Το βιβλίο του Πίτερ Μάκριτζ για την ιστορία του ελληνικού γλωσσικού ζητήματος κυκλοφορεί σε μια στιγμή που το κάνει ιδιαίτερα επίκαιρο, καθώς φουντώνει πάλι η συζήτηση γύρω από τη θέση και τον ρόλο των αρχαίων ελληνικών στα σχολεία μας

Το 1766 ο Ευγένιος Βούλγαρις, «διδάσκαλος του Γένους», έβγαλε ένα βιβλίο με τίτλο «Λογική», όπου μεταξύ άλλων επετίθετο κατά της πραγμάτευσης φιλοσοφικών θεμάτων «χυδαϊστί», δηλαδή σε δημώδη γλώσσα. Αυτή η πράξη μπορεί να θεωρηθεί η αφετηρία του Γλωσσικού Ζητήματος, που, συνδεμένο καθώς ήταν εξαρχής με το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας, προκάλεσε για σχεδόν δύο αιώνες οξύτατες διαμάχες, ώσπου έληξε τυπικά το 1976, με την καθιέρωση της δημοτικής (ακριβέστερα, της κοινής νεοελληνικής) ως επίσημης γλώσσας του κράτους και των θεσμών του.

Ουσιαστικά, εκείνο που «έληξε» το 1976 ήταν η καθαρεύουσα, πράγμα στο οποίο συνέβαλε αποφασιστικά η κακοποίηση και (ακούσια) γελοιοποίησή της από τη χούντα των συνταγματαρχών. Η κατάργηση της διγλωσσίας δεν σήμανε και το τέλος των αντιπαραθέσεων γύρω από τη δέουσα μορφή της χρησιμοποιούμενης νεοελληνικής, δηλαδή γύρω από το αν, πόσο και πώς πρέπει να αντλεί από προγενέστερες γλωσσικές μορφές. Ή, σε τελική ανάλυση και ως πραγματικό σημείο τριβής, πώς θα εκφραστεί και διασφαλιστεί μέσω της γλώσσας η συνέχεια της ελληνικής ταυτότητας από την αρχαιότητα έως σήμερα. Το βιβλίο του Πίτερ Μάκριτζ, μια λεπτομερής, διαυγής, ισορροπημένα κριτική ιστορική επισκόπηση του Γλωσσικού Ζητήματος και των ιδεολογικών παραμέτρων του, παρουσιάζεται μεταφρασμένο στα ελληνικά σε μια συγκυρία που το ζήτημα φαίνεται να αναζωπυρώνεται για άλλη μια φορά.
Θεωρώ άσκοπο να περιγράψω κάτι που ως περίγραμμα είναι γνωστό σε όλους μας. Από την άλλη, θα ήταν προπετές να κρίνω επιστημονικά αυτό το σύγγραμμα, αφού δεν είμαι ούτε φιλόλογος ούτε γλωσσολόγος ούτε ιστορικός (αν και συμμερίζομαι τη διακριτικά εκφρασμένη θέση του Μάκριτζ για σταδιακά συντελεσμένο σχηματισμό μιας κοινής νεοελληνικής γλώσσας). Θα μιλήσω, λοιπόν, εδώ πιο πολύ με την ιδιότητα του συγγραφέα, παίρνοντας το βιβλίο ως αφορμή για μερικές παρατηρήσεις πάνω στο ζήτημα που (ξανα)τίθεται αυτό τον καιρό.
Η γλώσσα που μιλάμε και γράφουμε σήμερα δεν είναι ούτε η γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών ούτε η «πούρα» και συχνά διάσπαρτη με διαλεκτικούς τύπους δημοτική που διαβάζουμε σε λογοτεχνικά κείμενα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Διαμορφώθηκε και ομογενοποιήθηκε με την ανάπτυξη των αστικών κέντρων εις βάρος της υπαίθρου, την αύξηση ενός λίγο – πολύ μορφωμένου κοινού, τη διάδοση του Τύπου και γενικά της ανάγνωσης, την εξάπλωση του ραδιοφώνου και, στις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, τη ραγδαία διείσδυση της τηλεόρασης στα ελληνικά νοικοκυριά. Επηρεάστηκε και επηρεάζεται από τον πολλαπλασιασμό των πεδίων εφαρμογής της, από την αλλαγή (επιτάχυνση) του ρυθμού της ζωής, που ευνοεί τη βραχυλογία και τη συνθετότερη σύνταξη, από την επαφή με ξένες γλώσσες, προπαντός τα αγγλικά, όπου εκφράζεται (συχνά με λέξεις αρχαιοελληνικής ρίζας) ένα μεγάλο μέρος της καινούργιας γνώσης ή των φαινομένων της σύγχρονης ζωής, και από ένα σωρό άλλους παράγοντες.
Στις συνθήκες αυτές, οι εκφραστικές ανάγκες ωθούν προς μια γλώσσα περισσότερο ευέλικτη, πολυσυλλεκτική και πυκνή από την «πρότυπη» δημοτική. Πρακτικά, αυτό σημαίνει την επιλεκτική αναβίωση λέξεων και τύπων της καθαρεύουσας που είχαν εξοριστεί από τους ακραιφνείς δημοτικιστές. Εύκολα μπορεί κανείς π.χ. να διαπιστώσει την ολοένα συχνότερη χρήση της μετοχής ενεστώτος σε κείμενα συγγραφέων οι οποίοι δεν μπορούν να χαρακτηριστούν γλωσσικά συντηρητικοί, αλλά και στον προφορικό λόγο, για να αποφεύγεται ο δύσκαμπτος και αντιαισθητικός «πουπουισμός». Ή τη χρήση του συμπλεκτικού «δε» αντί του επαναλαμβανόμενου «και», ώστε να αποφεύγεται κατά το δυνατόν ο «καικαιισμός» (για τον λόγο αυτόν δεν μου αρέσει, στα γραπτά, η παραπλανητική έκθλιψη του ν από το αρνητικό «δεν» πριν από ηχηρό σύμφωνο). Υπάρχουν πάμπολλα άλλα παραδείγματα που δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση.
Πιστεύω, λοιπόν, ότι είναι χρήσιμο να αποκτήσει κανείς μια κάποια εξοικείωση με την αρχαία ελληνική και με την (τεχνητή μεν, πλην όμως ιστορικά επιδραστική, όπως και να το κάνουμε) καθαρεύουσα. Θα βοηθούσε αυτό στο να μην πετάει π.χ. ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης μαργαριτάρια όπως, τις προάλλες, εκείνο το «δευτερεύοντος σημασίας». Αλλά ο κ. Τσίπρας δεν έχει απλώς πρόβλημα γλωσσικής κατάρτισης. Εχει γενικά πρόβλημα παιδείας. Και αυτό μας φέρνει στην ουσία του ζητήματος.
Η νέα ελληνική έχει μια εντελώς ιδιότυπη σχέση με την αρχαία. Βρίσκεται πολύ πιο κοντά σε εκείνη από ό,τι π.χ. οι λατινογενείς γλώσσες στα λατινικά, από την άλλη όμως το γεγονός και μόνον ότι τα αρχαία ελληνικά κείμενα πρέπει να μεταφράζονται στη νεοελληνική αποδεικνύει ότι οι δύο μορφές δεν συνιστούν «μία γλώσσα, ενιαία και αδιαίρετη», όπως διακηρύσσουν μερικοί. Σε αυτή την παράξενη αμφισημία στήριξε ο συντηρητισμός το πρόγραμμά του για την επανασύνδεση με τους αγλαούς, παγκοσμίως θαυμαζόμενους αρχαίους προγόνους μας. Μη μπορώντας και μη θέλοντας να προωθήσει μια ουσιαστική, και όχι εθνοπατριωτικά χειραγωγημένη, μελέτη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, γιατί μια τέτοια μελέτη θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτα και ανεπιθύμητα ανοίγματα της σκέψης, αποφάσισε να γεφυρώσει το χάσμα με την αρχαιότητα καθαρίζοντας τη ζωντανή γλώσσα από τις «βάρβαρες» προσμείξεις και τις «αλλοιώσεις» που είχε υποστεί στο πέρασμα των αιώνων. Σύμφωνα με τη λογική του, όσο πιο κοντά ερχόμασταν στη γλώσσα των αρχαίων Ελλήνων τόσο πιο δική μας θα αισθανόμασταν την κληρονομιά τους, ενώ η παιδαγωγική αλλά και η κοινή λογική υποδεικνύουν ότι η πορεία θα έπρεπε να είναι η αντίστροφη.
Ετσι, τα παιδιά μας διδάσκονται στο σχολείο αρχαία ελληνικά, αλλά δεν μαθαίνουν σχεδόν τίποτα για τη σημασία του Ευριπίδη ή του Θουκυδίδη, του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη για τον παγκόσμιο πολιτισμό. Οσο περισσότερες ώρες κάνουν αρχαία τόσο περισσότερο απεχθάνονται την αρχαία ελληνική γραμματεία, γιατί τη συνδέουν στο μυαλό τους με τη βασανιστική και στείρα αποστήθιση γραμματικών κανόνων. Και ούτε μαθαίνουν, τελικά, αρχαία ελληνικά. Οι ξένοι, που προσεγγίζουν την αρχαία Ελλάδα διαφορετικά, έχουν μαζί της πολύ δημιουργικότερη σχέση. Μιλάει από μόνο του το γεγονός ότι η σύγχρονη Ελλάδα δεν έβγαλε κανέναν κλασικό φιλόλογο διεθνούς εμβέλειας μετά τον Κοραή.
Για όλα αυτά, θεωρώ ότι το πραγματικό ζήτημα είναι αν η αρχαία ελληνική θα διδάσκεται για να εμπεδώσουν τα ελληνόπουλα το προφανές, ότι δηλαδή η γλώσσα τους είναι θυγατέρα εκείνης, ή για να έχουν αμεσότερη πρόσβαση στους θησαυρούς του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Με αυτή την έννοια, βρίσκω πολύ λογική την πρόταση να περιοριστούν οι ώρες διδασκαλίας των Αρχαίων και να γίνει το μάθημα υποχρεωτικό στο λύκειο μόνο για τις σπουδές θεωρητικής κατεύθυνσης. Διαφορετικά, αν συνεχιστεί η σημερινή κατάσταση, όσο μεγαλύτερο όγκο έχει η αρχαία Ελλάδα ως γλωσσικό μάθημα στην εκπαίδευση τόσο θα συρρικνώνεται στη διδακτέα ύλη η συμβολή της σε όλα τα άλλα πεδία του πνεύματος.
ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000