Ποια γυναίκα κρύβεται πίσω από τη «Suzanne» του Λέοναρντ Κοέν; Σε ποια φίλη του υποσχόταν ο Βαγγέλης Γερμανός να την πάει «Μύκονο και Σαντορίνη»; Είναι φανταστικός ή όχι ο γάτος του Ισαάκ Σούση που βρέθηκε στο Παρίσι; Η έμπνευση της στιγμής κρύβει πραγματικά περιστατικά που πέρασαν στους στίχους
Κάποιοι πέφτουν απ΄ το μπαλκόνι. Αλλοι την πέφτουν στο ψυγείο. Αλλοι, πάλι, πιάνουν την κιθάρα και της ψιθυρίζουν μέχρι να ματώσει. Εδώ, σ΄ αυτά τα 10 τραγούδια που έχουν νικήσει τον χρόνο κι έχουν μπει στη λίστα των κλασικών (δεν είναι τα μόνα), ο έρωτας ήταν η αφορμή. Ανικανοποίητος (ευτυχώς), αλλιώς το χαρτί θα έμενε άγραφο. Οι δημιουργοί τους εξηγούν πώς έγραψαν μερικούς από τους ωραιότερους ερωτικούς στίχους.

1. ΛΑΚΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
«Γυριστρούλα»
(«Η πρόβα», 1985) Ας πούμε ότι υπήρχε μια ιστορία διαδοχικής κατάστασης που με τυραννούσε την εποχή που γνώριζα το γυναικείο φύλο. Στην πορεία κατάλαβα ότι τίποτα δεν αλλάζει. Είναι η πάλη των δύο φύλων κι αυτό είναι το γαϊτανάκι της ιστορίας... Η γλύκα της. Αν και τώρα πια πιστεύω πως δεν χρειάζεται να είναι μάχη αλλά μια προσέγγιση φιλίας. Αυτό το τραγούδι το έγραψα στα 25 μου, τόσα χρόνια δηλαδή που δεν ξέρω πλέον αν σας λέω την αλήθεια. Το σίγουρο είναι ότι γυριστρούλα είμαι κι εγώ. Εχει πολύ απ΄ τον δικό μου χαρακτήρα.

2. ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ
«Κρουαζιέρα»
(«Ερωτικό κούρδισμα», 1982) Οταν ήμουνα δεκαεφτάρης, η νεολαία το γλένταγε τα καλοκαίρια στα νησάκια, ακριβώς όπως σήμερα. Βέβαια, όλα ήταν λιγότερα, ο κόσμος, τα φράγκα, τα σπίτια, τ΄ αμάξια και γι΄ αυτό ανθρωπινότερα. Στη Μύκονο, τότε, τα μπαράκια ήταν τα εξής τέσσερα: «Ρεμέτζο», «Εννιά μούσες», «Windmill» και «Θαλάμη». Την «Κρουαζιέρα» την έγραψα σε μορφή πρόσκλησης για να καταφέρω μια φιλεναδίτσα απ΄ το φροντιστήριο να φύγουμε διακοπές. Πειραιώτης ων, εξ ου και το στιχάκι «πάρε το μετρό για Πειραιά», την έψησα. Περάσαμε φίνα. Σαν ερωτευμένοι πιγκουίνοι. Κάποια στιγμή, οι δρόμοι μας χωρίσανε. Εχω να μάθω νέα της από τότε. Ομως τη θυμάμαι κάθε φορά που τραγουδάω την «Κρουαζιέρα».

3. ΙΣΑΑΚ ΣΟΥΣΗΣ
«Ενας Τούρκος στο Παρίσι»
(«Παυσίλυπον», Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, 1997)

Εγραψα το τραγούδι το 1994, μια χρονιά που αισθανόμουν φρικτή μοναξιά γιατί έλειπαν όλοι οι φίλοι μου στο εξωτερικό. Ενα απόγευμα καθώς γύριζα από τη δουλειά, βαρεμένος και με την αίσθηση μιας απίστευτης στασιμότητας, κάθησα σε ένα παγκάκι. Είχα μια πρώτη μορφή του τραγουδιού στα χέρια μου, έλεγα δηλαδή για το Παρίσι αλλά αυτό που με απασχολούσε ήταν να μιλήσω για τη μοναξιά μου, όχι με μίζερο τρόπο. Εκείνη τη στιγμή πέρασε από μπροστά μου ένας γάτος και επειδή τους έχω αδυναμία έφαγα «φλα σιά» κι άρχισα να γράφω επιτόπου. Τον βάφτισα Τούρκο και ήταν ο γάτος που απολάμβανε ό,τι εγώ δεν είχα...

4. ΝΙΚΟΣ ΖΟΥΔΙΑΡΗΣ
«Αλ Χαλίλι»
(«Στην Αγορά του Κόσμου», Αλκίνοος Ιωαννίδης, 1993) Το καλοκαίρι του ΄93 σε μια τυχαία παρέα, από εκείνες που ξεμένουν στην πόλη τον Αύγουστο, έπιασα κουβέντα με μια κοπέλα που μου άρεσε και μεταξύ αστείου και σοβαρού είπαμε να κάνουμε ένα ταξίδι στην Αίγυπτο. Οχι ότι το πιστέψαμε, αλλά το συμφωνήσαμε κι εγώ ανέλαβα να το οργανώσω. Κλείστηκα στο δωμάτιο κι άρχισα να γράφω πώς ονειρευόμουν το ταξίδι θέλοντας παράλληλα να περιγράψω τα συναισθήματά μου με τα τέσσερα στοιχεία της φύσης. Οταν κατάφερα κι έγραψα τους πρώτους στίχους, κύλησε το τραγούδι προς τον Νείλο και μαζί του χάθηκε κάθε ίχνος επιθυμίας για πραγματικές μετακινήσεις και ειδύλλια. Το demo το έστειλα στην κοπέλα με ένα μπουκέτο λουλούδια.

5. ΟΡΦΕΑΣ ΠΕΡΙΔΗΣ
«Φεύγω»
(«Σύνεργα», Νίκος Παπάζογλου, 1990) Το έγραψα ύστερα από έναν χωρισμό στα 27 ή τα 28 μου, αφού είχε περάσει ο απαραίτητος χρόνος. Ηταν για μια σχέση μου που κράτησε λίγους μήνες, χρόνο αρκετό για να με σημαδέψει. Η κοπέλα έφυγε στο εξωτερικό, ούτε που την ξαναείδα και ούτε έμαθε ότι το τραγούδι που ουσιαστικά σηματοδοτεί την αρχή της επαγγελματικής μου ζωής είναι γραμμένο για εκείνη. Ρίχνω στη νύχτα μια σπρωξιά... και φεύγω προς τη νέα φάση της ζωής μου. Γράφοντας αυτόν τον στίχο ήταν σαν να πιστοποιούσα ένα τέλος και να άνοιγα έναν νέο κύκλο ζωής.

6. ΕΛΕΝΗ ΖΙΩΓΑ
«Το τσιγάρο»
(«Μόνο ένα φιλί», Γιάννης Κότσιρας, 1997)

Το έγραψα μέσα στο αυτοκίνητο μια μέρα που ήμουν πολύ εκνευρισμένη, σε μποτιλιάρισμα και ζέστη. Μου είχε δώσει η Ευανθία Ρεμπούτσικα τη μουσική και ξαφνικά ήρθαν οι πρώτοι στίχοι... Γράφω για τον εξιδανικευμένο έρωτα, μια πιο πνευματική πρόταση που δεν έχει να κάνει με ζήλειες και εκδικητικότητες - πάντα αυτά τα θεωρούσα μπανάλ. «Το τσιγάρο» είναι ένα τραγούδι συγχώρεσης. Το έδειξα στην Ευανθία, της άρεσε πολύ και μια μέρα με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει «Τι κάνεις τώρα;». Της απαντάω: «Σκουπίζω». «Ελα εδώ» μου λέει «ο Φαληρέας κλαίει»- ήταν ο μόνος που το κατάλαβε. «Κορίτσια, μ΄ αυτό το τραγούδι θα πουλήσετε πάνω από 100.000 δίσκους» έλεγε κι εμείς γελούσαμε...

7.ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
«Το άγαλμα»
(«Ο Δρόμος», Γιάννης Πουλόπουλος, 1969) Μιλάει για την απόλυτη μοναξιά, για τη γυναίκα που σε άφησε. Παίρνεις τα πόδια σου και πας από την Πλατεία Βικτωρίας μέχρι τα Πατήσια. Δεν θες να μιλήσεις σε κανέναν γιατί ξέρεις ότι οι άλλοι έχουν τα δικά τους και μόνο από περιέργεια θα σε ακούσουν, οπότε τα λες μόνος, τα λες σε ένα άγαλμα σαν να μιλάς στον εαυτό σου. Χωρίσαμε βέβαια, εκείνη παντρεύτηκε... Το έμαθε ότι ήταν γραμμένο για εκείνη, με ρώτησε και της το είπα. Αλλωστε το τραγούδι χάλασε κόσμο. Εκείνη την εποχή ήμασταν πολύ κοντά με τον Πλέσσα και τον Πουλόπουλο, γράφτηκαν αριστουργήματα.

8. ΑΡΓΥΡΗΣ ΜΠΑΚΙΡΤΖΗΣ
«Το πολλαπλό σου είδωλο»ή «Συχνάζεις στο Μικρό Καφέ»
(«Από το πάρκο στη Μυροβόλο», 1985, Χειμερινοί Κολυμβητές) Το τραγούδι το είχαμε αφήσει τελευταίο στον δίσκο. Ηταν αρκετά δύσκολο για τη φωνή μου. Το παίξαμε μια φορά, δεν μου άρεσε και είπα στον Παπάζογλου να το ξαναγράψουμε. Εκείνος είχε ένα ραντεβού και βιαζόταν, οπότε εξοργίστηκε και μίλησε απρεπώς. Ενιωσα πολύ άσχημα. Ή έπρεπε να μαλώσω και να μη γίνει ο δίσκος ή να σκύψω το κεφάλι και να το αφήσω να περάσει. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η κοπέλα για την οποία είχα γράψει το τραγούδι και με την οποία είχα χαθεί, ως από μηχανής θεός, κατέβαινε τις σκάλες του στούντιο στο βάθος. Μόλις την είδα ξεχάστηκα και γράφτηκε η πολύ ωραία, συγκρατημένα δραματική, εκτέλεση του δίσκου. Το τραγούδι μιλά για το σπίτι μου στην 7ης Μεραρχίας, ένα από τα τέσσερα που έχω αλλάξει σε 27 χρόνια στην Καβάλα. Ο στίχος «... το πολλαπλό σου είδωλο, στα κρύσταλλα κοιτάζω» αναφέρεται στα κρύσταλλα με κατακόρυφες λωρίδες, που πολλαπλασιάζουν τις σκιές, της εξώπορτας του διαμερίσματος. Ακόμη χρησιμοποίησα λέξεις και εκφράσεις που είχε πει εκείνη: «Θέλεις, θέλω πάντα, έχεις κέφι, έχω πάντα, έλα απόψε, μην περάσεις, μωρό μου, δεν θέλω, μην έρθεις, δεν έχω κέφι, μην έρθεις, ίσως έρθω, μην περάσεις, μωρό μου». Με τον στίχο «συχνάζεις στο “Μικρό Καφέ” κι εγώ στη “Μυροβόλο”» γίνεται μια αντιπαράθεση γι΄ αυτά τα δύο στέκια της Καβάλας. Το «Μικρό Καφέ» ήταν, κατά κάποιον τρόπο, πιο σινιέ κι εκεί σύχναζαν της πλάκας κυριλέ τύποι, ενώ οι θαμώνες της «Μυροβόλου» ήταν, θα έλεγα, πιο αδέσμευτοι μέχρι οριακά φρικιά.

9. ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ
«Συννεφούλα»
(«Φορτηγό», 1966) Η Θεσσαλονίκη τότε είχε κάτι σπίτια σαν της Βιέννης. Ενθεν και ένθεν της Βασιλίσσης Ολγας, με κήπους και σιδερένια κάγκελα και στη μέση περνούσε το τραμ. Η γειτονιά μας ήταν παραθαλάσσια και η γιαγιά μου έπαιρνε εμένα και το καρεκλάκι και πηγαίναμε το βράδυ με τη ζέστη δίπλα στη θάλασσα, ήταν ένα σωρό άλλες γυναίκες που κάθονταν και δροσίζονταν. Εκεί ήταν κι ένα υπαίθριο κεντράκι με έναν φράκτη ξύλινο καφασωτό και πρασινάδες. Εσκυψα και είδα μέσα έναν άνθρωπο, τον Τσιτσάνη, ντυμένο στα κάτασπρα να παίζει με τα όργανα. Πρώτα τον άκουσα κι ύστερα έσκυψα και τον είδα. Μετά, στα πάρτι, τα κορίτσια προτιμούσαν πάντα έναν μπασκετμπολίστα από μένα, εγώ να πούμε καθόμουν κι έβαζα τους δίσκους. Τότε έγραψα τη «Συννεφούλα». Η Θεσσαλονίκη χαλούσε, γινόταν μοντέρνα... (από την κασετίνα ο «Σαββόπουλος στη Λύρα»)

10. ΦΟΙΒΟΣ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ
«Αυτή που περνάει»
(«Ο καθρέφτης», 2003) Ηταν η πρώτη μέρα της άνοιξης. Βγήκα από το Μετρό στη στάση «Πανεπιστήμιο». Πήγαινα στον Ελευθερουδάκη να χαζέψω βιβλία. Πάνω πάνω, στις κυλιόμενες, είδα την πιο όμορφη γυναίκα. Ξέχασα τον προορισμό μου κι άρχισα να σπρώχνω σαν σε όνειρο τους ανθρώπους για να ανέβω εκεί όπου ήταν αυτή. Μόλις τα κατάφερα, δεν ήταν πουθενά. Μόνο η Αθήνα- για μια φορά και μοναδική- έμοιαζε σαν εκείνη του ΄50 που βλέπουμε στις ταινίες κι ακούμε στα τραγούδια και που κάνει ακόμα πιο απελπισμένη την κατάδυση στην τωρινή ζωή. Αρχισα να σιγοσφυρίζω αυτό το τραγουδάκι που μιλάει για την ομορφιά που πρέπει να προλάβουμε, για την ανθοφορία που συνεχώς παρεμποδίζουμε, για την «ανοιξιάτικη ώρα» που άλλοι τη λέν΄ «του Κάτω Κόσμου πονηριά».