Ακούμε συχνά στα μέσα ενημέρωσης ότι ο Κ. Καραμανλής συμμετείχε στη σύνοδο κορυφής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος ή ότι ο Γ. Παπανδρέου ή ο Α. Αλαβάνος έλαβαν μέρος στις αντίστοιχες συναντήσεις του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος και του Ευρωπαϊκού Κόμματος της Αριστεράς.

Οι πολίτες των ευρωπαϊκών χωρών δεν συναντούν τα κόμματα αυτά στην καθημερινή τους ζωή, δεν γνωρίζουν τους ηγέτες τους, δεν ψηφίζουν για αυτά στις ευρωεκλογές, δεν ακούνε δημοσκόπους να αναλύουν την επιρροή τους. Αν και κόμματα-φαντάσματα για την πλειονότητα των πολιτών, τα ευρωπαϊκά κόμματα εν τούτοις υπάρχουν.

Τα ευρωκόμματα έχουν ως μέλη τα εθνικά κόμματα (συγγενούς ιδεολογικού προσανατολισμού) των 27 χωρών της Ε.Ε. Είναι «κόμματα κομμάτων», δηλαδή συνομοσπονδίες εθνικών κομμάτων και αποσκοπούν στην άσκηση επιρροής στις διαδικασίες της ενοποίησης όπως και στη μείωση του λεγόμενου «δημοκρατικού ελλείμματος» της Ε.Ε. Είναι βέβαιο ότι τα ευρωκόμματα έχουν ενισχυθεί, ιδιαίτερα μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992). Έχουν βαθμιαία μετατραπεί από δομές απλής επαφής των εθνικών κομμάτων σε δομές οργανωμένης, σταθερής και συστηματικής συνεργασίας. Σήμερα αποτελούν τα αδιαμφισβήτητα κέντρα συντονισμού της δράσης των εθνικών κομμάτων, τον κρίσιμο κόμβο, και ταυτόχρονα το οργανωτικό πλαίσιο του ευρωπαϊκού κομματικού διεθνισμού. Η δε συμμετοχή στα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα τείνει να γίνει ένα must και για τους ηγέτες των εθνικών κομμάτων (οι οποίοι μέσω των ευρωκομμάτων ενισχύουν το διεθνές και ευρωπαϊκό τους προφίλ) και για τα εθνικά κόμματα (που θα κινδύνευαν με απομόνωση εκτός των ευρωκομμάτων). Η ευρωπαϊκή επιρροή ενός κεντροδεξιού κόμματος (παράδειγμα: της Ν.Δ.) ή ενός σοσιαλιστικού κόμματος (παράδειγμα: του ΠΑΣΟΚ) θα ήταν πολύ μικρότερη χωρίς την ένταξή τους στο αντίστοιχο ευρωκόμμα. Τα ευρωκόμματα, συνεπώς, προσδίδουν συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενo και οργανωτική υποδομή στην έννοια «ευρωπαϊκή κομματική οικογένεια». Επιπλέον, ασκούν επιρροή- αναμφίβολα, μικρήστη διαδικασία λήψης των ευρωπαϊκών αποφάσεων, έστω και αν οι πολίτες των χωρών της Ε.Ε. δεν το γνωρίζουν.

Είναι πράγματι κόμματα τα ευρωκόμματα; Ή αποτελούν, όπως έγραψε ο D.-L. Seiler, τόπους συνάντησης και ανταλλαγών, κάτι ανάμεσα σε πολιτικό κλαμπ, σε φόρουμ και σε πρακτορείο ταξιδίων; Με κριτήριο το αρχέτυπο του εθνικού κόμματος, δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι τα ευρωκόμματα είναι πραγματικά κόμματα. Δεν ασκούν ούτε τη

Η Ε.Ε., Ο «ΠΡΩΤΟΣ

μεταμοντέρνος θεσμός της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής», παράγει νέους πρωτόγνωρους θεσμούς και ένας τέτοιος είναι τα ευρωκόμματα

λειτουργία της εκπροσώπησης ομάδων ή τάξεων ούτε τη λειτουργία της διακυβέρνησης (οι ευρωπαϊκές εκλογές δεν δίνουν κυβερνητική εντολή). Στις ευρωεκλογές συμμετέχουν μόνον εμμέσως, μέσω δηλαδή των εθνικών κομμάτων, δεν έχουν συνεπώς άμεσο και αναγνωρίσιμο δεσμό με το εκλογικό σώμα. Οι δε ευρωβουλευτές επιλέγονται από τα εθνικά κόμματα και όχι από τα ευρωκόμματα. Με κριτήριο συνεπώς το εθνικό κομματικό μοντέλο, τα ευρωκόμματα δεν είναι «πραγματικά» κόμματα.

Με κριτήριο όμως την εσωτερική δομή τους, τις διακηρυγμένες προθέσεις και στοχεύσεις τους, με κριτήριο τη μικρή αλλά αυξανόμενη επιρροή τους στη διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων, με κριτήριο τον ενισχυμένο ρόλο τους εντός του ευρωπαϊκού συστήματος (η συμβολή του Έλληνα Δ. Τσάτσου στην ενίσχυση του ρόλου των ευρωκομμάτων αναγνωρίζεται διεθνώς), με κριτήριο- τελικά- το ότι ασκούν πολιτική και ότι υπάρχουν εν όψει αυτού του σκοπού, θα πρέπει να θεωρηθούν ως κόμματα νέου τύπου, ως μια νέα και ανέκδοτη κομματική μορφή προσαρμοσμένη σε ένα νέο και ανέκδοτο πολιτικό σύστημα, αυτό της Ε.Ε. Αυτή η τελευταία, ο «πρώτος μεταμοντέρνος θεσμός της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής» (Α. Μoravcsik), παράγει νέους πρωτόγνωρους θεσμούς και ένας τέτοιος θεσμός είναι τα ευρωκόμματα.

Η Ε.Ε. έχει δημιουργήσει δύο μοναδικές, για την ιστορία των αντιπροσωπευτικών πολιτικών συστημάτων, αντιφάσεις. Η πρώτη είναι απλή: ενώ στο εθνικό επίπεδο έχουμε το μοντέλο της κομματικής διακυβέρνησης (όπως το είχαμε και στο παρελθόν), στο επίπεδο της Ε.Ε. έχουμε διακυβέρνηση χωρίς κόμματα. Στο εθνικό επίπεδο τα κόμματα είναι κεντρικοί θεσμοί, στο ευρωπαϊκό περιθωριακοί. Η δεύτερη αντίφαση είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα: ενώ ένας σημαντικός αριθμός αποφάσεων λαμβάνεται στις Βρυξέλλες, το εκλογικό κόστος (ή όφελος) των αποφάσεων αυτών καταγράφεται όχι εντός του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος αλλά στα εθνικά πολιτικά συστήματα (μέσω των εθνικών εκλογών). Το να αποφασίζεις εδώ (Βρυξέλλες) και να υφίστασαι το εκλογικό κόστος αλλού (Αθήνα ή Μαδρίτη ή Άμστερνταμ) αποτελεί μια εξέλιξη που καμία θεωρία της δημοκρατίας ή της πολιτικής αντιπροσώπευσης δεν είχε προβλέψει. Αυτές οι δύο αντιφάσεις θέτουν σε δοκιμασία και τη θεσμική και τη δημοκρατική συνοχή του ευρωπαϊκού μακροσυστήματος (εθνικού και κοινοτικού). Στην πολιτική δεν είναι αναγκαία (ούτε πάντα χρήσιμη) η επίλυση των αντιφάσεων. Η επίλυση, ωστόσο, των πιο πάνω αντιφάσεων, αν ποτέ επιχειρηθεί, προϋποθέτει τη σημαντική ενίσχυση των ευρωκομμάτων. Όπως και της ενιαίας ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Ο Γεράσιμος Μοσχονάς είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από