Την άποψή του εξέφρασε το Φανάρι για όσα διαδραματίζονται στην Ιεραρχία της Εκκλησίας με αφορμή την επικείμενη εκλογή του νέου μητροπολίτη Ιωαννίνων και το ψυχροπολεμικό κλίμα που φέρεται να προκάλεσε ανάμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και στην Εκκλησία της Ελλάδος.

Τη διαδοχή του μακαριστού Θεοκλήτου διεκδικούν ο πρωτοσύγκελος της Αρχιεπισκοπής και εφημέριος του Αγίου Παντελεήμονα Αχαρνών, αρχιμανδρίτης Μάξιμος Παπαγιάννης, στενός συνεργάτης του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, και ο αρχιμανδρίτης Δημήτριος Αργυρός, που ζει χρόνια στην περιοχή, ενώ είναι κοσμήτορας της Εκκλησιαστικής Ακαδημίας που λειτουργεί στην ιστορική Μονή της Παναγίας Βελλάς και έχει την υποστήριξη του Φαναρίου.

Η Μητρόπολη Ιωαννίνων ανήκει στις λεγόμενες «Νέες Χώρες», τις περιοχές που παραχώρησε «επιτροπικώς» τη διοίκησή τους στην Εκκλησία της Ελλάδος το Φανάρι το 1928, διατήρησε όμως τα πνευματικά του δικαιώματα.

Στο ανακοινωθέν του Οικουμενικού Πατριαρχείου γίνεται λόγος για «διαστρέβλωση» των γεγονότων από δημοσιεύματα που καθώς εμφανίστηκε ως παρέμβαση η επιθυμία του κ. Βαρθολομαίου.

Ειδικότερα, το ανακοινωθέν έχει ως εξής:

«Εξ αφορμής προσφάτων δημοσιευμάτων εις τον Ελληνικόν Τύπον και το Διαδίκτυον εν σχέσει προς την επικειμένην εκλογήν του νέου Μητροπολίτου Ιωαννίνων ανακοινούνται εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου τα ακόλουθα:

»1. Εντός του κρατούντος αδελφικού και φιλικού κλίματος εις τας σχέσεις μεταξύ της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου και της Α. Μακαριότητος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερωνύμου εξεφράσθη υπό του Παναγιωτάτου προς τον Μακαριώτατον και Ιεράρχας της Εκκλησίας της Ελλάδος συναντηθέντας μετ’ Αυτού η επιθυμία και ευχή Του όπως εις τον ιστορικόν Θρόνον της Ιεράς Μητροπόλεως Ιωαννίνων εκλεγή συγκεκριμένος κληρικός εγνωσμένης προσφοράς προς την Μητέρα Εκκλησίαν, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον, αλλά και την Αγιωτάτην Εκκλησίαν της Ελλάδος και τον Μακαριώτατον προσωπικώς. Η τοιαύτη έκφρασις ευχής και επιθυμίας υπό του Παναγιωτάτου ενεφανίσθη υπό ωρισμένων Μέσων Ενημερώσεως ως «παρέμβασις» εις τα εσωτερικά της Εκκλησίας της Ελλάδος και απειλή κατά της αυτοκεφαλίας της, ως εάν επρόκειτο περί εντολής ή αξιώσεως. Η τοιαύτη διαστρέβλωσις των γεγονότων μόνον υπό εχθρών της ειρηνικής συνεργασίας των δύο Εκκλησιών θα ημπορούσε να επινοηθή.

»2. Τα γραφέντα περί δήθεν αναμείξεως ή και ευθύνης ως προς το ανωτέρω θέμα του εν Αθήναις Γραφείου Εκπροσωπήσεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Διευθυντού αυτού Σεβ. Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου τυγχάνουν ψευδή και ανυπόστατα. Το Γραφείον τούτο και ο Διευθυντής αυτού ουδεμίαν ανάμειξιν είχον εις το εν λόγω θέμα. Η απόδοσις ευθυνών εις τρίτους αποσκοπεί, προφανώς, εις την μείωσιν ή υποβάθμισιν της εκφρασθείσης Πατριαρχικής βουλήσεως, η οποία ανήκει αποκλειστικώς και μόνον εις τον Παναγιώτατον.

»3. Οιαδήποτε προσπάθεια φιμώσεως της Α.Θ. Παναγιότητος επί θεμάτων αφορώντων εις τας εν ταίς «Νέαις Χώραις» Ιεράς Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου διά της απειλής περί δήθεν δημιουργίας «κρίσεως» είναι απαράδεκτος. Εάν οιονδήποτε μέλος της Εκκλησίας ή τοπική αρχή έχουν το δικαίωμα να εκφράζουν την ευχήν και επιθυμίαν των ως προς το πρόσωπον, το οποίον θα εκλεγή εις την Μητρόπολίν των, πολλώ μάλλον αποτελεί τούτο δικαίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχου, «δικαιουμένου και τούτου υποδεικνύειν υποψηφίους» διά τας εν λόγω Ιεράς Μητροπόλεις, κατά την Πατριαρχικήν και Συνοδικήν Πράξιν του 1928, της οποίας τους Όρους απεδέχθη και η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Εν τοις Πατριαρχείοις, τη 23η Ιουνίου 2014

Εκ της Αρχιγραμματείας

της Αγίας και Ιεράς Συνόδου»