Σε τελετή μνήμης βρέθηκαν στο πρώην αυστροουγγρικό συνοριακό φυλάκιο Κλίνγκενμπαχ-Σόπρον, ο υπουργός Εξωτερικών της Αυστρίας, Σεμπάστιαν Κουρτς, ο σλοβάκος ομόλογός του Μίροσλαβ Λάιτσακ και ο ούγγρος αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών και Εμπορίου Πέτερ Σιγιάρτο, για να τιμήσουν την επέτειο του ιστορικού «ανοίγματος» των αυστροουγγρικών συνόρων, πριν από 25 χρόνια, που δρομολόγησε το τέλος του αποκαλούμενου «Σιδηρούν Παραπετάσματος» και της διαίρεσης της Ευρώπης.
  
Ιστορικό έχει μείνει εκείνο το, από κοινού, «κόψιμο» των συρματοπλεγμάτων, στις 27 Ιουνίου του 1989, από τους τότε υπουργούς Εξωτερικών της Αυστρίας, Αλοις Μοκ - που πριν μερικές ημέρες γιόρτασε με αρκετά κλονισμένη υγεία τα 80α γενέθλιά του - και της Ουγγαρίας, Γκιούλα Χορν, ο οποίος διετέλεσε αργότερα, μετά τις κοσμογονικές αλλαγές, πρωθυπουργός της χώρας του και πέθανε πριν από ένα χρόνο.

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία με τους υπουργούς των δύο χωρών να κόβουν τα συρματοπλέγματα είχε κάνει τότε το γύρο του κόσμου και έως σήμερα θεωρείται συμβολική για το τέλος του «Σιδηρούν Παραπετάσματος», με τον Γκιούλα Χορν να δηλώνει τότε: «Είμαστε μάρτυρες ενός ιστορικού γεγονότος, καθώς τερματίσαμε τον, επί δεκαετίες, χωρισμό των δύο λαών που εμπόδιζε τη φιλία τους».
  
Της κοπής του συρματοπλέγματος είχε προηγηθεί, στις 2 Μαΐου της ίδιας χρονιάς, η απροσδόκητη ανακοίνωση της ουγγρικής κυβέρνησης, στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στον αυστροουγγρικό συνοριακό σταθμό Χεγκιεσαλόμ, ότι η Ουγγαρία αποφάσισε να διαλύσει τις, κατά την άποψή της, περιττές εγκαταστάσεις συνοριακών ελέγχων.

Η ανακοίνωση αυτή και το συμβολικό  «κόψιμο» του συρματοπλέγματος από τους Αλοις Μοκ και Γκιούλα Χορν, δύο μήνες αργότερα, λειτούργησαν καταλυτικά για την ιστορική μαζική φυγή χιλιάδων ανατολικογερμανών πολιτών, από την Ουγγαρία προς την Αυστρία, το Σεπτέμβριο του 1989, που θεωρήθηκε η «αρχή του τέλους» της πρώην Ανατολικής Γερμανίας.
  
Διότι το πραγματικό άνοιγμα των ουγγρικών συνόρων προς την Αυστρία συντελέστηκε τη νύχτα της 10ης προς την 11η Σεπτεμβρίου του 1989 και θεωρήθηκε διεθνώς, ως «θαρραλέα απόφαση με ιστορικές επιπτώσεις» από την πλευρά της Βουδαπέστης, στην οποία υπήρξε μια μετριοπαθής και διαλλακτική στάση της τότε σοβιετικής ηγεσίας υπό τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.

Η πρώτη επιτυχημένη απόπειρα μαζικής φυγής στη Δύση, ανατολικογερμανών πολιτών που βρίσκονταν στην Ουγγαρία για διακοπές, είχε γίνει ήδη στις 19 Αυγούστου 1989, όταν 600 από αυτούς είχαν εκμεταλλευτεί για τη διαφυγή τους στην Αυστρία, το προσωρινό άνοιγμα από την ουγγρική πλευρά, του συνοριακού σταθμού στο Σόπρον, για ελεύθερη διέλευση των συμμετεχόντων σε ένα παραμεθόριο «πικ-νικ ειρήνης».

Λίγες μόνον εβδομάδες μετά το πέρασμα των 600 στην Αυστρία και στη συνέχεια στην τότε Δυτική Γερμανία, η Ουγγαρία άνοιξε διάπλατα τα σύνορά της, και μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα μετά τη νύκτα της 10ης Σεπτεμβρίου, συνολικά πενήντα χιλιάδες Ανατολικογερμανοί διέφυγαν χωρίς κανένα πρόβλημα στη Δύση.

Σήμερα εκτιμάται πως το γεγονός εκείνο υπήρξε η αφετηρία και λειτούργησε στη συνέχεια, ως «ουγγρικό ντόμινο», για την αποκαθήλωση του «Σιδηρούν Παραπετάσματος», την κατάρρευση των κομμουνιστικών συστημάτων στην Ανατολική Ευρώπη και τελικά τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και τον θρίαμβο της Δύσης επί της κομμουνιστικής Ανατολής.