Το νερό στην ιστορία ήταν φίλος και ευεργέτης του ανθρώπου. Ομως η μάχη για την επιβίωση τον ανάγκαζε να ταξιδεύει και να αλλάζει τόπους. Τότε συχνά το νερό με τη μορφή ποταμών στεκόταν εμπόδιο. Στην αναπόφευκτη πάλη, ο άνθρωπος σταδιακά  επιστράτευσε τη δύναμη του μυαλού του. Δεν πήγε κόντρα, δεν αυθαδίασε απέναντι στη φύση, αντίθετα την προέκτεινε φτιάχνοντας μονότοξα και πολύτοξα γεφύρια, πέτρινα όλα τους και θολωτά, αφήνοντας από κάτω τους το νερό ανεπηρέαστο να ταξιδεύει προς τη θάλασσα.

Ετσι σύντομα τα γεφύρια μετουσιώθηκαν σε τέχνη και λειτουργούν πλέον σε άλλη διάσταση, αυτή του θρύλου. Για δεκάδες χρόνια, ίσως και εκατοντάδες, φάνηκε να λειτουργεί αυτή η άτυπη συμμαχία. Χθες, ο ποταμός Αραχθος χτύπησε με όλη την ορμή του ένα από τα κορυφαία γεφύρια - σύμβολα της χώρας μας, το ιστορικό γεφύρι της Πλάκας.
 
Τον «Παρθενώνα της περιοχής μας» όπως είπε ο κάτοικος της περιοχής Νίκος Μάνθος με εμφανή συγκίνηση.
Το γεφύρι της Πλάκας είναι το μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι των Βαλκανίων, παρότι είχε μια άτυπη αντιπαράθεση, ειδικά για το ύψος, με αυτό της Κόνιτσας.

Ολα τα χρόνια ζούσε στη σκιά τού φημισμένου γεφυριού της Αρτας και του μονότοξου της Κόνιτσας. Επρεπε να δείξουν ολιγωρία στη συντήρησή του οι Αρχές οι οποίες, σύμφωνα με καταγγελίες κατοίκων, είχαν αγνοήσει τις προειδοποιήσεις τους για την κατάσταση του γεφυριού, με αποτέλεσμα να γκρεμιστεί από τα νερά του Αραχθου και να το γνωρίσει όλος ο κόσμος. Ομως, δεν του άξιζε τέτοια τύχη!

Πέρασαν περίπου 15 χρόνια από τότε που είδα για πρώτη φορά από μακριά τη λυγερόκορμη καμάρα του γεφυριού. Τιναζόταν προς τα επάνω με τέτοια δύναμη αλλά και χάρη μπαλαρίνας που κέρδιζε αμέσως τον θαυμασμό. Η κορύφωση όμως ερχόταν όταν βρισκόσουν εκεί, δίπλα του, καθώς τίποτα άλλο δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί του. Ενιωθες δέος από τη δύναμη που απέπνεε καθώς στεκόταν αγέρωχο πάνω από τον Αραχθο, μικρός και ασήμαντος μπροστά στον όγκο του, σαν να αγνάντευες τις κορυφές των Ιμαλαΐων.

Κι όταν ανέβαινες στη ράχη του και περπατούσες στο λιθόστρωτο ανηφορικό καλντερίμι του ένιωθες ότι ανέβαινες ψηλά, πολύ ψηλά!

Δεν ήταν ψευδαίσθηση, βρισκόσουν περίπου 21 μέτρα πάνω από την επιφάνεια του νερού! Μετά τις πρώτες ανάσες προκειμένου να θαυμάσεις τη θέα, προσπαθούσες με μια ματιά να αγκαλιάσεις όλο το οικοδόμημα. Μα ήταν αδύνατο. Παρατηρώντας την αρχιτεκτονική τάξη στο καλντερίμι του, έμοιαζε απίστευτο ότι ήταν ανθρώπινο δημιούργημα.

Τόσο βαρύ, αλλά και ανάλαφρο, γεμάτο θρύλους, ιστορία και ανθρώπινες στιγμές που με λυγμούς περιέγραφε μία ακόμα κάτοικος της περιοχής, η Μαρίνα Γκαρτζονίκα. «Νιώθω σαν να γκρέμισαν το σπίτι μου, να ξερίζωσαν τις ρίζες μου»!

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από