H κρίσιμη περιοχή που προσδιορίστηκε στα Κύθηρα και οι αντίστοιχοι
προτεροσεισμοί (μαύροι κύκλοι). Το επίκεντρο του σεισμού που προβλέφθηκε
συμβολίζεται με ένα αστέρι


H συνέχιση των έντονων σεισμικών καταστροφών, ύστερα από μισό αιώνα πρακτικής
εφαρμογής του μοντέλου χωρικής κατανομής της σεισμικότητας, απέδειξε την
περιορισμένη αποτελεσματικότητα του κλασικού αυτού μοντέλου. Το γεγονός αυτό
και η πρόσφατη σημαντική πρόοδος της επιστημονικής έρευνας πάνω στη
μεσοπρόθεσμη χωροχρονική μεταβολή της σεισμικότητας άρχισαν ήδη να οδηγούν σε
αλλαγή της αντισεισμικής πολιτικής των τεχνολογικά ανεπτυγμένων χωρών. H
μεσοπρόθεσμη πρόγνωση του πρόσφατου σεισμού των Κυθήρων, ο οποίος συγκλόνισε
όλη σχεδόν την Ελλάδα, δημιουργεί τις επιστημονικές προϋποθέσεις αναβάθμισης
της αντισεισμικής πολιτικής και στη χώρα μας. Για τον λόγο αυτό παρουσιάζω εδώ
τα βασικά πραγματικά στοιχεία που αποδεικνύουν πλήρως την επιτυχή, έγκαιρη και
επιστημονικά έγκυρη μεσοπρόθεσμη πρόγνωση του μεγάλου σεισμού των Κυθήρων.


Στις 17.12.2002 εστάλη στον ΟΑΣΠ η τελική έκθεση του προγράμματος «Χωροχρονική
Μεταβολή της Σεισμικότητας στον Ελληνικό Χώρο», το οποίο χρηματοδότησε ο ΟΑΣΠ
και ανέλαβε να εκπονήσει κατά την περίοδο 2000-2002 ερευνητική ομάδα του Τομέα
Γεωφυσικής του ΑΠΘ στην οποία με ιδιαίτερη τιμή μετέχω.


H τελική έκθεση κατετέθη από τον ΟΑΣΠ και στην Επιτροπή Εκτίμησης Σεισμικού
Κινδύνου κατά τη συνεδρίασή της στις 19.12.2005, δηλαδή είκοσι ημέρες πριν από
τον σεισμό των Κυθήρων.


Στην τελική έκθεση, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι η σεισμική έξαρση στο βόρειο
όριο της μικροπλάκας του Αιγαίου (Σκύρος 2001 M=6,4, Λευκάδα 2003 M=6,3) είναι
πιθανό να επεκταθεί και στο ελληνικό τόξο. Για τον αναμενόμενο σεισμό στο τόξο
(Κύθηρα) δίνονταν τα ακόλουθα στοιχεία:


Επίκεντρο (βρίσκεται στις συντεταγμένες 36.5οN,
22.7οE), Μέγεθος (6,9 Ρίχτερ), Χρόνος (2006.4, δηλαδή
τους πρώτους 5 μήνες του 2006), Βάθος (100km)


Ο σεισμός αυτός που προβλέφθηκε το 2002 έγινε πράγματι στην περιοχή των
Κυθήρων στις 8.1.2006 και είχε τις ακόλουθες παραμέτρους:


Επίκεντρο (βρίσκεται στις συντεταγμένες 36.3οN,
23.3οE), Μέγεθος (6,9 Ρίχτερ), Χρόνος (2006.0),
Βάθος (70km)


Δηλαδή, η πρόγνωση έχει απόκλιση 60 χιλιόμετρα στο επίκεντρο, μηδέν στο
μέγεθος, 0.4 έτη (=5 μήνες) στον χρόνο και βρίσκεται μέσα στο προβλεπόμενο
παράθυρο εστιακού βάθους. Το μήκος του ρήγματος που έσπασε κατά τον σεισμό
μηδενίζει ουσιαστικώς και την απόκλιση στην απόσταση (αναμενόμενο μήκος
ρήγματος σεισμού Κυθήρων περίπου 50km).


H πιστοποίηση σχετικά με την πιθανότητα της γένεσης ενός μεγάλου σεισμού στην
περιοχή των Κυθήρων προκύπτει και από τρία άλλα στοιχεία: α) Δημοσιεύθηκε το
2002 στον Τόμο 22 του μεγάλου σεισμολογικού περιοδικού «Bulletin of
Seismological Society of America» (BSSA) σχετική μελέτη μας μετά από κρίση, β)
με την απόφαση 195 του 2001 του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Τεχνικής Σεισμολογίας και
Αντισεισμικών Κατασκευών (ΙΤΣΑΚ) εγκαταστάθηκαν επιταχυνσιογράφοι στην περιοχή
του αναμενόμενου σεισμού με βάση «τις εκτιμήσεις για τη χωροχρονική εξέλιξη
της σεισμικής δράσης στη χώρα μας» όπως ρητώς αναφέρεται στην απόφαση. H
εγκατάσταση και λειτουργία των επιταχυνσιογράφων αυτών είχε ως συνέπεια την
λήψη για πρώτη φορά τόσο σημαντικού αριθμού και ποιότητας επιταχυνσιογραμμάτων
μεγάλου σεισμού ενδιαμέσου βάθους στην Ελλάδα, τα οποία είναι εξαιρετικής
σημασίας για τον αντισεισμικό σχεδιασμό των τεχνικών κατασκευών της χώρας μας,
γ) Ο σεισμός προβλέφθηκε και από ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Αθηνών και
του TEI Κρήτης το 2003 με άλλη επιστημονική διαδικασία και η πρόγνωση εκείνη
είχε επίσης γνωστοποιηθεί στην ελληνική πολιτεία εγκαίρως.


Το γεγονός αυτό καθώς και αντίστοιχοι αρκετά επιτυχείς έλεγχοι (tests) που
κάναμε για μελλοντικούς σεισμούς στην Ελλάδα (Σκύρος 2001, Κάρπαθος 2002,
Λευκάδα 2003, Χίος 2005) δείχνουν ότι η μέθοδος είναι αξιόπιστη σε
ικανοποιητικό βαθμό. Πρέπει, όμως, να τονισθεί ότι τα αποτελέσματά της δεν
είναι άμεσα αξιοποιήσιμα από τους πολίτες. Είναι, όμως, χρήσιμα στην πολιτεία
για τη λήψη μεσοπρόθεσμων μέτρων ετοιμότητας (ενίσχυση κτιρίων υψηλής
τρωτότητας κ.λπ.) σε συγκεκριμένες περιορισμένης έκτασης περιοχές. Το εμβαδόν
της επιφάνειας που περιλαμβάνεται σε μια τέτοια περιοχή και αφορά ένα
μελλοντικό ισχυρό σεισμό καλύπτει περίπου τρεις νομούς της Ελλάδας.


Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, η πρώτη αναγνώριση μιας υποψήφιας περιοχής γίνεται
περίπου 6 έτη πριν γίνει ο σεισμός οπότε γίνεται και η πρώτη (προσωρινή)
εκτίμηση των παραμέτρων του και στη συνέχεια παρακολουθείται η φυσική
διαδικασία της εξέλιξης του φαινομένου και επαναλαμβάνονται οι υπολογισμοί των
τριών παραμέτρων ανά τακτά χρονικά διαστήματα (π.χ. ανά έτος). Περίπου τρία
έτη πριν από τον σεισμό οι υπολογισμοί δίνουν τα βέλτιστα αποτελέσματα. Έτσι,
για τον σεισμό των Κυθήρων (8.1.2006) τα βέλτιστα αποτελέσματα προέκυψαν από
δεδομένα παρατήρησης μέχρι το τέλος του 2002 και περιλαμβάνονται στην τελική
έκθεση, ενώ τα αποτελέσματα που βασίστηκαν σε προγενέστερα δεδομένα και
περιλαμβάνονται στις εκθέσεις προόδου είναι λιγότερο ακριβή. Αυτή η αδυναμία
καθορισμού με ακρίβεια των παραμέτρων του σεισμού αμέσως μετά την πρώτη
αναγνώριση των προδρόμων φαινομένων και η συνεχώς βελτιούμενη με τον χρόνο
ακρίβεια των υπολογισμών δεν έχει σοβαρή επίπτωση στην αποτελεσματικότητα της
πρακτικής εφαρμογής της, γιατί παρεμβάλλεται σημαντικό χρονικό διάστημα (~3
έτη) μεταξύ του βέλτιστου υπολογισμού και του χρόνου γένεσης τους σεισμού.


Υπάρχουν βέβαια δυσκολίες στην πρακτική εφαρμογή του μοντέλου της
«χωροχρονικής μεταβολής της σεισμικότητας». Γνωρίζουμε επίσης ότι σε
περιορισμένο αριθμό προηγμένων χωρών έχει αρχίσει η εφαρμογή του και το
κλασικό μοντέλο της «χωρικής κατανομής της σεισμικότητας» εφαρμόζεται σε όλες
σχεδόν τις χώρες του κόσμου. Όμως, το κλασικό αυτό μοντέλο αποδείχθηκε
ανεπαρκές, αφού συνεχίζονται οι έντονες σεισμικές καταστροφές ακόμα και σε
τεχνολογικά προηγμένες χώρες. H εφαρμογή του κλασικού μοντέλου στη χώρα μας
κατά τον τελευταίο μισό αιώνα αποδείχθηκε αναποτελεσματική, αφού οι πιο
καταστρεπτικοί σεισμοί κατά το διάστημα αυτό δεν έγιναν εκεί που αυτό
προβλέπει σχετικά μεγάλη σεισμική επικινδυνότητα (π.χ. Ιόνια νησιά κ.λπ.) αλλά
εκεί που το μοντέλο προβλέπει χαμηλή σεισμική επικινδυνότητα (Κοζάνη 1995,
Αθήνα 1999 κ.λπ.). Συνεπώς αποτελεί αναπόφευκτη συνθήκη να εφαρμόζεται
παράλληλα τόσο το κλασικό μοντέλο της χωρικής κατανομής της σεισμικότητας
(αντισεισμικός κανονισμός κ.λπ.) όσο και το μοντέλο της χωροχρονικής μεταβολής
της σεισμικότητας (έλεγχος και ενίσχυση κτιρίων κ.λπ.), που πρακτικά σημαίνει
μεσοπρόθεσμη πρόγνωση, για την ουσιαστική βελτίωση της αντισεισμικής
προστασίας μας.


Για τους παραπάνω λόγους, η ομάδα μας συνεχίζει εντατικά την ερευνητική της
προσπάθεια (χωρίς καμιά οικονομική ενίσχυση από την πολιτεία) για την πάρα
πέρα ανάπτυξη της μεθόδου και τον ακριβέστερο καθορισμό της χωροχρονικής
μεταβολής της σεισμικότητας στη χώρα μας.


O Βασίλης K. Παπαζάχος είναι ομ. καθηγητής Γεωφυσικής του ΑΠΘ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από