Εναν στίχο του Αρη Δαβαράκη από τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς», τις μελοποιημένες από τον Μάνο Χατζιδάκι, επιλέγει ως τίτλο του αισθαντικού του κειμένου ο σκηνοθέτης Βασίλης Νικολαΐδης. Περνάνε τα χρόνια, οι δεκαετίες, σαν νεράκι λέμε πια όλοι οι ηλικιωμένοι, αλλά κάτι φαίνεται να μένει αξεκούνητο, ακόμη και μέσα στους νεότερους: οι αρχές της δεκαετίας του ’50, ένας μοναδικός συνδυασμός εθνικής δυστυχίας και καλλιτεχνικής άνθησης

Μια γυναίκα ντυμένη στα κόκκινα λικνίζεται μοιραία… Ξέρει ότι αρέσει. Το παλικάρι την πλησιάζει, την πολιορκεί. Εκείνη αντιστέκεται. Στο τέλος ενδίδει. Είναι η «αρχόντισσα». Τα δυο πιάνα παίζουν περιπαθώς το εμβληματικό τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη. Το κοστούμι του Γιάννη Μόραλη λάμπει μες στο θαμπό σκηνικό. Η φιγούρα της κοπέλας, με τη μαύρη στυλιζαρισμένη κόμη, γίνεται από μόνη της μια ζωγραφιά, φερμένη λες από άλλους καιρούς. Ο νέος, λαϊκός εραστής, με γιλέκο και ανεπίδοτους πόθους, συμπληρώνει το κάδρο…

Θέατρο Ρεξ, 1951. Η πρώτη χειμωνιάτικη παρουσίαση ενός πολύ φρέσκου χορευτικού συγκροτήματος, του Ελληνικού Χοροδράματος. Ψυχή του η Ραλλού Μάνου, ετεροθαλής αδελφή μιας βασίλισσας, μεγαλοαστή, με οράματα και πολύ τσαγανό. Μάζεψε γύρω της τους αριστείς των τεχνών του καιρού της κι έγραψε ιστορία, βασισμένη στο ταλέντο και το μεράκι τους. Πρώτος συνεργαζόμενος συνθέτης ο Μάνος Χατζιδάκις. Εγραψε για το Χορόδραμα αρχικά τον «Μαρσύα», που παίχτηκε το ’50 στην Αίγινα κι ήταν η παρθενική του εμφάνιση, κι αμέσως μετά τις «Εξι λαϊκές ζωγραφιές» και το «Καταραμένο φίδι».
Από τις «Ζωγραφιές» και η παλιά, θολή φωτογραφία που βλέπετε. Είναι ο Αγγελος Γριμάνης κι η Μάρμω Γεωργαλά, οι πρώτοι διδάξαντες του «Παλικαριού» και της «Αρχόντισσας».

Στη Μάρμω είναι αφιερωμένες και οι γραμμές που ακολουθούν. Στη θεία μου τη Μάρμω, σύζυγο του αδελφού του πατέρα μου, που, λεχώνα, μου έδωσε το γάλα της, μιας και η μάνα μου δεν είχε γάλα… Δεν αξιώθηκα ποτέ, όπως επιθυμούσαμε και οι δύο, να μου διηγηθεί και να καταγράψω τη συναρπαστική ζωή της, τη συνάντησή της με ιερά τέρατα του καιρού της, τη δική της προσφορά στην τέχνη. Ολο λέγαμε να βρεθούμε, να μου μιλήσει (κι είχε πολλά, έλεγε, να μου πει) κι όλο το αναβάλλαμε και ο καιρός περνούσε…

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Αθήνα, 1951. Τι καιροί, αλήθεια… Η Ελλάδα τσακισμένη, από έναν Πόλεμο, μια Κατοχή κι έναν Εμφύλιο, ακόμα ζωντανή, αναζητεί μια ταυτότητα, έναν χαρακτήρα. Τσαρούχης, Μόραλης, Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Χατζιδάκις προσπαθούν, μεταξύ πολλών άλλων, να σκιαγραφήσουν το καινούργιο πρόσωπο αυτής της πολύπαθης χώρας, να ξαναβρούν τη χαμένη «ελληνικότητα»… Ο Χατζιδάκις ανακαλύπτει και μένει εκστατικός μπρος στη δύναμη του ρεμπέτικου. Δηλώνει εμπράκτως τον θαυμασμό του διασκευάζοντας για δύο πιάνα έξι ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια. Αυτές είναι οι «Εξι λαϊκές ζωγραφιές», που ο ίδιος ο συνθέτης μαζί με τον Αργύρη Κουνάδη τις έπαιξαν στις πρώτες παραστάσεις στο Ρεξ.
Κύριος χορευτής σ’ όλες τις «Ζωγραφιές», ο έμπειρος και καταξιωμένος Αγγελος Γριμάνης. Μαθητής της Βίγκμαν, πρωταγωνιστής στα Ρωσικά Μπαλέτα, ο Γριμάνης ήταν μια από τις εξέχουσες προσωπικότητες του χορού στον τόπο μας, μόνιμος χορευτής και χορογράφος του Εθνικού Θεάτρου από το 1933 και της Λυρικής Σκηνής μετά τον Πόλεμο. Το 1951, στα 45 του, ο Γριμάνης ήταν το καταλληλότερο πρόσωπο που θα μπορούσε να βρει η Μάνου.
Δίπλα του, η Μάρμω Γεωργαλά, βασικό στέλεχος του Χοροδράματος, από τον «Μαρσύα» κιόλας. Δεξί χέρι της Μάνου, με μιαν έμφυτη χάρη, ζωντανή, εκφραστική, η Μάρμω ήταν η ιδανική ερμηνεύτρια αυτής της νέας γλώσσας, αυτής της παρθενικής ψηλάφησης νέων δρόμων.
Η Ειμαρμένη Γεωργαλά γεννήθηκε το 1919 στην Αθήνα, στην οδό Καλλιδρομίου. Εμφυτο ταλέντο, με αγάπη για την κίνηση, τον χορό, αυτοδίδακτη, έδωσε εξετάσεις και την πήρανε στο Εθνικό. Ζητάγανε κοπέλες για το αρχαίο δράμα. Συγχρόνως είχε δώσει και στην Ανωτάτη Εμπορική… Αρεσε στον Ροντήρη κι έτσι το ’39 προσλαμβάνεται στο Εθνικό («Ηλέκτρα»), χορεύει όμως και στο παρθενικό ξεκίνημα της Λυρικής Σκηνής, που συστεγαζόταν τότε με το πρώτο θέατρο της χώρας. Χόρεψε στη «Νυχτερίδα» του Στράους. Μαζί της, στο corps de ballet, μεταξύ άλλων και ο μετέπειτα μεγάλος ποιητής μας, ο Γιάννης Ρίτσος.
Ιδιαίτερη και άκρως γοητευτική, με έντονη κι ενδιαφέρουσα προσωπικότητα, η Μάρμω έκανε εντύπωση στον καιρό της. Γνωριμία με τους συγγραφείς Νίκο – Γαβριήλ Πεντζίκη και Τάσο Αθανασιάδη, τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, τον Γιώργο Κατσίμπαλη, τον Ανδρέα Καραντώνη… Το παράξενο κι ασυνήθιστο όνομά της δανείστηκε ο Αθανασιάδης και το έδωσε στην ηρωίδα των «Πανθέων»: Μάρμω.
Στη διάρκεια του Πολέμου φεύγει στη Βιέννη όπου μαθητεύει δίπλα στη μεγάλη χορεύτρια και δασκάλα Ροζαλία Χλάντεκ. Στη Βιέννη έμεινε μέχρι το ’44. Γύρισε από νοσταλγία. «Επρεπε να γυρίσω». Οπως έλεγε κι η ίδια. Στην Αθήνα, ξανά στον Χορό του αρχαίου δράματος του Εθνικού Θεάτρου, αλλά και στον χορό έργων πρόζας. Γνωριμία με τον θείο μου. Γάμος το 1953. Γνωριμία με τη Ραλλού Μάνου. Ελληνικό Χορόδραμα.
«Η Μάγμω, τι χογεύτρια!», μου είχε πει ο Χατζιδάκις όταν γνωριστήκαμε κι έμαθε πως είμαι ανιψιός της. «Πγωτοχόγεψε έξοχα στις “Εξι λαϊκές ζωγραφιές” και μαζί με τον Γριμάνη κι εμένα είχε κάνει και τις χογογραφίες…».
Στο ίδιο πρόγραμμα με τις «Ζωγραφιές», στο Ρεξ, το ’51 παρουσιάστηκε και το «Καταραμένο φίδι», αυτό το, καταπληκτικό σε έμπνευση και ποικιλία ρυθμών μπαλέτο του Χατζιδάκι. Η Μάνου υποδυόταν τον Καραγκιόζη, η Μάρμω, τον Μεγαλέξανδρο.
Στο Χορόδραμα πρωταγωνίστησε ακόμα στην «Πανδώρα» του Αργύρη Κουνάδη, όμως η δραστηριότητά της γρήγορα περιορίστηκε στο Εθνικό και στον Χορό Αρχαίου Δράματος. Τα Επιδαύρια ήταν πια γεγονός. Η Μάρμω ήταν παρούσα από τις αρχές, από τον «Ιππόλυτο» του Ροντήρη, το ’54. Ακολούθησε η «Εκάβη» το ’55, η «Μήδεια» το ’56.
Δειλά δειλά, από το ’56, η Μάρμω άρχισε να ασχολείται και με τη χορογραφία. Για πρώτη φορά υπογράφει τη χορογραφία στην «Κλυταιμνήστρα» του Αλέξανδρου Μάτσα, που ανέβηκε στο Εθνικό, σε σκηνοθεσία Κωστή Μιχαηλίδη. Ακολουθούν πολλά έργα, τόσο στο αρχαίο δράμα όσο και στην πρόζα, πάντα στο Εθνικό.
Ολα έδειχναν πως η πορεία θα ήταν σημαντική και η εξέλιξη ουσιαστική. Ομως τα πράγματα δεν έρχονται όπως θα θέλουμε. Υπάρχουν αστάθμητοι παράγοντες που ανατρέπουν τα πάντα. Στην περίπτωση της Μάρμως ήταν ένα σοβαρότατο αυτοκινητικό ατύχημα, το ’65. Τα κατάγματα ήταν βαριά, την ακινητοποίησαν πολύ καιρό.
Δεν την πρόλαβα στο θέατρο, δεν αξιώθηκα να δω χορογραφίες της. Οταν εγκατέλειψε, ήμουν γύρω στα 11. Εχω ακόμα μια πικρή γεύση στο στόμα, γιατί δεν πρόλαβα να την γνωρίσω επί της ουσίας, να καταλάβω για ποιαν επρόκειτο. Με τις γραμμές αυτές, ψηλαφώ κι εγώ το άγνωστο, το άδηλο.
Για ένα πράγμα είμαι σίγουρος: η Μάρμω αγαπήθηκε πολύ. Ο θείος μου τη λάτρευε, της είχε τρομερή αδυναμία. Αλλά και πριν να τον γνωρίσει, η Μάρμω ήταν αντικείμενο λατρείας, έστω κι ανεπίδοτης. Ο ποιητής Γιώργος Σαραντάρης φαίνεται πως την ερωτεύτηκε ειλικρινά. Εκείνη δεν ανταποκρίθηκε, ωστόσο εκείνος δεν πτοήθηκε. Της αφιέρωσε 6 συνολικά ποιήματα το φθινόπωρο του ’40. Είχαν γνωριστεί τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο κι έναν μήνα μετά, τον Οκτώβριο του ’40, ο ποιητής επιστρατεύτηκε. Ο Πόλεμος τον βρήκε στρατιώτη. Σκοτώθηκε τον Φεβρουάριο του ’41. Ηταν μόλις 33 χρόνων. Τη μέρα που επιστρατεύτηκε, στις 5 Οκτωβρίου του ’40, συνάντησε τη Μάρμω και την αποχαιρέτησε. Την ίδια μέρα έγραψε κι ένα ποίημα, στα γαλλικά, και της το αφιέρωσε.
Πίστεψα πως όλα, ακόμα κι ο θάνατος, είχανε ειπωθεί / Πίστεψα πως η καρδιά σου υπήρξε πάντα ένα παιδί / Ομως κλαις σα μια ζωή που δεν ξέρει παρά το γέλιο / Και μιλάς τα τριαντάφυλλα και μιλάς τ’ αδιάφορα λουλούδια / Θέλησα να σ’ αγαπήσω όμως η αγάπη άλλαξε φωνή / Δε βρίσκω το μυστικό της γης / Δεν έχεις φτερά όπως οι άγγελοι / Ομως πετάς! / Μες στην ψυχή μου μες στην ψυχή μου / όλα είναι ύπουλα, κλειστά / Μες στην ψυχή σου μες στην ψυχή σου / Ολα είναι πουλιού λαλιά / Η άνοιξη άγγιξε τα χέρια σου / Που γράφουν κινήσεις στον ορίζοντα. / Θέλω να πω να πω πως μ’ αγαπάς / Ομως η αγάπη πέρασε τα ποτάμια / Μπήκε στο χρόνο / Κι ο κόσμος έχει τα μάτια σου που λάμπουνε.
ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000