόνο τα έργα που αναδεικνύονται μέσα από την έκθεση. Είναι και οι σχέσεις που έπαιξαν ρόλο στη ζωή του. Εκείνη με τον πλανόδιο τσαγκάρη, τον Αλέξανδρο, που μπορεί να τον έπεισε να ποζάρει μόνο για δυο-τρεις μέρες, όμως η φιγούρα του εμφανίζεται σε μια σημαντική σειρά έργων του. Εκείνη με την Πλατεία Ομονοίας η οποία ξεκίνησε το 1931, όταν ήταν ένας από τους 24 γλύπτες που ανέλαβαν την αναδόμησή της, έργο που ολοκληρώθηκε το 1934 και αποκαθηλώθηκε το 1937. Συνεχίστηκε το 1958 όταν κέρδισε τον διαγωνισμό για την τοποθέτηση των πιδάκων μαζί με τον αρχιτέκτονα Κωνσταντίνο Μπίτσιο και διακόπηκε το 1989 όταν τη θέση του πήρε ο «Δρομέας» του Κώστα Βαρώτσου – για να επιστρέψει το 2001 με το υδροκινητικό έργο «Πεντάκυκλο», που ωστόσο δεν λειτουργεί και μοιάζει εγκαταλελειμμένο στην άκρη της πλατείας. Εκείνη η σχέση με την αρχιτεκτονική – αν και στενή σε όλη του την πορεία καθώς υπέγραφε σχέδια σχολείων, εκκλησιών και μουσείων, δεν φοίτησε ποτέ στην Αρχιτεκτονική. Κι εκείνη με καλλιτέχνες από τους οποίους επηρεάστηκε και δεν δίσταζε να το παραδεχθεί, όπως αναδεικνύεται μέσα από μια σειρά γλυπτών της έκθεσης, με πιο γοητευτική την ορειχάλκινη κατσίκα που έτρωγε τον κισσό στη μάντρα του σπιτιού του, με εμφανείς επιρροές από τον Πικάσο.

info
«Γιώργος Ζογγολόπουλος: Η ασίγαστη πλησμονή στο αχανές της αφαίρεσης», έως τις 25 Σεπτεμβρίου στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Γουλανδρή στη Χώρα της Ανδρου