Τώρα που κόπασε για λίγο η απειλή και αναβάλαμε το τέλος για μεθαύριο, ίσως θα ήταν ο καιρός για πιο προσωπικές στιγμές, που περιμένουν μήνες στο συρτάρι.
Συλλογίζομαι πως πάει καιρός από τότε που πέρναγαν από τις γραμμές αυτής της σελίδας πρόσωπα, βλέμματα, στιγμές κι αρώματα πιο κοντά στον άνθρωπο, και αλάργα απ' τις πολιτικές του.
Φίλοι που έφυγαν και δεν πρόλαβε αυτή η στήλη να γίνει και η επιτύμβιός τους.
Αλλά κι αυτοί που χάθηκαν αλλιώς, που δεν πήγαμε σε καμιά τους κηδεία, όπως ο φίλος που έχουμε θαμμένο εδώ και χρόνια, Κηφισίας 1910, σε ένα τεσσάρι ρετιρέ, διαμπερές, σαν το εκ γενετής τραύμα στην καρδιά του. Πόσο γρήγορα τον ξεχάσαμε όλοι. Κανείς δεν τον θυμάται. Εξι χρόνια να χτυπήσει το τηλέφωνό του. Στο κουδούνι ξεφτισμένο τ' όνομά του. Στην πόρτα του στοίβα λογαριασμοί και ιλουστρασιόν χαρτιά, με πίτσες, σαλάτες, καρμπονάρες.
Σ' ένα παράθυρο μόνο ένα φως όλο τον χειμώνα. Τα καλοκαίρια σπάνια να τον δουν οι απέναντι να κόβει βόλτες στη βεράντα ανάμεσα σε μαραμένες γλάστρες και γύρω του να θάλλει η αιθάλη, και η μορφή του να αχνοφαίνεται απ' το νέφος.
Κι όμως, ήταν η παρέα μας μέχρι το '10. Πηγαίναμε μαζί του στα μαγαζιά της νύχτας αλλά και της μέρας, ψωνίζαμε ρούχα, σπίτια, φουσκωτά, ψευτιές και σώματα. Πηγαίναμε διακοπές, ταξίδια, ακρογιαλιές, ξενοδοχεία. Και δάνεια, δάνεια, δάνεια για τα πάντα.
Κι εκείνος πάντα δίπλα μας. Και πόσο τον νοιαζόμαστε.
Πιο πολύ κι απ' τον εαυτό μας.
Πολλοί διατείνονται πως ήταν ο εαυτός μας. Μα σίγουρα θα κάνουν λάθος. Ενα ακόμα μες στα τόσα λάθη που κάνουν όλοι οι άλλοι κι εμείς ποτέ κανένα.
Ωραία έμοιαζε τότε ο κόσμος.
Ωραίες μέρες. Ροδαλές, ανώδυνες και φιλέορτες. Φιλέορτες χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Ετσι, από ένα αίσθημα κάπως φλου. Μάλλον πολύ φλου. Και καθόλου αρτιστίκ.
Ολος ο χρόνος ένα ατέλειωτο Σαββατοκύριακο.
Καιρός τού σπείρειν. Καιρός τού θερίζειν.
Τώρα ανεβαίνω την Πανεπιστημίου και μετράω τις τράπεζες με τους αστέγους.
Προχθές ανεβαίνοντας στο ύψος της Ομήρου, μια μητέρα, δεν θα την έλεγα φιλόστοργο, έσερνε το αγοράκι της απ' το χέρι, το οποίο ενώ το τρέχανε μπροστά αυτό κοίταγε πίσω, έναν μισοκοιμισμένο άστεγο και...
- Μαμά. Πού κάνουν τα κακά τους οι άστεγοι;
- Εκεί που κάνουν και τα καλά τους.
Αμεση η απάντηση της βιαστικής κι ατίθασης μητρός. Ο μικρός όμως να επιμένει.
- Δηλαδή πού;
- Στην Ελλάδα.
Ακούω έναν από δίπλα. Δεν ήξερα πώς ν' αντιδράσω. Στάθηκα εκεί στη μέση στο πεζοδρόμιο, αμήχανος «περί του πρακτέου» σαν τη «Φαύστα» του Μποστ. Προχώρησαν η μήτηρ με το παιδάριον, συνέχισε τον δρόμο του κι ο κύριος από δίπλα με το σχόλιο δηλητήριο.
Κι έμεινε ο άστεγος να κείτεται μισοκοιμισμένος στις πλάκες του πεζοδρομίου, κουλουριασμένος, όλος ένα κουβάρι. Μόνο το δεξί του χέρι απλωμένο, με την παλάμη ανοιχτή, σε στάση άκρως ελληνική. Στάση διαρκούς, αενάου επαιτείας.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από