Με δεκάδες βιβλία και εκατοντάδες διηγήματα στο ενεργητικό του, ο Φίλιπ Ντικ (1928-1982) καθιερώθηκε στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας και ενέπνευσε σημαντικές κινηματογραφικές ταινίες. Το «Ηλεκτρικό πρόβατο», δημοσιευμένο το 1968, εποχή της αμφισβήτησης και των νέων κοινωνικών κινημάτων, προσέφερε στον Ρίντλεϊ Σκοτ την έμπνευση για την περίφημη καλτ ταινία του «Blade Runner», όπου απεικονίζεται με διορατικότητα η πάλη ανάμεσα στον άνθρωπο και την τεχνολογία, η αυτονόμηση της μηχανής και η ήττα της ελεύθερης βούλησης.
Δυστοπία
Το πλαίσιο είναι ένα εφιαλτικό αστικό τοπίο του μέλλοντος (για την ακρίβεια, η δράση εκτυλίσσεται στο τότε μακρινό 1992), μετά τον πυρηνικό όλεθρο του Τελειωτικού Πολέμου για τον οποίο κανείς δεν θυμάται πια τίποτα. Ο ήλιος έχει κρυφτεί πίσω από νέφη ραδιενεργού σκόνης, τα έμβια όντα έχουν εξαφανιστεί ή περιοριστεί σε ελάχιστα ζωντανά δείγματα, τα δάση έχουν υποχωρήσει και οι έρημοι του πλανήτη επελαύνουν. Η εντροπία αυξάνεται, τα πράγματα αποσυντίθενται, το νόημά τους επίσης. Παρά ταύτα, η τεχνολογία κάνει τεράστια άλματα. Οι εναπομείναντες άνθρωποι κυκλοφορούν με εναέρια οχήματα, μηχανικά ζώα κατασκευάζονται για να τους κρατούν συντροφιά, η τροφή είναι εν πολλοίς συνθετική, ειδικές συσκευές τούς στηρίζουν ψυχολογικά και άλλες τους φέρνουν σε επικοινωνία με τη νέα παγκόσμια θρησκεία, τον μερσερισμό. Με δεδομένο ότι η Γη είναι πλέον επικίνδυνη στους εναπομείναντες κατοίκους της για μεταλλάξεις και πνευματική οπισθοχώρηση (ήδη ένα νέο λούμπεν προλεταριάτο «καθυστερημένων» έχει γεννηθεί), ο ΟΗΕ έχει εξαπολύσει ένα μαζικό πρόγραμμα εποικισμού άλλων πλανητών και ως κίνητρο δίνεται σε κάθε έποικο ένα ζωντανό ρομπότ για να τον υπηρετεί. Τα ανδροειδή αυτά (ή ρεπλίκες), η σύλληψη των οποίων προοικονομεί την κλωνοποίηση, δεν διαφέρουν εκ πρώτης όψεως σε τίποτα από έναν κανονικό άνθρωπο. Μάλιστα, η νέα γενιά τους αναπτύσσει διανοητικές λειτουργίες και εν γένει ικανότητες ανώτερες του ανθρώπινου είδους. Αυτό το οποίο τα διαφοροποιεί είναι η έλλειψη συναισθηματικής απόκρισης προς τα ομοειδή τους - στοιχείο που κατά τον συγγραφέα και πολλές σχολές σκέψης έχει κατασκευάσει την ανθρώπινη κοινωνία. Τα ανδροειδή, όντα μοναχικά και βραχύβια, δεν διαθέτουν οπλοστάσιο αναμνήσεων, ούτε ιστορικό στο οποίο να μπορούν να καταφύγουν και, άρα, τους λείπει η ενσυναίσθηση. Εκεί βασίζεται και η διαδικασία εντοπισμού τους μέσω ειδικών ψυχολογικών τεστ, αν τύχει να διαφύγουν από τον πλανήτη τους ή αν εξεγερθούν ή αν διεκδικήσουν μια τεχνολογική τους μετεξέλιξη, φέρ' ειπείν προς μεγαλύτερη μακροβιότητα.
Και πράγματι αυτό συμβαίνει όλο και συχνότερα. Ανδροειδή που έχουν ήδη αναπτύξει εξαιρετικά ταλέντα (π.χ. εμφανίζεται στο βιβλίο μια εξαίρετη τραγουδίστρια της Οπερας του Σαν Φρανσίσκο και μια βιοτεχνολόγος εταιρείας κατασκευής ρομπότ) αποδρούν ή εξεγείρονται. Ενα ειδικό σώμα κυνηγών επικηρυγμένων έχει συγκροτηθεί για τον εντοπισμό και την «απόσυρσή» τους (βλ. εκτέλεση). Αυτή τη δουλειά κάνει και ο κεντρικός ήρωας  της ιστορίας μας Ρικ Ντέκαρτ, άνθρωπος με ειδικές ευαισθησίες, που εκτρέφει στην ταράτσα του ένα ηλεκτρικό πρόβατο και ονειρεύεται να αποσύρει αρκετά ανδροειδή ώστε να καταφέρει να αγοράσει με τα χρήματα της επικήρυξης ένα αληθινό ζώο - από τα ελάχιστα που έχουν απομείνει στον πλανήτη. Θα τα καταφέρει εντέλει να αγοράσει μια πραγματική γίδα, την οποία ωστόσο θα «αποσύρει» για εκδίκηση η Ρέιτσελ, ένα νόμιμο ανδροειδές με το οποίο ο Ρικ πλαγιάζει χωρίς άλλη συνέχεια. Η διττή ανατροπή είναι πλήρης. Η τεχνητή ζωή έχει ομαδοποιηθεί και αναπτύξει σημαντικές συναισθηματικές λειτουργίες σε σημείο που τα ειδικά τεστ δεν ανταποκρίνονται πλέον στις απαιτήσεις, ενώ ο ήρωάς μας έχει αρχίσει να συμπονά, να ποθεί και να ταυτίζεται συναισθηματικά με ανδροειδή σε σημείο που αποφασίζει να μη συνεχίσει τη δουλειά του.
Κοφτή, λιτή γραφή
Το βιβλίο του Φίλιπ Ντικ, πέραν της έντονης δράσης του και των ποικίλων ανατροπών στην πλοκή, παράγει απρόσμενη συγκίνηση εκεί όπου έχεις αρχίσει να φοβάσαι ότι πρόκειται για μια κοινή ιστορία επιστημονικής φαντασίας. Το τεχνολογικό παζλ στήνεται σταδιακά και με μια συγγραφική ωριμότητα που ξαφνιάζει, ενώ η γραφή είναι λιτή, κοφτή και έχω την εντύπωση πως δανείζεται στοιχεία από τον Χέμινγουεϊ. Ο εσωτερικός κόσμος των ηρώων του εξελίσσεται υποδορίως πλην αποφασιστικά, παράλληλα θα 'λεγε κανείς με τις αλλαγές στο περιβάλλον τους. Να θυμίσω ότι τα χρόνια εκείνα τα σενάρια του λεγόμενου «πυρηνικού χειμώνα» έδιναν και έπαιρναν σε διεθνή φόρα και στο εσωτερικό σοβαρών επιστημονικών ομάδων. Επίσης, το οικολογικό πρόταγμα είχε αρχίσει να ξεπροβάλλει δειλά δειλά μετά κυρίως τη δημοσίευση του σημαδιακού βιβλίου της βιολόγου Ρέιτσελ Κάρσον «Σιωπηλή άνοιξη», όπου περιγραφόταν μια φύση χωρίς έντομα και πουλιά μετά την αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων (και αυτό ακριβώς ισχύει στο «Ηλεκτρικό πρόβατο»). Είναι ακόμη η εποχή που στο Μπέρκλεϊ θριαμβεύει ο Μαρκούζε και η Σχολή της Φρανκφούρτης και μέσω αυτών η αμφισβήτηση της τεχνολογίας και της εν γένει βιομηχανικής κοινωνίας, η εποχή που ανδρώνεται το αντιπολεμικό κίνημα, αλλά και η εποχή του χιπισμού και των παραισθησιογόνων. Ειδικά τα τελευταία τροφοδοτούν τον Φίλιπ Ντικ - και όχι μόνο - με τη θεματική μιας άλλης πραγματικότητας και με μια πεποίθηση περί ύπαρξης παράλληλων κόσμων. Σε όλο του το έργο πραγματεύεται τα όρια του πραγματικού και τα όρια του ανθρώπινου, ακριβώς όπως κι εδώ.

Περί ορίων
Μάλλον Χάξλεϊ παρά Οργουελ
Ο συγγραφέας αντλεί λιγότερο από τον Οργουελ και περισσότερο από τον Χάξλεϊ, θα έλεγα σχηματικά, δεδομένου ότι δεν ασχολείται τόσο με την πολιτική, ότι αντίθετα εισάγει μια επιστημονική συζήτηση με λογοτεχνικούς όρους. Κάτι αντίστοιχο έκανε λίγα χρόνια μετά και ο Κιούμπρικ με την «Οδύσσεια του Διαστήματος», βάζοντας την τεχνολογία των υπολογιστών να αυτονομείται από τον ανθρώπινο έλεγχο και «να κάνει του κεφαλιού της» κατά την ιδιοφυή διατύπωση του φιλοσόφου Ζακ Ελίλ. Και είναι ακριβώς αυτή η προσπάθεια των ανδροειδών να ζήσουν, η επιθυμία τους να γίνουν άνθρωποι με όλες τις συναισθηματικές τους λειτουργίες (συν την ικανότητα αναπαραγωγής) που παράγουν συγκίνηση. Το άλλο στοιχείο που προκαλεί εσωτερικές δονήσεις είναι ο συναισθηματικός σύνδεσμος των ηρώων με τα ζώα, η λαχτάρα τους να δουν κάτι να κινείται μέσα από τη ραδιενεργό σκόνη, η συγκίνηση όταν καταναλώνουν πραγματική τροφή. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που το «Blade Runner» θα γινόταν μια διαχρονικά καλτ ταινία. Ούτε ότι, με όλη αυτή την προβληματική περί ορίων του πραγματικού και του ανθρώπινου να τον βαραίνει σε όλη του τη ζωή, ο Φίλιπ Ντικ μπαινόβγαινε σε ψυχιατρεία για να πεθάνει τελικά στα 54 του χρόνια.

Philip K. Dick
Το Ηλεκτρικό Πρόβατο 
Μτφ. Δημήτρης Αρβανίτης
Εκδ. Κέδρος, 2015, Σελ. 272
Τιμή: 13,50 ευρώ