Στο έλεος της αλόγιστης χρήσης φυτοφαρμάκων βρίσκονται οι Έλληνες παραγωγοί
και καταναλωτές, με ευθύνη του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης.





Με ευθύνη του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης Ευάγγ. Μπασιάκου απεντάχθηκαν από
το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης της Υπαίθρου έργα και πολιτικές
σχετικές με την «ανάπτυξη δικτύου πληροφόρησης σε θέματα φυτοπροστασίας»
προϋπολογισμού 8 εκατ. ευρώ.


Συγκεκριμένες πολιτικές και συγχρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση έργα
που είχαν εγκριθεί και εκτελούνταν μέχρι την άνοιξη του 2004, εγκαταλείφθηκαν,
ξέμειναν από πιστώσεις, προσωπικό και τεχνολογικό εξοπλισμό.


Συγκεκριμένα στοιχεία και αναφορές αρμοδίων υπηρεσιών πιστοποιούν ότι οι
λεγόμενοι μηχανισμοί «γεωργικής προειδοποίησης», οι οποίοι μετά το 2000
βρίσκονταν σε πλήρη ανάπτυξη, ελέγχοντας τα υπολείμματα γεωργικών
φυτοφαρμάκων, την ποσότητα νίτρου στο έδαφος, την απόσυρση γεωργικών φαρμάκων
και τη βελτίωση δεικτών του περιβάλλοντος στην ύπαιθρο, έχουν ατονήσει, δεν
προσφέρουν υπηρεσίες για την προστασία, διασφάλιση και πιστοποίηση της
ποιότητας των αγροτικών προϊόντων μας.


Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι με ευθύνη του υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης
κ. Ευάγγ. Μπασιάκου απεντάχθηκαν από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Αγροτικής
Ανάπτυξης της Υπαίθρου έργα και πολιτικές σχετικές με την «ανάπτυξη δικτύου
πληροφόρησης σε θέματα φυτοπροστασίας» προϋπολογισμού 8 εκατ. ευρώ.


Ειδικότερα το πρόγραμμα γεωργικών προειδοποιήσεων, που μεταξύ άλλων προέβλεπε
τη δημιουργία 80 αυτόματων τηλεμετρικών σταθμών μέτρησης των υπολειμμάτων
φυτοφαρμάκων, την καταγραφή, κατανομή και ιεράρχηση της σπουδαιότητας και
συχνότητας των προσβολών στα φυτά και στα δέντρα, όπως και τη συλλογή
στοιχείων φυτοπαθολογικών επιδημικών εξάρσεων και καιρικών συνθηκών που τις
ευνοούν, έχει τελείως απαξιωθεί.


Διακόπηκαν προγράμματα


Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι έχει διακοπεί το πρόγραμμα γεωργικών
προειδοποιήσεων του Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού
Ελέγου Θεσσαλονίκης, το οποίο καλύπτει τον κύριο όγκο παραγωγής της ελληνικής
δενδροκομίας και αμπελουργίας. Για να γίνουν αντιληπτές οι συνέπειες
εγκατάλειψης του προγράμματος γεωργικών προειδοποιήσεων αρκεί να αναφερθεί ότι
στις περιοχές που καλύπτονταν από το συγκεκριμένο δίκτυο μέχρι το 2004 οι
ψεκασμοί, σε κρίσιμες και μεγάλες καλλιέργειες π.χ. μήλων, είχαν περιορισθεί
στη χειρότερη περίπτωση στους 8, τη στιγμή που σε περιοχές εκτός δικτύου
υπερβαίνουν τους 16.


Οι παραγωγοί αφέθηκαν στην τύχη τους, οι ψεκασμοί δεν ελέγχονται, τα
υπολείμματα φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων δεν καταγράφονται και προφανώς οι
επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, στο περιβάλλον και στις αγορές αγροτικών
προϊόντων είναι τεράστιες. Ειδικοί επιστήμονες και υπηρεσιακοί παράγοντες
έχουν ήδη ενημερώσει την ηγεσία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης για τους
κινδύνους και τις απώλειες από την έλλειψη μηχανισμών προειδοποίησης και
ελέγχου της χρήσης των φυτοφαρμάκων.


Εξίσου προβληματική είναι η κατάσταση και στο θέμα του εκσυγχρονισμού των
υποδομών για τη βελτίωση και πιστοποίηση της ποιότητας των αγροτικών
προϊόντων.


Χάνονται κονδύλια






Από τα τέλη του 2003 είχε προγραμματισθεί η διαπίστευση 23 εργαστηρίων των
Περιφερειακών Κέντρων Προστασίας Φυτών και Ποιοτικού Ελέγχου και του
Μπενακείου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου. Τον Μάιο του 2004 ανεστάλησαν ο
σχετικός διαγωνισμός και οι διαδικασίες για τη διαπίστευση των εργαστηρίων, τα
οποία είχαν ενταχθεί στις υποστηρικτικές υποδομές των Ολυμπιακών Αγώνων του
2004. Σήμερα το σχετικό πρόγραμμα 14,9 εκατ. ευρώ εμφανίζει απορρόφηση πόρων
μόλις 1,5%.


Τα συγκεκριμένα εργαστήρια έχουν μείνει με τους φακέλους έτοιμους, αλλά χωρίς
τον απαραίτητο τεχνολογικό εξοπλισμό και το απαιτούμενο ειδικευμένο προσωπικό.


Επίσης εγκληματική θεωρείται η εγκατάλειψη προγράμματος για την ανάπτυξη και
προώθηση μεθόδων ολοκληρωμένης βιολογικής καταπολέμησης εχθρών και ασθενειών
καλλιεργούμενων φυτών. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα συνολικού προϋπολογισμού 17,3
εκατ. ευρώ απεντάχθηκε στο σύνολό του από το επιχειρησιακό πρόγραμμα της
γεωργίας, με αποτέλεσμα να χαθεί μια σημαντική ευκαιρία απελευθέρωσης
συγκεκριμένων καλλιεργειών από ψεκασμούς και φυτοφάρμακα και αντιθέτως να
προωθηθεί ευρύτατα η βιολογική γεωργία.


Όλα τα παραπάνω θα ενίσχυαν την ποιότητα της ελληνικής παραγωγής, θα
διευκόλυναν την πιστοποίηση των αγροτικών προϊόντων και θα ενίσχυαν την
ποιότητα και την εξαγωγική τους επίδοση. Αντ' αυτών επί δυόμισι χρόνια ο
υπεύθυνος Οργανισμός Πιστοποίησης και Ελέγχου Γεωργικών Προϊόντων (ΟΠΕΓΕΠ)
λειτουργεί χωρίς πυξίδα, δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει αν θα εξελιχθεί σε
οργανισμό πιστοποίησης ή επίβλεψης.



ΑΠΟ ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ KAI ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ



«Στην Ελλάδα δεν μπορούμε να ελέγξουμε τις εξαγωγές»







Ο καθηγητής Χημείας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Τριαντάφυλλος Αλμπάνης


«ΟΛΕΣ OI εξαγωγές των ελληνικών γεωργικών προϊόντων θα έπρεπε να
ελέγχονται. Ωστόσο, αυτή την ικανότητα η Ελλάδα δεν την έχει». Αυτή είναι μία
από τις βασικές αιτίες που ευρωπαϊκές χώρες εντοπίζουν συχνά ελληνικά προϊόντα
επιβαρημένα με υπολείμματα φυτοφαρμάκων λέει στα «NEA» ο καθηγητής Χημείας στο
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Τριαντάφυλλος Αλμπάνης. Όπως προσθέτει δεν υπάρχουν
πάρα πολλά πιστοποιημένα εργαστήρια για τη διενέργεια των ελέγχων. «Αλλά και
αυτά που υπάρχουν, ουσιαστικά υπολειτουργούν. Και αυτό διότι λειτουργούν με
εποχικό προσωπικό ή έχουν ανεπάρκειες σε εξοπλισμό» σημειώνει.


Ακόμη μία αιτία που ελληνικά φρούτα και λαχανικά εντοπίζονται από τις αρχές
ευρωπαϊκών χωρών με μεγάλες συγκεντρώσεις φυτοφαρμάκων, «είναι η απουσία
γεωπόνων στη γεωργική παραγωγή, στην Ελλάδα» τονίζει ο καθηγητής. «Αυτό
σημαίνει ότι η χρήση των φυτοφαρμάκων δεν γίνεται σωστά. Συνεπώς είναι
αναγκαίο να ενημερωθούν περισσότερο οι Έλληνες παραγωγοί έτσι ώστε να
ακολουθούν ορθολογική χρήση φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων στα χωράφια».
Ενδεικτικό πάντως είναι ότι σε φρούτα και λαχανικά από την Ελλάδα, οι
ελεγκτικές αρχές χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου είχαν εξαχθεί αυτά τα
προϊόντα έχουν εντοπίσει φυτοφάρμακα όπως το flusilazon και το cypermethrin.
Το πρώτο σε μεγάλες δόσεις μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στο συκώτι, ενώ το
δεύτερο κατατάσσεται στην κατηγορία των ουσιών που θεωρούνται ύποπτες για
καρκινογένεση.


Απειλούνται με καραντίνα οι εξαγωγές μας









TA ΕΞΑΓΩΓΙΜΑ ελληνικά αγροτικά προϊόντα αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες
διείσδυσης στις μεγάλες ευρωπαϊκές αγορές και απειλούνται με καραντίνα. Από
τις αρχές του 2006 τα γερμανικά σούπερ μάρκετ απαιτούν και τα ελληνικά
κηπευτικά και φρούτα να φέρουν πιστοποίηση σύμφωνα με το πρωτόκολλο του
EurepGAP, που προέκυψε από τις διαπραγματεύσεις στο επίπεδο της GATT. Για το
θέμα αυτό σχετική προειδοποίηση απηύθυνε προσφάτως από το Μόναχο ο εμπορικός
ακόλουθος στο ελληνικό προξενείο του Μονάχου κ. Γερ. Λαζαρής, ο οποίος σε
έκθεσή του προς το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης σημειώνει ότι «προϋπόθεση για
την εισαγωγή νωπών προϊόντων στη Γερμανία είναι η πιστοποίησή τους»
(έγγραφο δεξιά)
.


Αυτή άλλωστε η γερμανική απαίτηση επέβαλε και τη διοργάνωση ειδικού συνεδρίου
για τα κηπευτικά, το οποίο αρχίζει σήμερα στην Ιεράπετρα της Κρήτης, όπου
αναμένεται να αναδειχθούν τα παραπάνω με τον πλέον επίσημο τρόπο (έγγραφο
κάτω)
.


Στο μεταξύ, ύστερα από έρευνα της Greenpeace, τον Νοέμβριο του 2005, η οποία
έδειξε υψηλή περιεκτικότητα υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων στα φρούτα και λαχανικά
που πωλούνταν στα σούπερ μάρκετ της Γερμανίας (και τις υψηλότερες
συγκεντρώσεις σε ελληνικά και τουρκικά προϊόντα), οι γερμανικές εμπορικές
αλυσίδες αντέδρασαν. Με ανακοίνωση Τύπου στις 2 Φεβρουαρίου του 2006 η
εταιρεία Lidl ενημερώνει τους προμηθευτές της σε νωπά φρούτα και λαχανικά στο
εσωτερικό και το εξωτερικό ότι εισάγει ένα νέο σύστημα ελέγχου ποιότητας και
ότι στο μέλλον θα δέχεται μόνο προϊόντα που είναι πιστοποιημένα με βάση το
σύστημα αυτό.


Συμβουλές για ασφαλή κατανάλωση λαχανικών και φρούτων



1. Ξεφλούδισμα: απομακρύνονται έτσι σχεδόν κατά 100% τα επικίνδυνα
υπολείμματα φυτοφαρμάκων από τα φρούτα και τα λαχανικά. Ωστόσο, με το
ξεφλούδισμα αφαιρούνται και οι βιταμίνες.


2. Πολύ καλό πλύσιμο: απομακρύνεται σημαντική ποσότητα από τα
υπολείμματα των φυτοφαρμάκων.


3. Οι καταναλωτές να μην αγοράζουν προϊόντα εκτός εποχής. Είναι πολύ
πιθανόν να είναι περισσότερο επιβαρημένα με φυτοφάρμακα.


4. Να επιλέγουν προϊόντα «ολοκληρωμένης γεωργίας» (με ορθολογική χρήση
φυτοφαρμάκων) ή βιολογικά.


5. Να προτιμούν πιστοποιημένα βιολογικά προϊόντα αφού είναι 100%
σίγουρο ότι έχουν ελεγχθεί και δεν έχουν χρησιμοποιηθεί καθόλου φυτοφάρμακα ή
άλλα χημικά κατά την παραγωγή τους.