Οι εκλογές για την Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελούσαν πάντα ένα κρίσιμο σημείο
για την αποτύπωση της δυναμικής των πολιτικών κομμάτων και την καταγραφή των
υπόγειων ρευμάτων της κοινής γνώμης. Είτε ως διορθωτικός μηχανισμός σε μια
πανίσχυρη κοινοβουλευτική πλειοψηφία (όπως το 1975), είτε ως επικύρωση μιας
πολιτικής αλλαγής (όπως το 1982), είτε ως προάγγελος των μελλοντικών εξελίξεων
(όπως το 1978, το 1986 αλλά και το 2002) οι εκλογές για την Τοπική
Αυτοδιοίκηση εξέπεμπαν πάντα χρήσιμα και κρίσιμα μηνύματα - ακόμη και αν αυτά
εμφανίζονταν, ορισμένες φορές, εκ πρώτης όψεως αντιφατικά, κυρίως από τα μέσα
της δεκαετίας του '90 και μετά.






Πράγματι, μέχρι και τη δεκαετία του '80, η απόκλιση μεταξύ βουλευτικής και
δημοτικής επιρροής των κομμάτων παρέμενε εξαιρετικά περιορισμένη (με μοναδική
εξαίρεση την παραδοσιακά διευρυμένη δημοτική επιρροή του ΚΚΕ). Γεγονός που
επέτρεπε τη σχετικώς εύκολη συναγωγή συμπερασμάτων, τουλάχιστον ως προς τη
γενικότερη πορεία των πολιτικών εξελίξεων. Όμως, η σταδιακή αποδυνάμωση των
κομματικών μηχανισμών και ο δραστικός περιορισμός των πολιτικών ταυτίσεων, ήδη
από τη δεκαετία του '90, είχαν ως άμεση προέκταση την απορρύθμιση της
εκλογικής συμπεριφοράς σε τοπικό επίπεδο, δυσχεραίνοντας έτσι την άμεση
αναγωγή των όποιων αποτελεσμάτων σε αυθεντική κομματική επιρροή.


Επιπλέον η καθιέρωση της αιρετής Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (το 1994) και η
σημαντική αναβάθμιση του ρόλου (και κυρίως των πόρων) της Τοπικής
Αυτοδιοίκησης α' και β' βαθμού έχουν προσδώσει σε κάθε επιμέρους εκλογική
αναμέτρηση τα ιδιαίτερα δικά της χαρακτηριστικά. Η διαφοροποίηση αυτή της
τοπικής εκλογικής πολιτικής από το εθνικό κομματικό σύστημα αποτελεί το
κυριότερο νεωτερικό στοιχείο των εκλογών για την Τοπική Αυτοδιοίκηση από τη
δεκαετία του '90.


Τα «αντάρτικα». Το φαινόμενο εκφράστηκε αρχικά, το 1994, με τον
πολλαπλασιασμό των «αντάρτικων» ψηφοδελτίων και γενικεύτηκε το 1998 με τις
διαφοροποιημένες, κατά περίπτωση, συμμαχίες που κάλυπταν όλο σχεδόν το εύρος
των δυνατών συνεργασιών. Παράλληλα, ενισχύθηκε ο ρόλος και η σημασία της
προσωπικότητας των υποψηφίων ως καθοριστική παράμετρος του εκλογικού
ανταγωνισμού. Το «φαινόμενο Αβραμόπουλος», ο οποίος επανεξελέγη δήμαρχος
Αθηναίων το 1998 με 58% και ευρύτατα διακομματική βάση, συνιστά την πιο ορατή
όψη αυτής της εξέλιξης.


Ακόμη σημαντικότερη είναι όμως η διαπίστωση ότι στον έντονα πολιτικοποιημένο
β' γύρο των αυτοδιοικητικών εκλογών του 2002, πάνω από το 10% των ψηφοφόρων
του Δήμου Αθηναίων επέλεξαν ταυτόχρονα την Ντ. Μπακογιάννη (ως δήμαρχο) και τη
Φ. Γεννηματά (ως υπερνομάρχη). Αντίστοιχα στον Δήμο Νίκαιας το 23% των
ψηφοφόρων επέλεξε ταυτόχρονα τη Φ. Γεννηματά και τον υποψήφιο δήμαρχο του ΚΚΕ
Στέλιο Μπενετάτο.


Διαφοροποιήσεις. Υπάρχουν άφθονα ακόμη παραδείγματα από όλους σχεδόν
τους νομούς της χώρας, που επιβεβαιώνουν τη μικρότερη ή μεγαλύτερη αποσύνδεση
των τοπικών επιλογών από τις επίσημες κομματικές στοιχίσεις. Έτσι, π.χ. στον
Νομό Κοζάνης η συμμαχία ΠΑΣΟΚ και ΣΥΝ έχει επικρατήσει πάντα από τον α' γύρο
των νομαρχιακών εκλογών, παρόλο που στις βουλευτικές εκλογές (από το 1996 και
μετά), το αθροιστικό ποσοστό των δύο αυτών κομμάτων δεν ξεπέρασε ποτέ το 45%.


Αντίστοιχα στον Νομό Ημαθίας η επιτυχία του υποψηφίου της Ν.Δ. (τόσο το 1998
όσο και το 2002) οφείλεται στη συντριπτική υπεροχή του στην περιοχή της
Νάουσας, τη λιγότερο ευνοϊκή για τη Ν.Δ. σε περίπτωση βουλευτικών εκλογών. Και
φυσικά τα παραδείγματα αυτά είναι απλώς ενδεικτικά και αναφέρονται σε δυο μόνο
βασικές παραμέτρους (την προσωπικότητα των υποψηφίων και τον τοπικισμό) που
διαφοροποιούν τη νομαρχιακή από τη βουλευτική ψήφο. Γιατί αν μεταφερθεί κανείς
σε χαμηλότερο επίπεδο είναι ευρύτατα γνωστή η συναλλαγή που γίνεται μεταξύ
νομαρχιακών και δημοτικών υποψηφίων, ιδιαίτερα στους καποδιστριακούς δήμους.


Επιχειρούν να ελέγξουν τους υποψηφίους



Τα πολιτικά κόμματα, επιδιώκοντας να διαχειριστούν με το μικρότερο δυνατό
κόστος τις συνεχώς αυξανόμενες ιδιαιτερότητες της αυτοδιοικητικής ψήφου,
επιχειρούν να ελέγξουν εκ των προτέρων τη δομή των υποψηφιοτήτων, τουλάχιστον
σε επίπεδο νομαρχιών και μεγάλων δήμων. Οι πολλαπλές διαδικασίες που
ακολουθήθηκαν, τόσο το 2002 όσο και πρόσφατα, φαίνεται να έχουν αποδώσει
αρκετά αποτελέσματα, περιορίζοντας σημαντικά τον αριθμό των «αντάρτικων» ή
«ανεξάρτητων» υποψηφίων, τουλάχιστον σε νομαρχιακό επίπεδο. Αυτό που μένει να
κριθεί στις 15 Οκτωβρίου είναι αν αυτή η (σε μεγάλο βαθμό) κομματικά
συγκροτημένη «εκλογική προσφορά» θα βρει αντίστοιχη ανταπόκριση και στο
εκλογικό σώμα. Από τις σίγουρα διαφοροποιημένες κατά περίπτωση απαντήσεις στο
ερώτημα αυτό θα προκύψουν και τα βασικά συμπεράσματα των εκλογών, ως προς δύο
κυρίως άξονες: αφ' ενός αν διαπιστώνεται κάποια ουσιαστική μεταστροφή στον
συσχετισμό των κομματικών δυνάμεων και αφ' ετέρου αν οι κομματικοί μηχανισμοί
μπορούν να συμπορευτούν (και ώς ποιο σημείο) με τις προσδοκίες της κοινωνίας.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από