Συγγραφέας, ηθοποιός, τραγουδίστρια του ρεμπέτικου, ζωγράφος, χορεύτρια, η Λένα Κιτσοπούλου «χτυπάει» φέτος με πέντε δουλειές
Αφότου η ηθοποιός Λένα Κιτσοπούλου έβγαλε το πρώτο της βιβλίο, τις «Νυχτερίδες», έκανε τα βλέμματα να στραφούν επάνω της. Αλλά κάθε τόσο, σα να πηδάει από τον φράχτη, το σκάει και τη χάνουμε. Αντισυμβατική και περιπλανώμενη, μ΄ ένα ανάλαφρο ίχνος ζωής.

Από το 1994 την παρακολουθώ να μπαινοβγαίνει στον θεατρικό χώρο. Παιδί του «Θεάτρου Τέχνης» κι ύστερα του «Αμόρε», έκανε αίσθηση στην ταινία «Καμιά συμπόνια για τον διάβολο» (Βραβείο α΄ γυναικείου ρόλου), για να ακολουθήσουν άλλες πέντε. Αλλά και πάλι δεν εντοπίζεται εύκολα. Πέρυσι έφυγε για το Βερολίνο όπου έζησε ένα χρόνο. Το καλοκαίρι τραγουδούσε σε ρεμπετάδικο στη Σαντορίνη. Και ξαφνικά φέτος, αυτό το φευγάτο πλάσμα κάνει «ντου» με πέντε δουλειές: Οι «Νυχτερίδες» έγιναν θεατρική παράσταση στο «ΒΙΟS». Το μονόπρακτό της «Το πράσινό μου το φουστανάκι» ανεβαίνει στο θέατρο της «Οδού Κεφαλληνίας». Συμμετέχει στο «ΑΩ» του Ας Μπουλάγιεφ, μιά χοροθεατρική παράσταση «ζωντανού» κινηματογράφου, που θα παρουσιαστεί τον Μάρτιο στο «Παλλάς». Παίζει τον ρόλο της Ξανθής, ενός κοριτσιού με σεξουαλικές ιδιαιτερότητες, στην τηλεοπτική μεταφορά του «10» του Καραγάτση… Και προετοιμάζει τον «Σπύρο», την πιο προσωπική της δουλειά. Ε, είναι ώρα να την αντιμετωπίσουμε ως επαγγελματία. Αλλά τι; Συγγραφέα, ηθοποιό, ρεμπέτισσα, ζωγράφο, χορεύτρια;

«Με ενδιαφέρουν οι συνεργασίες, όχι οι ρόλοι. Πώς κάνεις κάτι, όχι τι κάνεις. Αν παίζεις Μήδεια σε μια χάλια παράσταση, τι να το κάνεις;»

«Μ΄ ευχαριστεί να κάνω οτιδήποτε εξαρτάται από μένα- κάτι που θα ζωγραφίσω, ένα κόσμημα του θα φτιάξω- χωρίς ένα μάτι να με κοιτάει και να με κρίνει. Ό,τι εξωθεατρικό κάνω το σκέφτομαι σε συνδυασμό με το θέατρο. Κι αν πιεστώ, φεύγω. Κι ας μην έχω λεφτά, κι ας μην ξέρω τι θα γίνει αύριο. Πού θα με βγάλει αυτό, δεν ξέρω».

Σε καιρούς που οι περισσότεροι βγαίνουν υπερδραστήριοι να υπερασπίσουν τη δουλειά τους, εκείνη κρατάει χαμηλά τους τόνους. Δείχνει εύθραυστη, αλλά με δύναμη εσωτερική. Λάθος; «Οτιδήποτε είναι “κάπως” περιέχει και το αντίθετό του. Πώς είναι κάτι χοντροί που είναι πολύ εξωστρεφείς, χαρούμενοι, που δεν είναι…». Φράσεις μετέωρες, που τις συμπτύσσω. «Μπήκα στο “Θέατρο Τέχνης”. Τότε ήταν το όνειρο. Έμεινα δύο χρόνια, που είχαν πολύ παραμύθι. Μετά τέλειωσε. Πήγα στο “Αμόρε”, που επίσης είχε κάτι το πολύ καλό. Μετά στο σινεμά. Το αγάπησα. Μ΄ αρέσει το “ταξίδι”, το συνεργείο, οι άνθρωποι που κινούνται διαρκώς. Δεν έχει αυτό το ψυχοβγάλσιμο του θεάτρου, τις πρόβες, τα ωράριο, τον ψυχαναγκασμό να παρακολουθείς το όραμα του σκηνοθέτη. Θέλω να ταυτίζομαι μ΄ αυτόν που δουλεύω. Να έχω την ίδια σκέψη. Ξέρω, πρόβλημα. Κι όσο πάει χειροτερεύει. Θέλω μόνη μου κι ελεύθερη. Αυτή τη λύση μου έδωσε το γράψιμο.

Γράφω από πάντα. Σε μικρότερη ηλικία, πιο προσωπικά πράγματα, ποιήματα της εφηβείας, ιστορίες. Ούτε μου είχε περάσει από το μυαλό να εκδώσω οτιδήποτε. Ο Σωτήρης Δημητρίου διάβασε τα διηγήματα, χάρη σ΄ έναν κοινό φίλο και μ΄ έστειλε στον Κέδρο. Έτσι βγήκαν οι “Νυχτερίδες”. Μ΄ αρέσουν οι απλοί τίτλοι. Να μη δείχνουν το νόημα. Ο “Σπύρος” είναι μια νουβέλα πολύ προσωπική. Είναι η ιστορία ενός απόλυτου έρωτα. Σουρεαλιστική. Αυτός, ένα φυτό στο καροτσάκι. Αυτή ταυτισμένη μαζί του, ερωτευμένη για πάντα. Νοσηρό. Πώς μπορείς να ταυτιστείς με κάποιον; Δεν γίνεται. Είναι δική σου ανάγκη. Οπότε, κάπου εκεί μπάζει το πράγμα. Τώρα θέλω να το μεταφέρω στο θέατρο. Είναι και μια ευκαιρία να πειραματιστώ».

Όπως με το τραγούδι; «Είχα πάντα μια κιθάρα. Έπαιζα πιάνο. Ήμουνα ο τραγουδιστής της παρέας. Μ΄ αρέσουν τα λαϊκά και τα ρεμπέτικα. Έκανα ένα ρεπερτόριο 50 τραγουδιών, για να καλύψω το πρόγραμμα στη Σαντορίνη όπου δουλεύω τα δύο τελευταία καλοκαίρια. Η φωνή μου ταιριάζει σε κάποια πράγματα, αλλά είναι αδούλευτη.

Πώς βλέπεις το ελληνικό θέατρο; «Ξεκίνησα μ΄ έναν θαυμασμό, που νομίζω είναι απαραίτητος και που σιγά- σιγά μου φεύγει. Ταξίδεψα πολύ. Είδα παραστάσεις, δούλεψα στο γερμανικό θέατρο (με τον Γκότσεφ). Είδα το ορίτζιναλ. Εδώ λείπει αυτό το ρεύμα το πιο προχωρημένο, κυρίως όμως λείπει κάτι ελληνικό, πηγαίο, με έμπνευση. Όχι ότι δεν υπάρχουν ωραίες στιγμές, ταλαντούχοι άνθρωποι. Αλλά αυτό τον καιρό το θεατρικό κύμα είναι προς τα κάτω».

«Δεν θα γεράσουμε ποτέ»


«Έχω ταξιδέψει σχεδόν σ΄ όλο τον κόσμο. Μ΄ αρέσει να είμαι μόνη μου σε άγνωστους τόπους, να ψάχνω τους δρόμους, τους ανθρώπους, να ξανασυστήνομαι», λέει η Λένα Κιτσοπούλου. «Δεν μπορώ αυτό το οικείο, που από τη μια σε χαλαρώνει κι από την άλλη σε βάζει στο λούκι. Θέλω να το σπάω, να είμαι κάτι που δεν ξέρω, που ψάχνω, που μπορώ να μάθω. Κάθε μέρα που περνάει είναι κέρδος. Ο χρόνος δεν είναι φθορά. Σ΄ αυτό είμαι απόλυτη: δεν θα γεράσουμε ποτέ».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail