Φοβούμαι πως ζούμε μια παρεξήγηση, η οποία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη συνεχιζόμενη όσο και καταστροφική αίσθηση μετεωρισμού και αβεβαιότητας. Το ερώτημα «πώς θα ήταν καλύτερο να δράσουμε για την αντιμετώπιση της κρίσης;» είναι κρίσιμο και βασανιστικό, έχει όμως πια φιλοσοφικό χαρακτήρα. Από πολιτική άποψη απαντήθηκε στις πρόσφατες εκλογές και η απάντηση που δόθηκε ήταν: «Μέσα στην Ευρώπη, με τη βοήθεια της Ευρώπης, αλλάζοντας τμήματα του συμφωνημένου πλαισίου βοήθειας και όχι το ίδιο το πλαίσιο». Αν λοιπόν θέλουμε, όπως ισχυρίζονται σχεδόν όλοι, αυτή η τελευταία ευκαιρία να μην πάει χαμένη, πρέπει να στραφούμε στην πραγματικότητα.

Δεδομένο πρώτο: η προγραμματική συμφωνία των τριών κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση είναι μια - πολύ γενική και αόριστη - βάση συνεννόησης, δεν συνιστά όμως πολιτικό πρόγραμμα. Το πραγματικό πολιτικό πρόγραμμα - μέχρι μια ελληνική κυβέρνηση, στηριζόμενη σε άλλη λαϊκή εντολή, να αποφασίσει διαφορετικά - είναι το λεγόμενο Μνημόνιο, δηλαδή οι συμφωνημένες δεσμεύσεις της Ελλάδας έναντι των δανειστών της. Η μεγάλη διαφορά της κυβέρνησης συνεργασίας από την κυβέρνηση Παπανδρέου είναι ότι η πρώτη όχι μόνο παρέλαβε αλλά και «έκανε δικό της» το Μνημόνιο, ενώ η δεύτερη είχε εκλεγεί στη βάση ενός εντελώς διαφορετικού προγράμματος. Το Μνημόνιο υλοποιείται, δηλαδή εξειδικεύεται και, μέσω συνεννοήσεων με την άλλη πλευρά, αναπροσαρμόζεται. Δεν «αντιδικεί» όμως, πόσω μάλλον δεν αναιρείται από εσωτερικές διευθετήσεις, ακόμα και αν λαμβάνουν βαρύγδουπους θεσμικούς χαρακτηρισμούς.

Δεδομένο δεύτερο που πηγάζει από το πρώτο: οι όροι της όποιας αναδιαπραγμάτευσης δεν είναι δυνατόν να τίθενται μονομερώς. Η αναδιαπραγμάτευση δεν εκτείνεται σε αυτό που η ελληνική πλευρά, ακόμα και ομοθύμως, θα ήθελε, αλλά σε εκείνο που η πλευρά των δανειστών θα θελήσει να μας παραχωρήσει. Εχει δε ήδη πει η τρόικα ότι δεν αποκλείει καθόλου να συζητήσει τι θα μας παραχωρήσει, αφού όμως πρώτα βεβαιωθεί ότι και εμείς κάνουμε ένα μέρος από αυτά που έχουμε - καλώς ή κακώς - συμφωνήσει. Συνεπώς, η μόνη δημιουργική επί του θέματος συζήτηση αφορά το πόσο γρήγορα η κυβέρνηση θα μπορέσει να φέρει αποτελέσματα και σε ποιους τομείς, ώστε να δώσει τα πειστικότερα δείγματα γραφής. Οι αναλύσεις των αποχρώσεων του ορισμού της αναδιαπραγμάτευσης ταυτίζονται, στη σημερινή Ελλάδα, με το φύλο των αγγέλων.

Δεδομένο τρίτο, ως συνέπεια της ανάγκης αποτελεσμάτων: εθνική διαπραγματευτική ομάδα θα έπρεπε να είναι όλη η ελληνική κοινωνία. Υπό την έννοια ότι, χωρίς τη δική της συμμετοχή ή τουλάχιστον στήριξη, ούτε βαθιές και επίπονες μεταρρυθμίσεις είναι εφικτές ούτε αίσθηση συλλογικής προσπάθειας μπορεί να κοινωνηθεί. Οσον αφορά όμως την ίδια τη διεθνή διαπραγμάτευση, αυτή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί από πολυπληθή συλλογικά σχήματα. Υπάρχουν θεσμικοί κανόνες αντιπροσώπευσης μιας χώρας σε κάθε επίπεδο και οι σύμφυτες σε κάθε διαπραγμάτευση έννοιες της νομιμοποίησης και της ευελιξίας. Είπαμε: άλλο η στήριξη - μακάρι πανεθνική - κι άλλο η διαπραγμάτευση - αναγκαστικά τεχνική, πολιτική, εξατομικευμένη.

Δεδομένο τέταρτο που επικαθορίζει όλα τα προηγούμενα: όλα στην Ευρώπη της κρίσης πρέπει να ξαναχτιστούν από την αρχή. Η σχέση πολιτικής και οικονομίας, η έννοια και η πράξη της ρυθμιστικής παρέμβασης στις αγορές, ένας νέος στόχος κοινότητας και αλληλεγγύης. Σε όλα αυτά τα ανοιχτά και δύσκολα μέτωπα, η Ελλάδα, διά της νέας κυβέρνησης, πρέπει να αποφασίσει αν και πώς θα συμμετάσχει. Γνώμη μου είναι ότι αν δεν ενεργοποιηθεί θα είναι σαν να παραιτείται από κάθε ελπίδα. Αλλά για να το κάνει θα πρέπει και αυτή να χτίσει από την αρχή την αξιοπιστία της, δηλαδή να περάσει από τα λόγια στις πράξεις, δηλαδή να αφήσει πίσω τους δισταγμούς, τις υπεκφυγές και τις ψευδαισθήσεις.
Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος, πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από