Εμπνευστής και πρωταγωνιστής ενός καλοστημένου σχεδίου δωροδοκίας, καταφέρνοντας να «μετουσιώσει τις μίζες εκατομμυρίων ευρώ από τα εξοπλιστικά προγράμματα σε ακίνητα που κατέληξαν στην οικογένειά του», είναι κατά την εισαγγελέα Γεωργία Αδειλήνη, ο πρώην υπουργός Ακης Τσοχατζόπουλος.
Για περισσότερες από πέντε ώρες χθες η εισαγγελέας του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της Αθήνας σφυροκοπούσε τον πρώην υπουργό Εθνικής Αμυνας και τον σκληρό πυρήνα των συγκατηγορουμένων του - συμπεριλαμβανομένων της συζύγου και της κόρης του - οι οποίοι φέρονται να έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην υπόθεση με τις χρυσές μίζες.
Με αποδεικτικά εργαλεία την κίνηση ύποπτων εμβασμάτων, την παρακολούθηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας των οφσόρ εταιρειών, τις επενδύσεις της οικογένειας του Ακη Τσοχατζόπουλου στον χώρο του real estate, τα αποκαλυπτικά χειρόγραφα σημειώματά του, αλλά και τις ομολογίες συγκατηγορουμένων του, η εισαγγελική λειτουργός σκιαγράφησε το προφίλ του ενόχου, κατά την κρίση της, πρώην υπουργού.
Η κ. Αδειλήνη αναφέρθηκε στο νομικό καθεστώς που επικρατούσε στην προμήθεια των εξοπλιστικών και το προβληματικό περιβάλλον των αντισταθμιστικών ωφελημάτων, που λειτουργούσαν ως «εν δυνάμει μηχανισμός μίζας και διαφθοράς».
Κατά την εισαγγελέα ο Ακης Τσοχατζόπουλος «αξιοποίησε πλήρως το περιβάλλον αυτό. Δεν χρειάστηκε να αναζητήσει τους εκπροσώπους των εταιρειών, καθώς ήταν δίπλα του οι μεσάζοντες. Πήρε πολλά χρήματα αδιαφορώντας ότι οι μίζες μετακυλίονταν στους ώμους του λαού, που ήταν κατάχρεος και τον εμπιστεύτηκε με την ψήφο του».
Πώς όμως μεθοδεύτηκε η δωροδοκία του πρώην υπουργού; Τα πρώτα βήματα έγιναν - κατά την εισαγγελέα πάντα - το 1997 όταν ο Ακης Τσοχατζόπουλος ζήτησε από τον εξάδελφο και συγκατηγορούμενό του Νίκο Ζήγρα να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό για να μπαίνουν οι παράνομες πληρωμές.
Οι οφσόρ. Μετά εμπνέεται τη δημιουργία των οφσόρ εταιρειών. Πρώτη στο παιχνίδι μπήκε η Bluebell, ενώ ακολούθησαν και άλλες υπεράκτιες και μη, όπως οι Torcaso, Ρ&Α Investment, Nobilis και Norris. Οι μίζες, μέσω των εταιρειών αυτών, μετουσιώθηκαν σε ακίνητα των μελών της οικογένειας του Τσοχατζόπουλου και όχι του Ζήγρα, ο οποίος εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος κάποιων εταιρειών, είπε με έμφαση η εισαγγελέας θέλοντας να δείξει ποιος κινούσε τα νήματα των εταιρειών. Σε μια αποστροφή του λόγου της μάλιστα χαρακτήρισε «ειλικρινή» τον Νίκο Ζήγρα.
Επιπλέον, χτίζοντας το «κατηγορώ» κατά του πρώην υπουργού επικαλέστηκε έμβασμα της ΜΙΕ (εταιρεία που συνδέεται με την προμήθεια των υποβρυχίων) που καταλήγει στην αδελφή της πρώην συζύγου του Ακη Τσοχατζόπουλου, αν και η ίδια δεν είχε καμία σχέση με εξοπλιστικά προγράμματα.
Από την προσοχή της εισαγγελέως δεν ξέφυγε το γεγονός ότι όλες αυτές οι εταιρείες που ενεπλάκησαν στο γαϊτανάκι της διακίνησης μαύρου χρήματος, στη διάρκεια της ζωής τους ανέπτυξαν μια και μοναδική επιχειρηματική δραστηριότητα, που δεν είναι άλλη από την αγορά των επίδικων ακινήτων (Δεινοκράτους 60, Διονυσίου Αρεοπαγίτου 33, Κεφαλληνίας 38 και Κεφαλληνίας 40, Κομνά Τράκα και Κεφαλληνίας, Κηφισίας 7).
Οταν η κ. Αδειλήνη άνοιξε το κεφάλαιο της αγοράς του νεοκλασικού της Διονυσίου Αρεοπαγίτου χαρακτήρισε ύποπτο το γεγονός ότι ο Ακης Τσοχατζόπουλος ξόδεψε μεγάλα χρηματικά ποσά για επισκευές στο ακίνητο, ενώ ήταν μισθωτής και πριν ακόμα το αγοράσει τον Απρίλιο του 2010. «Ο Ακης Τσοχατζόπουλος ήταν η Torcaso και η Nobilis. Προετοιμαζόταν το έδαφος για τη μεταβίβαση του ακινήτου στη Βίκυ Σταμάτη. Το τελικό χτύπημα ήρθε με το τίμημα του ακινήτου που πουλήθηκε 1.100.000 ευρώ, ενώ η αντικειμενική του αξία ήταν 1.300.000 ευρώ και η εμπορική του 3.300.000 ευρώ», τόνισε η εισαγγελέας θέλοντας να δείξει τις γκρίζες ζώνες στην επενδυτική επιλογή του πρώην υπουργού. Πρόσθεσε δε, ότι η Βίκυ Σταμάτη πήρε δάνειο 850.000 ευρώ στο όνομά της για να δικαιολογηθεί φορολογικά η απόκτηση του ακινήτου, το οποίο «η Ελληνική Δικαιοσύνη δεν θα επιτρέψει να επιστρέψει στα χέρια της κ. Σταμάτη».

Πώληση ακινήτων στο Βατοπέδι
Η εισαγγελέας αντλώντας στοιχεία από τον φάκελο των ιταλικών εταιρειών όπου εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος ο κατηγορούμενος Γιώργος Σαχπατζίδης, παρατήρησε ότι ο πρώην υπουργός στην προσπάθειά του επεκτάθηκε κι εκτός Ελλάδος. Κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι ο Σαχπατζίδης πούλησε ακίνητα στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου για λογαριασμό του Τσοχατζόπουλου.