«Now it's time to leave the capsule if you dare». Ο στίχος απ' το «Space Oddity» του Ντέιβιντ Μπάουι μόνο τυχαία δεν έχει τοποθετηθεί από τον Χρήστο Χωμενίδη ως μία εκ των δύο προμετωπίδων του νέου του μυθιστορήματος «Νεαρό άσπρο ελάφι».
Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση των 317 σελίδων νιώθεις πως τελείωσες ένα ψυχεδελικό ταξίδι. Μια κάθοδο στον Αδη των νεκρών του κεντρικού ήρωα. Μια Νέκυια γραμμένη μοντέρνα, με ρυθμό και μπόλικες κινηματογραφικές εικόνες. Πάμε;
Ο Μηνάς Αβλάμης είναι ένας τέως συγγραφέας που έχει αποσυρθεί στην Κέρκυρα. Για την ακρίβεια, έχει αποκηρύξει κάθε προηγούμενο βίο του. Και έχει μια απέχθεια να θυμάται ή να του θυμίζουν πως υπήρξε συγγραφέας. Και συγγραφέας πετυχημένος. Που πολύ νεαρός είχε παραδώσει ήδη στο κοινό ένα πετυχημένο πόνημα.

Η αντιστοιχία
Απ' την πρώτη στιγμή, ο πειρασμός να κάνεις την αντιστοιχία του Αβλάμη με τον Χωμενίδη είναι υπαρκτός. Κι αυτό αφού και ο δεύτερος εισέβαλε θριαμβευτικά και πολύ νέος στην ελληνική λογοτεχνία με το περίφημο «Σοφό παιδί». Επίσης, και ο Χωμενίδης επέλεξε να ζήσει στην Κέρκυρα, γενέτειρα της τέως συντρόφου του. Εδώ όμως υπάρχουν και οι θεμελιώδεις διαφορές συγγραφέα και ήρωα του μυθιστορήματος. Ο Χωμενίδης έμεινε για λίγο καιρό όντως στην Κέρκυρα. Και μόλις πρόσφατα επιστρέφοντας στην Αθήνα πέτυχε μια εκδοτική νίκη. Την ευπώλητη «Νίκη» (Εκδ. Πατάκη), πολιτικό μυθιστόρημα, με άξονα τη μητέρα του και την περιπέτεια της μεταπολεμικής Αριστεράς. Αρα, ο Χωμενίδης δεν αποσύρθηκε ποτέ. Και ποτέ δεν αποποιήθηκε τη συγγραφική του ιδιότητα αφού, όπως ο ίδιος με ειλικρίνεια λέει, αυτή είναι και η μόνη που του θεραπεύει τα τραύματά του. Δημόσιος διανοούμενος ο Χωμενίδης, στιγμή δεν αποποιήθηκε την αστική του ζωή και την έγνοια του για την πόλη, την πολιτική, στοιχιζόμενος με το μεταρρυθμιστικό Κέντρο ή το Ναι του καλοκαιρινού δημοψηφίσματος.
Πίσω, όμως, στο «Νεαρό άσπρο ελάφι». Ο Μηνάς Αβλάμης μια μέρα δέχεται ένα παράξενο τηλεφώνημα. Μια αινιγματική πόλη θέλει να τον τιμήσει για το έργο του. Αλήθεια, με ποιο ελατήριο μια άγνωστη πόλη τού σπάει την κανονικότητα της ελληνικής υπαίθρου; Μια κανονικότητα ρυθμισμένη μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας. Ακόμη και η αταξία του να κάνει έρωτα με μια παντρεμένη, τη Θάλεια, έχει τον χαρακτήρα υπολογιστικού τρόπου. Το νεόκοπο παχύ σώμα του δεν προδίδει τίποτε από την παλιά άσωτη ζωή του. Τότε που είχε μάθει να γράφει, να παρατηρεί τα πάντα για να έχει υλικό συγγραφής. Και να κάνει έρωτα. Ενας τέως ωραίος που αποσύρθηκε και που τώρα ένα τηλεφώνημα του ξαναθυμίζει εκείνο τον βίο.
Το μεγάλο δέλεαρ
Η πόλη λέγεται Κυδωνία. Και το δέλεαρ είναι μεγάλο για να παραβρεθεί εκεί, με όλα τα έξοδα πληρωμένα μέχρι κεραίας. Το «τρόπαιο» του ταξιδιού είναι πως θα φάει στο δείπνο νεαρό άσπρο ελάφι. Που σερβίρεται σχεδόν ωμό. Και που όποιος το έχει φάει μιλάει ξεκάθαρα για την ηδονή της απόλαυσης. Το ελάφι αυτό εξάλλου εκκρίνει μια ουσία ψυχοτρόπο, που δεν έχει ανιχνευτεί αλλού στη φύση. Ο Αβλάμης ταξιδεύει για τη μυστήρια πόλη. Και ο Χωμενίδης από την πρώτη στιγμή του ταξιδιού δεν διστάζει να γκαζώσει στο απροσδόκητο. Στο πλοίο για Ηγουμενίτσα ο ήρωάς μας, ενώ σιγοκοιμάται, νιώθει κάποιον να τον ξυπνά. Είναι ο Πέτρος Κουτούζης. Που εκτός από συνταξιδιώτης του είναι και ο σύζυγος της Θάλειας. Της γυναίκας με την οποία ο Αβλάμης έχει παράνομη σχέση. Ο Κουτούζης είναι το κλειδί της ιστορίας. Κι αυτό αφού του αποκαλύπτει πως η κόρη του Πέρσα είναι σε κώμα στην Κλινική Αργυρίου τις τελευταίες 997 μέρες. Τίποτε δεν μπορεί να την επαναφέρει. Το ταξίδι του Κουτούζη κάθε Σαββατοκύριακο στη γιαννιώτικη κλινική έχει σκοπό τη φροντίδα της. Μόνο μια έντονη μυρωδιά θα μπορούσε να κινητοποιήσει τις αισθήσεις της. Μέχρι τώρα, αυτό δεν έχει κατορθωθεί. Ο Αβλάμης γίνεται κοινωνός του δράματος του Κουτούζη λίγο πριν πάει στην Κυδωνία. Μαζί κάνουν μια στάση στη νεαρά κοιμωμένη.
Πλήθος εκπλήξεων
Οι εκπλήξεις βέβαια μόλις έχουν αρχίσει. Η Γιάννα Μηλιώνη, για παράδειγμα, που έχει επιφορτιστεί να μεταφέρει με αυτοκίνητο τον συγγραφέα στην πόλη, δεν είναι τυχαίο πρόσωπο. Είναι η αδελφή του αδικοχαμένου φαντάρου που ο Αβλάμης είχε χρησιμοποιήσει ως ήρωα σε παλαιότερο βιβλίο του. «Είχα παγιδευτεί, ακριβώς όπως ο ήρωάς μου, στο αυτοκίνητο κάποιου που με μισούσε» σκέφτεται καθώς πηγαίνουν με τη Μηλιώνη προς την Κυδωνία. Και η οδηγός του μόλις έχει αποκαλύψει με οργή τη φρίκη να διαβάζεις μυθιστόρημα στο οποίο πρωταγωνιστεί ο αδικοχαμένος αδελφός σου. Τη φρίκη το βίωμά σου να το κάνει κάποιος ύλη της δουλειάς του θα προσέθετα, παρότι ο Αβλάμης ως συγγραφέας δεν ήταν απλώς ένας κυνικός χειριστής βιωμάτων. Αλλά ένα πυρετικό ραντάρ με μπόλικη ευαισθησία που είχε σαφώς οριοθετημένες τις ιδιότητες. Αυτές που τα τελευταία επτά χρόνια έχει σβήσει αποσυρμένος.
Η δεύτερη έκπληξη είναι ο δήμαρχος της Κυδωνίας. Ενας σατράπης που πληρώνει για να επιβάλει τους όρους και το πλαίσιο της πόλης. Μια πόλη όπου κυριαρχεί κάτι παράξενο politically correct. Μια πόλη που τώρα έχει υποταχθεί στον δήμαρχο Παύλο Παύλου του Παύλου (Παπαπά) με συλλογική ενοχή για την πρότερη δολοφονία της καλλονής συντρόφου του.
Μα και ο Παύλου, μήπως είναι ο Θεός; Ή ένα κράμα παράγοντα ομάδας ποδοσφαίρου και μικροηγεμόνα; Πάμπλουτος, αυταρχικός και συνάμα ευαίσθητος. Ενας άνθρωπος που έχει καταφέρει να επιβάλει μια περεστρόικα στη ρημαγμένη από την κρίση πόλη. Μια πόλη που πριν από αυτόν ως μόνα ζωντανά κύτταρα είχε διατηρήσει την εκκλησία και την οργάνωση του κομμουνιστικού κόμματος. Ολη η Κυδωνία ξέρει και έχει διαβάσει τον Αβλάμη. Υστερα από εντολή του Παπαπά.
Τα παιδικά χρόνια
Κατά την παραμονή του στην Κυδωνία ο Αβλάμης έρχεται αντιμέτωπος με το παρελθόν του. Κι αυτό αφού μία σειρά προσώπων δικών του κάνουν την εμφάνισή τους. Οπως ο εμπορορράπτης Ανρί Ρογκάκος. Ή ο κολλητός της λεσβίας και ακτιβίστριας καλλιτέχνιδος αδελφής του Μηνά, Ηρώς: ο Φίλιππος Παλτόγλου.
Εδώ είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι. Ο Χωμενίδης με την εμφάνιση του κάθε προσώπου χτίζει έναν κόσμο γύρω από την αναβίωση των παιδικών χρόνων του ήρωα. Ο ράπτης είναι ο κολλητός του πατέρα του. Η υπενθύμιση μιας μεσαίας αθηναϊκής τάξης. Και βέβαια ο άνθρωπος που για χρόνια φρόντιζε τον μποέμ συγγραφέα. Ο άνθρωπος που μεταμόρφωνε το λαϊκό παιδί από το Γαλάτσι σε Στράτο Διονυσίου ή σε Τομ Γουλφ με καλοραμμένα κοστούμια. Παράλληλα, ο Χωμενίδης μέσω των προσώπων που επιλέγει να επανεμφανίζονται στη ζωή του Αβλάμη σκιαγραφεί αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις της νεοελληνικής κοινωνίας. Για παράδειγμα, ο Φίλιππος Παλτόγλου δεν είναι απλώς ο παλιός φίλος της αδελφής του. Είναι και ένας μισάνθρωπος που με όχημα την αντισυστημική λεοντή του αποδομεί τα πάντα. Σήμερα θα μπορούσε να είναι ένας hater του Διαδικτύου. Ενας πολέμιος του συστήματος και, άρα, του μικροαστισμού του Αβλάμη. Που όμως δεν είναι προικισμένος με ιδεολογικά εργαλεία. Δεν είναι αριστερός. Παρά μόνο φθονεί. Η αδελφή του Μηνά (Ηρώ) δεν διστάζει κάποτε να οργανώσει περφόρμανς εναντίον του, καίγοντας τα βιβλία του στην Πλατεία Κοτζιά.
Ο Αβλάμης στον πρότερο βίο του είναι αμφίσημος. Μοιάζει να μετεωρίζεται μεταξύ της λαμογιάς και της ευαισθησίας. Γράφει βιογραφίες αρτισύστατων πλουσίων επί χρήμασι, από τη μία («εγώ δεν ήμουν παρά ένας ευσυνείδητος οπερατέρ» παραδέχεται). Βιογραφεί μια εποχή που έχει ακόμη πολλά φουσκωμένα «εγώ».
Ερωτεύεται και αγαπά, από την άλλη. Λατρεύει, για παράδειγμα, τη μάνα του και τη δικαιολογεί ακόμη και στις απιστίες που κάνει στον πατέρα του.
Γυάλινος τάφος
Πιο προκλητικά και πιο περίτεχνα, όμως, ο Χωμενίδης επινοεί κάτι ευρηματικό. Το δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου φιλοξενείται ο τιμώμενος συγγραφέας είναι το παιδικό του δωμάτιο στο Γαλάτσι. Που ο Χωμενίδης το μεταποιεί σε γυάλινο τάφο στο δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος. Η εικονική κηδεία του Αβλάμη που στήνει ο πανούργος Παπαπά και οι καλεσμένοι του τιμητικού δείπνου αποτελούν ένα τελικό φλασμπάκ στη ζωή του συγγραφέα. Η κάθοδος στους νεκρούς του Αβλάμη είναι και η προϋπόθεση για να αναστηθεί ο ίδιος. Το πτώμα του παραιτημένου συγγραφέα να γίνει γεγονός αναστάσιμο, όπως θα έλεγε ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Ο Χρήστος Χωμενίδης μιλάει για το «Ελάφι»
«Τα τραύματά μου τα θεράπευα πάντα μέσω της συγγραφής»

Πήγα σε μια πόλη της Βόρειας Ελλάδας τον Νοέμβριο του 2014 για την παρουσίαση της «Νίκης». Με περίμενε μια κυρία που ήταν φανερό ότι δεν με γούσταρε καθόλου. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής αυτής δυσανασχετούσε δίπλα μου. Ετσι μου γεννήθηκε η ιδέα.

Ο Αβλάμης διαμορφούμενος από την οικογενειακή του ζωή, έγινε καλλιτέχνης. Ο,τι βλέπουμε αποτελεί δυνάμει υλικό για την τέχνη μας. Δεν ήμουν ποτέ έτσι ακριβώς τέτοιος. Ενας τέτοιος άνθρωπος είναι ένα τέρας. Δεν θα μπορούσα να μαγνητοφωνήσω ποτέ τον επιθανάτιο ρόγχο της μάνας μου όπως ο Αβλάμης. Το νόημα του βιβλίου είναι πως δεν μπορείς στη ζωή να λειτουργείς πάντα ως συγγραφέας. Οταν ο συγγραφέας βάζει το έργο του πάνω από τον εαυτό του είναι όλα καλά, όταν βάζει όμως το έργο του πάνω από τις ζωές των άλλων συντρίβεται. Ο Αβλάμης είναι ένας ηθικός ήρωας.

Ποτέ δεν σκέφτηκα να αποσυρθώ αφού τα τραύματά μου τα θεράπευα πάντα μέσω της συγγραφής.

Τι είναι το νεαρό άσπρο ελάφι; Πάντα πίστευα πως από κάπου εκλύεται η μέγιστη απόλαυση. Μια γυναίκα; Μια μουσική; Με το λαϊκό τραγούδι έχω φτάσει πιο κοντά σε αυτό. Το ελάφι όλως τυχαίως το δοκιμάζει ο Αβλάμης πρώτη φορά από μια τέως μαχήτρια του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος. Ασυνείδητη αναφορά στο αριστερό οικογενειακό μου περιβάλλον.  

Η Κυδωνία είναι η Νέκυια. Είναι το βύθισμα στους νεκρούς μας. Η προσωπική μου πόλη. Εδώ ο Αβλάμης συναντά τον Πατριαρχέα («Πάτρικ»), που είναι ο ίδιος ο εαυτός του μικρός.

Ο Παλτόγλου νομίζει πως πολεμάει το σύστημα ενώ είναι μέρος του. Είναι σαν σημερινός περονιστής. Δεν έχει στον ήλιο μοίρα, αισθάνεται σε ένα περιβάλλον που πνίγεται. Δεν μπορεί να αγαπήσει. Και έρχεται ένα καθεστώς που του δίνει τη δυνατότητα να εξαπολύει το μίσος του. Φοράει το προσωπείο του προοδευτικού, ενώ απλώς δεν μπορεί να απολαύσει τίποτε.

Οπως ο ράφτης κάθεται με τη βελόνα και φτιάχνει το ύφασμα, εγώ παλεύω συνέχεια με τις λέξεις. Αυτό βέβαια το έγραψα πιο γρήγορα από κάθε άλλο βιβλίο.

Το κοινό μας βίωμα συγκροτεί μια προσωπική μυθολογία. Υπάρχουν μέρη και ατμόσφαιρες στην Αθήνα ή στην Κέρκυρα ή οπουδήποτε, που αξίζουν ή ζητάνε να γίνουν τέχνη. Το ζαχαροπλαστείο Η Χαρά στα Πατήσια ζητούσε από κάποιον να το βάλει σε ένα βιβλίο. Το έκανα.