Σύμφωνα με επίσημη τοποθέτηση, το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων θα επιστρέψει, ως αποτέλεσμα των μέτρων λιτότητας, στο επίπεδο του 2004. Η διατύπωση μπορεί να είναι ορθή, αλλά μόνο σε ό,τι αφορά το κατά κεφαλήν εισόδημα. Γιατί από κάθε άλλη άποψη θα ήταν ευχής έργον εάν η Ελλάδα θα μπορούσε να γυρίσει στο 2004. Ο χρόνος αυτός ήταν ίσως ένας από τους καλύτερους της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας, αν όχι ο καλύτερος, και όχι μόνο για την πετυχημένη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων. Ηταν ο καλύτερος γιατί τότε, το 2004, η Ελλάδα είχε προοπτική, εμφανιζόταν στην Ευρώπη και διεθνώς ως μια πετυχημένη χώρα, «παράδειγμα προς μίμηση», στο ευρωπαϊκό κέντρο λήψης αποφάσεων, μια χώρα με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης - υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ) - , με την ανεργία σε συγκριτικώς ελεγχόμενα επίπεδα, με πληθωρισμό επίσης σε χαμηλά επίπεδα και σ' ένα «καταναλωτικό μπουμ» (υπερβολικό ή και χυδαίο οπωσδήποτε), με το χρέος και το έλλειμμα να ακολουθούν πτωτικές τάσεις, αλλά βεβαίως και με όλες τις προκλητικές εκκεντρικότητες της «life style κοινωνίας» που εν πολλοίς είχαν κυρίως δημιουργήσει (ορισμένα) ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, τα οποία όμως αυτή τη στιγμή εμφανίζονται ως εντελώς αθώα για ό,τι συνέβη στη χώρα αλλά και στον ρόλο του τιμητή.
Επομένως, μπορεί να γυρίσουμε αριθμητικά, σε ό,τι αφορά το ατομικό, οικογενειακό εισόδημα, στο 2004, αλλά από κάθε άποψη πάμε πολύ πιο πίσω. Το εισόδημα θα είναι αυτό του 2004 αλλά όσον αφορά τις τιμές, την ανεργία, την κοινωνική ασφάλεια και προστασία, τη φορολογική επιβάρυνση, την τραπεζική δανειοδότηση, το επίπεδο ψυχικής και σωματικής υγείας και μια μεγάλη σειρά από άλλους πραγματικούς δείκτες θα είμαστε στο σκληρό 2011. Αλλά, κυρίως, το 2004 υπήρχαν προοπτική και αισιοδοξία. Σήμερα κυριαρχούν η απελπισία και απόγνωση. Μπορεί όλα αυτά να είναι αναγκαία και αναπόφευκτα για να σωθεί η χώρα και να μη φθάσουμε σε ακόμη χειρότερο επίπεδο. Δεν ήταν όμως καθόλου αναπόφευκτο να συμβούν, να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα, να φθάσουμε δηλαδή στην κρίση, στο χείλος του γκρεμού, να επιβιώνουμε χάρη στη στήριξη της Ευρωπαϊκής Ενωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), στήριξη που παρέχεται με ορισμένους ταπεινωτικούς όρους για τη χώρα.

Το πώς φθάσαμε έχει αναλυθεί εκτεταμένα. Δεν χρειάζεται να επανέλθουμε εδώ. Αρκεί απλώς να τονίσουμε ότι από το 2004 και μέχρι το 2010 η χώρα ήταν «αλλού». Εντελώς «αλλού», στον κόσμο της. Ενώ το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα κατέρρεε, η Ελλάδα ασχολούνταν από το πρωί μέχρι το βράδυ με το Βατοπέδι, η Αριστερά θρηνούσε για τη (δήθεν) ανείπωτη τραγωδία «της γενιάς των 700 ευρώ», ενώ ήταν ορατή στον ορίζοντα η επερχόμενη θύελλα της ανεργίας, οι κυβερνήτες εάν δεν επεδίδοντο στο (επαίσχυντο) άθλημα της «απογραφής» (η απαρχή της διαδικασίας απαξίωσης της χώρας) ασχολούνταν με την προώθηση του πελατειακού συστήματος των διορισμών στο Δημόσιο και της στρατοσφαιρικής διόγκωσης χρέους και ελλειμμάτων.
Αυτή τη στιγμή οι Ελληνες, στη μεγάλη πλειονότητά τους, αισθάνονται ότι η χώρα δεν έχει προοπτική, όπως αισθάνονται ότι ενώ υπόκεινται στα μέτρα λιτότητας, είναι ταυτόχρονα θύματα μιας διαδικασίας που οδηγεί στη διαμόρφωση μια πραγματικής «κοινωνίας των δύο τρίτων». Με άλλα λόγια, τα δύο τρίτα της κοινωνίας βυθίζονται στην ανέχεια, αλλά το ένα τρίτο συνεχίζει να ζει σε άλλη χώρα. Πρόκειται βεβαίως για το «ένα τρίτο» που προκλητικά φοροδιαφεύγει. Τα αριθμητικά, στατιστικά στοιχεία το πιστοποιούν. Αλλά δεν χρειάζονται ίσως τα στατιστικά στοιχεία καθώς το φαινόμενο το παρατηρεί κανείς καθημερινά εάν κάνει μια βόλτα, π.χ., στα βόρεια προάστια της Αθήνας (και η συστηματική παρατήρηση συνιστά, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, επιστημονική μέθοδο). Πρεσβευτής ευρωπαϊκής χώρας (που διαμένει βορείως) ήταν σε πρόσφατη συνάντησή μας εξοργισμένος καθώς διαπίστωνε ότι οι καταναλωτικές υπερβολές, οι γενικότερες συμπεριφορές, η life style επιδειξιομανία κ.λπ. δεν έχουν αλλάξει καθόλου για μια τάξη προνομιούχων Ελλήνων. Η κρίση δεν τους αγγίζει. Συνεχίζουν να ζουν «αλλού»...

Οπως έχουν τονίσει όλοι σχεδόν οι μεγάλοι πολιτικοί στοχαστές, πέρα από την υστέρηση, τη φτώχεια κ.λπ., αυτό που μπορεί να οδηγήσει σε έκρηξη μια κοινωνία είναι το αίσθημα της βαθιάς αδικίας. «Αυτό που μας κινητοποιεί δεν είναι τόσο η συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος δεν είναι πλήρως δίκαιος (...) όσο το γεγονός ότι υπάρχουν θεραπεύσιμες αδικίες γύρω μας τις οποίες παρά ταύτα δεν θέλουμε να εξαφανίσουμε» (Anartya Sen, «The Idea of Justice»).
Ο Π. Κ. Ιωακειμίδης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος του ΔΣ του ΕΛΙΑΜΕΠ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από