Το σοκ του ναζισμού και του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μας ωθεί συχνά να αντιμετωπίζουμε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης ως μια ιστορία αλλεπάλληλων χαμένων ευκαιριών. Η γενική πεποίθηση πως οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις που διαχειρίστηκαν την κρίσιμη περίοδο 1918-1933 συντρίφτηκαν από τα «άκρα» που διογκώθηκαν υπέρμετρα από την οικονομική κρίση, είναι ελλειμματική και απομειώνει αυτό που σήμερα αντιλαμβανόμαστε ως «πολιτική ευθύνη» της κρατικής εξουσίας. Αντιμέτωπη με την προοπτική μιας επανάστασης στο πρότυπο της Οκτωβριανής, η πρώτη σοσιαλιστική κυβέρνηση του 1918 –το «Συμβούλιο των Λαϊκών Αντιπροσώπων» –βάδισε σε θέσεις πολύ πιο μετριοπαθείς από αυτές που απαιτούσαν (ή έστω ευνοούσαν) οι περιστάσεις.
Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Πλειοψηφίας του Φρίντριχ Εμπερτ φοβήθηκε την επαναστατική αλλαγή, αναδιπλώθηκε σε ένα τρίπτυχο συντηρητικών στόχων (εθνική ενότητα, τάξη, ανόρθωση της οικονομίας) και δεν δίστασε να συμμαχήσει με την Ακρα Δεξιά. Σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές της γερμανικής Ιστορίας, οι επαναστατικές ταραχές που ξέσπασαν τον Ιανουάριο του 1919 στο Βερολίνο και αργότερα στο Μόναχο καταπνίγηκαν από στρατιωτικές μονάδες και τα διαβόητα Freikorps, τα εθελοντικά παραστρατιωτικά σώματα της Ακρας Δεξιάς που προέβησαν σε αγριότητες, εκτελέσεις και δολοφονίες, «στο όνομα της δημοκρατίας». Το ολέθριο χάσμα μέσα στο εργατικό κίνημα υπονόμευσε διά παντός τη δημιουργία ενωμένου μετώπου κατά του δεξιού εξτρεμισμού, που μέσα σε μια δεκαπενταετία θα μεταμορφωνόταν στον απόλυτο εφιάλτη. Το πολιτικό σκηνικό της Βαϊμάρης είχε στηθεί.
Από τις αλυσιδωτές κοινωνικές εκρήξεις της εποχής γεννιέται (για δεύτερη φορά) ως πολιτικό πρόσωπο ο Αδόλφος Χίτλερ, πρώην δεκανέας του Αυτοκρατορικού Στρατού, παθιασμένος αντισημίτης και αρχηγός του μικρού, υπερσυντηρητικού Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος (NSDAP), ενός από τα πολλά γκρουπούσκουλα της γερμανικής Ακροδεξιάς. Το ιδεολογικό βάθρο του κόμματος πακτώνεται πολύ νωρίς και θα παραμείνει σχεδόν αναλλοίωτο μέχρι το 1933 και την «κατάληψη της εξουσίας» (Machtergreifung).
Πρωταρχικό στοιχείο πολιτικής ταυτότητας ήταν ο μαχητικός αντικαπιταλισμός. Συγγενής με την αντισημιτική κοσμοθεωρία, η καταγγελία του μεγάλου κεφαλαίου ήταν άμεση συνέπεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό είχε γίνει συνείδηση όλων των ευρωπαϊκών κοινωνιών πως η πρόσφατη, άνευ προηγουμένου ανθρωποσφαγή στα χαρακώματα ήταν ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος ο οποίος διεξήχθη για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των κεφαλαιοκρατών. Στην περίπτωση της Γερμανίας, ο αντικαπιταλισμός ενσωματώθηκε πλήρως στο ιδεολογικό οπλοστάσιο της Ακρας Δεξιάς. Οπως παρατηρεί ο Μαρσέλ Γκοσέ (Marcel Gauchet), αυτό οφείλεται στην ισχυρή διάδοση της σοσιαλιστικής ιδέας στη Γερμανία. Προεκτείνοντας τη διαπίστωση στο πεδίο της πολιτικής πρακτικής –και εδώ βρίσκεται ένα από τα μαθήματα της Βαϊμάρης στο σήμερα -, δικαιούμαστε να πούμε ότι η μετριοπάθεια της Σοσιαλδημοκρατίας και η μαξιμαλιστική «πατριωτική» ρητορική της σχετικοποίησαν το νόημα της σοσιαλιστικής αλλαγής στον μέγιστο βαθμό φέρνοντας σχεδόν απόλυτη σύγχυση εννοιών και αιτημάτων στις μάζες. Το αποτέλεσμα ήταν ακόμα και οι πλέον συντηρητικές, υπερεθνικιστικές πολιτικές ομάδες να μπορούν να εκφράζονται –και να αποκτούν έρεισμα –μέσα από την επίκληση σε «σοσιαλιστικές ιδέες».
Εβραίοι και μπολσεβίκοι
Το ναζιστικό κόμμα συνέδεε άμεσα την αντικαπιταλιστική χροιά της γερμανικής Ακροδεξιάς με τα δεινά που επιφέρουν οι Εβραίοι και ο μπολσεβικισμός. Το τρίπτυχο μοντέλο των εχθρών του έθνους -κομμουνιστές, Εβραίοι και καπιταλιστές –ήταν αποτελεσματικό ακριβώς χάρη στην πληθωρικότητα και αφαιρετικότητά του. Ρηχά εξηγητικά μοντέλα πλαισίωναν την επιθετική απελπισία που φούσκωνε στους κόλπους μιας ηττημένης κοινωνίας. Αυτοί που επενδύουν αρχικά στο NSDAP είναι παλαιοί πολεμιστές οι οποίοι αναζητούσαν εκδίκηση από τους «προδότες» που, κατά τη γνώμη τους, είχαν προκαλέσει τη στρατιωτική ήττα. Οτιδήποτε θα φυσούσε έκτοτε η επικαιρότητα προς το μέρος του Χίτλερ, απλώς θα γονιμοποιούσε τον αρνητισμό που βρισκόταν στον ιδεολογικό του πυρήνα.
Το 1923, εκδίδονται τρία έργα των βασικών θεωρητικών του μικρού πυρήνα, σε μια πρώτη προσπάθεια διάδοσης της ναζιστικής κοσμοαντίληψης: «Το γερμανικό κράτος νοούμενο με βάση ένα εθνικό και κοινωνικό θεμέλιο» του Γκόντφριντ Φέντερ, μια σχολιασμένη έκδοση των Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών του Αλφρεντ Ρόζενμπεργκ και μια μπροσούρα του Ντίτριχ Εκαρτ, με τον σουρεαλιστικό τίτλο, «Ο μπολσεβικισμός από τον Μωυσή στον Λένιν. Διάλογος ανάμεσα στον Χίτλερ και σε εμένα». Ολα αυτά πέρασαν μάλλον απαρατήρητα. Εκείνη τη χρονιά η Γερμανία, βυθισμένη στο οικονομικό χάος και στην πολιτική αστάθεια, ζούσε για δεύτερη φορά τη «Χαμένη Επανάσταση». Η σύγκρουση στην κεντρική σκηνή μαινόταν ανάμεσα στη Σοσιαλδημοκρατία και στους κομμουνιστές, το κόμμα του Χίτλερ βρισκόταν ακόμα στην αφάνεια.
Στις εκλογές του Δεκεμβρίου 1924 η συμμαχία στην οποία συμμετείχαν οι Ναζί πήρε με το ζόρι το 3% των ψήφων. Το αντίστοιχο ποσοστό του επίσημου κόμματος της Ακροδεξιάς, των «εθνολαϊκών» του DNVP που έφτασαν το 20,5%, έκανε τον Χίτλερ να αντιληφθεί πως η συμμορία έπρεπε να δώσει τη σκυτάλη στο κόμμα και η σιδηρογροθιά στη γραβάτα. Ανάμεσα στο 1924 και στο 1929, η νομιμότητα και ο παραστρατιωτικός χαρακτήρας βάδιζαν παράλληλα, χτίζοντας έναν σκληρό πυρήνα 130.000 μελών. Το κόμμα ήταν ήδη sui generis «αρχηγικό». Από τον συνδυασμό της οδού της νομιμότητας (η οποία προϋποθέτει ένα κόμμα με οργανωτική δομή, πρόγραμμα και στοχοθεσία) και της μυστικιστικού τύπου Führerprinzip (προνεωτερικού τύπου ακλόνητη πίστη στον έναν ηγέτη) θα προέκυπταν αργότερα ο δυϊσμός του ναζιστικού κράτους, η διατήρηση των κρατικών θεσμών και της δημοσιοϋπαλληλίας και το «δίδυμο» κράτος των Ες Ες και των λοιπών πνευματικών θεματοφυλάκων του κόμματος.
Ράιχ αντί Δημοκρατίας
Η οικονομική κρίση του 1929 ήταν για τη Γερμανία πραγματικός σεισμός. Η αλήθεια των αριθμών παραπέμπει σε μια αναγέννηση του ναζισμού. Από το μηδαμινό 2,6% των ψήφων που συγκέντρωσε το κόμμα του Χίτλερ μόλις ένα χρόνο πριν από την κρίση (1928), εκτινάχθηκε στο 18,3% ένα χρόνο αργότερα, για να φτάσει στο μέγιστο του 37,3% στις δεύτερες εκλογές του 1932. Η ακραία ρητορική βάδιζε πια αχαλίνωτη στα χνάρια της ακραίας κοινωνικής πόλωσης. Απελπισμένο από το σοκ της κρίσης, τη φτώχεια και τα εκατομμύρια των ανέργων, το εκλογικό σώμα δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον να βελτιώσει το πολιτικό σκηνικό, ενδιαφερόταν μόνο για φωνές αμφισβήτησης και διαμαρτυρίας για την οικονομική κατάσταση. Τα κόμματα του Κέντρου και της Δεξιάς έχαναν συνεχώς έδαφος, το Κομμουνιστικό Κόμμα (KPD) ενισχυόταν.
Η διαπαραταξιακότητα και ο χαμηλός μέσος όρος ηλικίας πολλών ψηφοφόρων του NSDAP είναι βαρόμετρο των διαθέσεων της τότε γερμανικής κοινωνίας. Μεταξύ εκείνων οι οποίοι έλκονταν με αυξανόμενους ρυθμούς προς το NSDAP το 1930, υπήρχε η κοινή αίσθηση μίσους για το κράτος, τους πολιτικούς, το «σύστημα» όπως το αποκαλούσαν (και) τότε. Η έννοια του «Ράιχ» αποδείχθηκε πιο δημοφιλής και πιο ριζοσπαστική από την ίδια τη Δημοκρατία. Η σχηματικότητα των εύκολων αληθειών και η επικοινωνιακή αφθαρσία ενός «αρχηγού» που δεν είχε συμμετάσχει σε καμία κυβέρνηση μέχρι τότε, έφεραν ένα κόμμα του περιθωρίου στο προσκήνιο.
Η χειμαρρώδης ανάπτυξη του ναζιστικού κόμματος ακύρωνε οποιαδήποτε προσπάθεια «θεσμικής» αντιμετώπισής του. Η πρόθεση να απαγορευτούν τα SS και τα SA ήταν καθυστερημένη και μάταιη, καθώς ο Χίτλερ βρισκόταν πλέον εντός «συνταγματικού τόξου». Η μόνη αντίδραση, και μάλιστα έντονη, άρχισε να αναπτύσσεται εκεί ακριβώς όπου οι Ναζί επιχειρούσαν την διείσδυση: στους δημόσιους χώρους, στους χώρους δουλειάς και στις γειτονιές.
Από το 1929 και μέχρι το 1933 αυξάνονταν αλματωδώς οι συχνές συμπλοκές των Ταγμάτων Εφόδου με τις πολιτοφυλακές του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (KPD) και ομάδες του SPD στους δρόμους του Βερολίνου και άλλων γερμανικών πόλεων, καταλήγοντας σε ένα μεγάλο κύκλο αιματηρών συγκρούσεων με πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Το NSDAP ανέφερε 42 νεκρούς και 6.300 τραυματίες το 1931 και 84 νεκρούς και 9.715 τραυματίες το 1932. Τα εργατικά σωματεία και οι ομάδες του KPD είχαν αντίστοιχα 52 νεκρούς το 1931 και 75 μόνο το πρώτο μισό του 1932. Οι τραυματίες είχαν ξεπεράσει τους 18.000. Οι γερμανοί εργάτες ήταν οι μόνοι που ύψωσαν το ανάστημά τους απέναντι στον Χίτλερ. Αν η μάχη κρινόταν στους δρόμους, τα πράγματα θα εξελίσσονταν διαφορετικά. Κρίθηκε όμως αλλού. Το κράτος, οι παραδοσιακές δομές εξουσίας, ο επιχειρηματικός κόσμος και οι βιομήχανοι έδωσαν, τελικά, την ολόπλευρη στήριξή τους στους Ναζί.
Στις 30 Ιανουαρίου 1933 ο πρόεδρος Χίντεμπουργκ κάλεσε τον Χίτλερ στο Προεδρικό Μέγαρο και του ανέθεσε την Καγκελαρία. Εκείνες τις ημέρες ο Χίτλερ πιθανόν να ανέσυρε από τη μνήμη του κάτι που είχε γράψει ο ίδιος το 1923: ««Δεν έχει καμία σημασία αν και κατά πόσο μας κοροϊδεύουν ή μας διασύρουν, αν μας ταυτίζουν με παλιάτσους ή με εγκληματίες. Το σημαντικό είναι ότι αναφέρονται σ’ εμάς, ότι ασχολούνται μαζί μας ξανά και ξανά».
Η μεγαλύτερη νύχτα είχε αρχίσει.
Ο Ι. Χανδρινός είναι ιστορικός. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Το τιμωρό
χέρι του λαού» (Θεμέλιο)