Ηταν ζόρικα χρόνια. Στην αρχή, υπογράψαμε ένα μνημόνιο για να μη χρεοκοπήσουμε. Υστερα, φτιάχτηκε ένα κίνημα Αγανακτισμένων που ήθελε να βγούμε από το μνημόνιο, επειδή έπεφτε το βιοτικό επίπεδό μας, και να μας πληρώνουν το βιωτικό επίπεδό μας οι Ευρωπαίοι. Η Αθήνα έγινε θέατρο βίας. Αναδύθηκαν διάφορες δήθεν αντισυστημικές δυνάμεις που βρίζοντας τη Βουλή επιδίωκαν να καθίσουν στης Βουλής τα έδρανα, να γίνουν το νέο σύστημα – με πιο διάσημες, τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Χρυσή Αυγή.
Υστερα, ο Αλέξης Τσίπρας, πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, υποσχέθηκε ότι θα έσκιζε τα μνημόνια, όχι απλά, αλλά με ένα νόμο και με ένα άρθρο. Χρησιμοποίησε κάτι γελωτοποιούς, για να συκοφαντήσουν τη νόμιμη κυβέρνηση που υλοποιούσε το δεύτερο μνημόνιο (τον έναν, αργότερα, τον έκανε υφυπουργό Κοινωνικών Ασφαλίσεων – ήταν κομβικό αξίωμα στην καριέρα του, γι’ αυτό κατόπιν έγινε αστρολόγος), προκειμένου να καταψηφιστεί ο υποψήφιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας και να πέσει η κυβέρνηση Σαμαρά.
Υστερα, ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε κυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ, η Αριστερά ανέβηκε μαζί με ένα ακροδεξιό κόμμα στην εξουσία, μοίρασαν τις θέσεις, ώσπου φτάσαμε στον Ιούνιο, προκηρύχτηκε δημοψήφισμα και, όπως συμβαίνει στον ελληνισμό, υπερψηφίστηκε ένα περήφανο Οχι – και παραλίγο η χώρα να βγει, όχι από τη ζώνη του ευρώ αλλά και από τον πλανήτη.
Αυτή τη μικρή ιστορία, την οποία ζήσαμε με ένταση από πρώτο χέρι, κάνουν διάφοροι κάθε προσπάθεια να την ξεχάσουμε. Κι ύστερα εμφανίζονται δύο δημοσιογράφοι, η Ελένη Βαρβιτσιώτη και η Βικτώρια Δενδρινού, και γυρίζουν ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ, στο οποίο μιλάνε μερικοί από τους αξιωματούχους της εποχής. Ετσι επιβεβαιώνεται πανηγυρικά ότι όσα γίνονταν τότε, όταν όλα αυτά δεν ήταν ιστορία, και προειδοποιούσαμε γι’ αυτά, γράφαμε, μιλάγαμε, προσπαθούσαμε να κινητοποιήσουμε τον κόσμο μέσω της κίνησης «Μένουμε Ευρώπη»· δεν ήταν φαντασία μας, δεν υποβλέπαμε την Αριστερά αλλά, όντως, βλέπαμε την καταστροφή και προειδοποιούσαμε.
Κι όταν μας έλεγαν γερμανοτσολιάδες και μας κυνηγούσαν στους δρόμους και μας έδερναν και μας αποκαλούσαν προδότες και νενέκους και προσπαθούσαν να μας κλείσουν το στόμα δεν το έκαναν, επειδή είχαν πιστέψει παθιασμένα τις αυταπάτες τους (όπως είχε χαρακτηρίσει την εγκληματική πολιτική του ο Τσίπρας), αλλά το έκαναν εσκεμμένα, για να μας κάνουν να σωπάσουμε. Επειδή, κατά τα άλλα, ήξεραν ότι μας κορόιδευαν, ήξεραν ότι όσα λένε είναι ψέματα απλώς για να ανεβούν στην εξουσία – και στη συνέχεια, για να κρατηθούν. Αλλά το σημαντικό γι’ αυτούς ήταν να τους χειροκροτούν εκείνοι τους οποίους τάιζαν σανό, γιατί έτσι μετά θα τους ψήφιζαν. Και θα τους έστελναν στη γλυκιά εξουσία.
Κι όταν έβριζαν τους γραφειοκράτες των Βρυξελλών που υλοποιούσαν τις συμφωνίες, στην ουσία έβριζαν συνεπείς και πρόθυμους υπαλλήλους που εργάζονταν με πολλά εμπόδια για να πετύχουν ή να υλοποιήσουν συμφωνίες, να απελευθερώσουν κονδύλια και, γενικώς, να κάνουν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να μην πάμε στα βράχια. Κι αυτοί μας έσωσαν. Μαζί με κάποιους έλληνες τεχνοκράτες που εργάστηκαν κόντρα στην κυρίαρχη ελληνική ιδεοληψία. Με κάποια, ελάχιστα, πολιτικά στελέχη. Με κάποιους, λίγους δημοσιογράφους και δημοσιολογούντες. Με κάποια, λίγα ΜΜΕ. Και με μια μειοψηφία που πήγε κόντρα στην κυρίαρχη αντίληψη αυτοκτόνων.
Αυτά περάσαμε τα χρόνια που έφεραν και κράτησαν τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία. Ακόμα και σήμερα, ανατριχιαστικά. Αλλά πιο ανατριχιαστικός είναι ο κυνισμός όσων μας λένε κατάμουτρα, ακόμα και σήμερα, γελώντας, ότι μας κορόιδευαν. Και έχουν μούτρα να ζητάνε ξανά την ψήφο μας.
Ο Λένιν, ο Μαρξ και ο Παράδεισος
Δεν τα ‘χω με τον μαρξισμό, πάει και τελείωσε. Στο προχθεσινό κείμενο – ανάλυση του Μανιφέστου του Αλέξη Τσίπρα (ενός μανιφέστου που ήδη πάλιωσε, αρκούσε να ξαναθυμηθούμε το πραγματικό μέγεθος της εξαπάτησης των ψηφοφόρων από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ), αναφέρθηκα στο επαναστατικό τσιτάτο «Από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του», το οποίο απέδωσα στον Λένιν ή, έστω, στη λενινιστική κουλτούρα. Τι το ‘θελα; Μου την έπεσαν οι πούροι μαρξιστές.
Πρώτος ανάμεσά τους ένας πολύ γνωστός καθηγητής φιλολογίας, που με επανέφερε στην τάξη: οφείλουμε να είμαστε ακριβείς. Αναγκάστηκα κι εγώ να ξεθάψω από το πιο δύσχρηστο τμήμα της βιβλιοθήκης μου τους κλασικούς του μαρξισμού στις εκδόσεις του Θεμέλιου, που ήταν διάσημες στα φοιτητικά μου χρόνια, και να αναζητήσω τη φράση. Τη βρήκα στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», έργο του Μαρξ γραμμένο το 1875 – μ’ αυτή τη φράση περιγράφεται η ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας.
Σαν να λέμε δηλαδή το αντίστοιχο του Παραδείσου στην κομμουνιστική τελεολογία. Εν πάση περιπτώσει, διορθώνω την ανακρίβεια – αλλά το λάθος μού έδωσε την ευκαιρία να αναλογιστώ τι διαβάζαμε και τι πιστεύαμε όταν ήμασταν νέοι. Πόσο αφελείς υπήρξαμε. Και πόσο καλό είναι που ο παράδεισός μας διαλύθηκε.






