Υπάρχουν κείμενα – μαρτυρίες και κείμενα – παρακαταθήκες που καλό θα ήταν ένας λαός – για την ψυχική και την πνευματική του υγεία, πρωτίστως – να συναντιέται μαζί τους, για μία έστω φορά, κάθε 50 χρόνια. Πολύ περισσότερο όταν – όπως ακριβώς το σημερινό κείμενο – έχουν γραφεί από μια εξέχουσα μορφή της λογοτεχνίας, της πολιτικής και της δημοσιογραφίας, τον Λουκή Ακρίτα. Τον σπουδαίο Λουκή Ακρίτα. Αν οι περισσότεροι σήμερα θυμούνται τον πολιτικό, που ως υφυπουργός Παιδείας υλοποίησε το 1964 με την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, αισθανόμαστε (παρά τον προεξέχοντα χαρακτήρα αυτής της δραστηριότητας) να του γίνεται μια τρομερή αδικία. Πεζογράφος σπάνιας εμπνοής καθώς τα τρία του μυθιστορήματα «Νέος με καλάς συστάσεις…», που δημοσίευσε σε ηλικία 26 μόλις χρονών (είχε γεννηθεί στην κωμόπολη Μόρφου της Κύπρου το 1909), «Ο κάμπος» και οι «Αρματωμένοι» πιστοποιούν την ύπαρξη ενός καθαρόαιμου αφηγηματικού ταλέντου.Στην κυρία Σύλβα Ακρίτα
Η εμπλοκή του Λουκή Ακρίτα με την πολιτική και ο πρόωρος θάνατός του (πέθανε το 1965, σε ηλικία μόλις 56 χρονών) στέρησαν τη λογοτεχνία μας από μια πεζογραφική συνέχεια που προοιωνιζόταν λαμπρή. Δεν αποκλείεται όμως τον ίδιο τον Λουκή Ακρίτα να τον ενδιέφερε εντονότερα κάτι άλλο ώστε να μας το κληροδοτήσει τελικά ακέραιο, μοναδικό. Ενα ήθος που μέσω της πολιτικής –όσο και να φαίνεται δύσκολο να κατανοηθεί –διέλαμψε σε όλο του το μέγεθος.
Το επιβεβαιώνει η έκδοση τους τελευταίους μήνες της Κατοχής μιας αντιστασιακής εφημερίδας με τον τίτλο «Καθημερινά Νέα», μια εφημερίδα που θα συνεχίσει την έκδοσή της, ως νόμιμη πια, μετά την Απελευθέρωση. Μετά το δημοψήφισμα όμως του 1946, που θα επαναφέρει τον βασιλέα Γεώργιο Β’ στην εξουσία, ο Λουκής Ακρίτας, ως διευθυντής και υπεύθυνος πολιτικά για την εφημερίδα αυτή, θα τολμήσει να καταγγείλει δημόσια τον Γεώργιο Παπανδρέου, κρίνοντας τη στάση του τελευταίου απέναντι στη δυναστεία ως ασυμβίβαστη με τα δημοκρατικά ιδεώδη.
Οσο και να είναι πάμπολλες οι πράξεις που εικονογραφούν την ηθική ακεραιότητα του Λουκή Ακρίτα, βιαζόμαστε να δώσουμε τον λόγο στον ίδιο, αναφέροντας με συντομία το ιστορικό τού κειμένου του που ακολουθεί. Σε έρευνα του περιοδικού «Νέα Εστία», το 1962, με τον τίτλο «Τι αγαπούν περισσότεροι οι συγγραφείς», ο Λουκής Ακρίτας έδωσε μια διεξοδική απάντηση προλογίζοντας το κείμενο της επιλογής του, που ήταν το αφήγημα του «Το φορτίο του ανθρώπου».
Παραμερίζοντας με πολλή προσπάθεια τη συγκίνηση που προκαλεί η ανάγνωση της απάντησης – παρακαταθήκης, να σημειώσουμε μια κουβέντα της Σύλβας Ακρίτα σε εκδήλωση που έγινε το 1995, στα 30 χρόνια από τον θάνατο του συζύγου της: «Ενας άνθρωπος εξακολουθεί να ζει ανάμεσά μας όταν τον θυμόμαστε είτε τιμώντας τον με μια δημόσια εκδήλωση είτε μιλώντας γι’ αυτόν αναμεταξύ μας».
«Ανήκω στους συγγραφείς που μένουν σταθερά ανικανοποίητοι από την ποιότητα της καλλιτεχνικής προσφοράς τους. Σε καμιά περίπτωση δεν έκρινα οριστικό ένα κείμενό μου, οποιοδήποτε κείμενό μου, ακόμη και το πιο απλό πολιτικό μου γραφτό. Δεν υπάρχει για μένα το “άπαξ διατυπωθέν” –είναι μια κωμική αυταρέσκεια των θορυβοποιών. Ανεξάρτητα από την ευτυχισμένη ώρα που μπορεί να είχε διατυπωθεί ένα κείμενο, ο χρόνος ανατρέπει στην κρίση μου την αξία του, υπονομεύει την πληρότητά του, λεηλατεί την πλαστικότητα, μου το ξαναφέρνει περίπου στις διαστάσεις της πρώτης ύλης. Γι’ αυτό, η στάση αδιαφορίας για κάθε παλιό μου βιβλίο, όσο κι αν το δούλεψα κάποτε με δημιουργικό πάθος. Κι αυτός είναι ο λόγος που έχω συνειδητά απομακρυνθεί από τη λογοτεχνική αγορά. Η καλλιτεχνική μου φιλοδοξία σημαδεύει ψηλότερο στόχο, έξω από τον καθημερινό θόρυβο και την κοσμική ματαιοδοξία.
Ενας δεύτερος λόγος, όχι λιγότερο σημαντικός, είναι η έντονη ανάμειξή μου στον εξουθενωτικό χώρο της πολιτικής. Η δικτατορία, ο πόλεμος, η Κατοχή, η Δημοκρατία, η Κύπρος μ’ έφεραν στο προχωρημένο χαράκωμα των αγώνων ενός προικισμένου, αλλά αφάνταστα βασανισμένου λαού. Σαν πνευματικός άνθρωπος ένιωσα το χρέος να καταβάλω στη γενεά μου την οποιαδήποτε άμεση προσφορά μου. Το τίμημα της καθημερινής αυτής στράτευσης είναι καταθλιπτικό. Το βαρύτερο για μένα είναι η διακοπή της συστηματικής πεζογραφικής και θεατρικής μου παραγωγής, σε μιαν εποχή που άρχισα, έπειτα από πολύχρονο μόχθο και οδυνηρή άσκηση, να κατακτώ την τεχνική της δουλειάς μου.
Οσο κι αν ο διχασμός αυτός στη σταδιοδρομία μου στάθηκε πικρός, έχει, φαντάζομαι, τη δικαίωσή του. Μέσα στον κουρνιαχτό της πολιτικής προσπάθησα να κρατήσω ψηλά το ήθος ενός πνευματικού ανθρώπου, που πρέπει να κινείται στον χώρο της Ιστορίας με σταθερότερα κριτήρια και κάποιες γενικότερες αναλογίες. Κι αυτή είναι η μικρή μου ανταμοιβή.
Η προτίμησή μου πέφτει στον “Θάνατο του Δελή”, ένα κεφάλαιο από τους “Αρματωμένους”. Το έγραψα στις αρχές του 1944, την εποχή που οι Γερμανοί, ξεφρενιασμένοι, θέριζαν τα παλληκάρια, όπου λάχαινε να τ’ απαντήσουνε. Καίγανε τα χωριά, ερήμωναν απ’ άκρη σ’ άκρη τον τόπο, ο θάνατος μας συντρόφευε κάθε δευτερόλεπτο, το αίμα είχε στοιχειώσει παντού, ο καθείς από μας μπορούσε να σταθεί στο απόσπασμα, να δεχτεί στην καρδιά του το βόλι. Πόσοι αγαπημένοι σύντροφοι είχαν στηθεί κατάντικρυ στο απόσπασμα. Κι αναπάντεχο αγαθό ήτανε για όλους μας η ζωή.
Ετσι ακριβώς ένιωθα όταν έγραφα το “Τραγούδι του Τόπου”, το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο του πρώτου μέρους των “Αρματωμένων”. Βέβαια, ένα μικρό κεφάλαιο, αυτό που ξεχωρίζω σήμερα, δεν μπορεί να έχει απόλυτη αυτοτέλεια, αφού είναι ο αναγκαίος, ο ζωντανός αρμός μιας πλατιάς πεζογραφικής σύνθεσης. Εχει όμως, όπως πιστεύω, την αυτονομία μιας θανατικής εκτέλεσης.
Το πρωινό εκείνο είχαμε δυσάρεστα νέα. Δικά μας παιδιά πιάστηκαν από τους Γερμανούς, ένας φίλος στο στρατόπεδο της Λάρισας είχε εκτελεστεί, έπρεπε να κρυφτούμε, να μετακινηθούμε μέσα στις συνοικίες της Αθήνας. Σαν κυνηγημένο αγρίμι έπιασα το μολύβι να γράψω τον “Θάνατο του Δελή”. Ημουνα νηστικός, παγωμένος, εξουθενωμένος, ολοκληρωτικά δοσμένος στην τελετουργία του θανάτου, σάμπως να ήμουνα ένα σώμα, μια ψυχή, με τον ηλικιωμένο δάσκαλο της Εξοχής, τον Πέτρο Δελή. Το λαογραφικό υλικό που μάζευε στα χωριά της Πίνδου, τα τραγούδια, τα παραμύθια, οι παροιμίες σάλευαν μέσα μου σαν τις προαιώνιες ρίζες που μας δένουν με τη μοίρα ενός λαού, μιας πατρίδας. Ο παλιός αντάρτης που στεκότανε πλάι στον Δελή, ο γερο-Θύμιος, σάμπως τραγούδι κλέφτικο, η αντρειοσύνη του τόπου μας. Η Ελλάδα, όρθια, στις κορυφογραμμές τής θυσίας και της προσφοράς της.
Εζησα, το κάθε δευτερόλεπτο, όλους τους αναβαθμούς του θανάτου, ώσπου ακούστηκε το παράγγελμα “Πυρ!”. Μια κραυγή βγήκε από μέσα μου, λες το μολύβι να χύθηκε ξαφνικά στα σπλάχνα μου. Το κορμί μου κύρτωσε κι έπεσε στο τραπέζι, σημαδεμένο από το φονικό που έγραφα. Ετσι, ο θάνατος του Δελή είναι δεμένος μ’ έναν δικό μου θάνατο, τον κορυφαίο, τον ιερό τρόμο που έζησα στα τέσσερα χρόνια της σκλαβιάς. Σε καμιά στιγμή της ζωής μου δεν έχω φοβηθεί τόσο πολύ όσο εκείνο το παγερό πρωινό. Και ποτέ δεν έχω ψηλώσει τόσο πολύ το ανάστημά μου, ν’ αντικρύσω σαν άντρας την τυραννία, όσο την ώρα που στεκόμουνα ανάμεσα σε δύο φανταστικούς συντρόφους, κατάντικρυ στις κάννες των ξένων. (Για ν’ ανταποκριθώ στην ιστορική αλήθεια του έργου, αναφέρομαι στους Ιταλούς)
Για συναισθηματικούς λόγους ξεχωρίζω ακόμα ένα δεύτερο κομμάτι: “Το φορτίο του ανθρώπου”. Το δημοσίευσα εδώ κι έναν χρόνο στο περιοδικό που εκδίδω, τον “Κόσμο”, και το έγραψα αποκλειστικά για την Ελενα, τη μοναδική θυγατέρα μου. Κι ακούστε, πώς στάθηκε η αφορμή.
Είναι τώρα η Ελενα εφτά χρονών. Στα μάτια της, στα μαλλιά της, αλλά και στα πείσματα, στις αμέτρητες παραξενιές της ξαναβλέπω τον εαυτό μου. Από πολύ μικρή έδειχνε να ανήκει στην εξαίσια, αλλά πάντα τυραγνισμένη πρωτοπορία των σημαιοφόρων της Δικαιοσύνης και της Λευτεριάς. Τ’ αφεντικά και τα πριγκιπόπουλα δεν τ’ αντέχει ούτε στα παραμύθια. Κι αυτό χωρίς να της μιλήσει κανείς. Μονάχη της ανακαλύπτει τον κόσμο τής αδικίας και της σκλαβιάς. Και με τον τρόπο της μάχεται. Συγκρίνοντάς τη με τη δική μου πείρα, αξιολογώντας τη με τις δικές μου προοπτικές, τη χαίρομαι που αντιδρά με σταθερή, αλύγιστη διακριτικότητα, χωρίς άσκοπους φανατισμούς. Οι βάσεις της είναι στέρεες, κυλούσαν στο αίμα της χωρίς διδαχή.
Κανείς από τους δικούς μας δεν την έχει βασανίσει με διαβάσματα, κι ούτε υποψιάστηκε πως υπάρχουν βιβλία τυπωμένα, με το δικό μου τ’ όνομα στο εξώφυλλο. Κανείς δεν τη ζάλισε με μάταιες δόξες. Κάποτε, όμως, στο δημόσιο σχολειό, όπου τη στείλαμε πέρσι, έλαχε να της κάνει λόγο η δασκάλα της, η κυρία Εφη, το μοναδικό πρόσωπο που έχει σε μυθική υπόληψη.
–Να μας πει η Ελενα, που ο πατέρας της γράφει βιβλία!..
Γύρισε ξαναμμένη από το σχολειό. Πέταξε τη σάκα στον κήπο, τίναξε τις ξανθές μπούκλες της και με πρόσταξε:
–Μπαμπά, θέλω να μου γράψεις ένα παραμύθι. Ενα καλό παραμύθι.
Και μου εξήγησε καταλεπτώς πώς της ήρθε τούτη η παράξενη πεθυμιά, μαθαίνοντας ξαφνικά μιαν άγνωστη, αλλά σεβαστή στην εκτίμησή της ιδιότητα του πατέρα της. Μία και μοναδική φορά με είχε ακούσει σε δημόσια συγκέντρωση και, μολονότι είναι πολύ επιφυλακτική στις κρίσεις της, θαρρώ πως είχε αποκομίσει για την όλη διαδικασία και τον ομιλητή πολύ κωμική εντύπωση.
–Και τι θέλεις να σου γράψω; τη ρώτησα αποφασισμένος ν’ ανταποκριθώ στην προσδοκία της, να κερδίσω ένα ποσοστό από την απεριόριστη εκτίμηση που έχει, εξόν από τη μητέρα της, στην εξαίρετη δασκάλα της.
–Ενα παραμύθι για τον Χριστό, μου αποκρίθηκε. Τις μέρες εκείνες ζούσε την ιστορία της Γέννησης, το θαύμα των ταπεινών πλημμύριζε την καρδιά της.
Κάτω από την αστυνομική παρακολούθηση της κόρης μου έγραψα “Το φορτίο του ανθρώπου” σ’ ένα απόγευμα. Αντί παραμύθι, όπως μου ζήτησε, βγήκε ένας κανόνας ζωής για την ίδια, για όλα τα παιδιά της ηλικίας της που κληρονομούν έναν κόσμο θαυμάτων, κάτω από το πυρηνικό νέφος που σκιάζει τη μοίρα της Γης.
Της το διάβασα, χωρίς, φυσικά, να καταλάβει πολλά πράματα. Ξεχώριζε μονάχα κάποιες χτυπητές πλευρές που της έφερναν λύπη και την πλημμύριζαν ερωτηματικά, σάμπως η Ελενα να είχε μεστώσει εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα, ξεπερνώντας την ηλικία της.
Ξεχωρίζω, λοιπόν, “Το φορτίο του ανθρώπου” ανάμεσα στα γραφτά μου, όχι γιατί είναι ένα από τα τελευταία δείγματα γραφής, αλλά γιατί θέλω, με τη σημερινή επιλογή, να ξέρει η κόρη μου, όταν μεγαλώσει, πως πρέπει να φέρει το φορτίο του ανθρώπου με αξιοπρέπεια και τιμή, αλύγιστη στις εναντιότητες της ζωής, με αυτογνωσία και ταπεινοσύνη. Να ξέρει πως ένας άνθρωπος γίνεται μικρός Θεός, όταν δεν προδίνει το χρέος του.
Η αναδημοσίευση του “Φορτίου του ανθρώπου” στη “Νέα Εστία” είναι σαν επισφράγιση μιας διαθήκης. Λουκής Ακρίτας».