Ένα από τα θετικά αποτελέσματα της αναθεώρησης του Συντάγματος, που έγινε με
πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ το 2001, αφορούσε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Με
ευκαιρία την αναθεώρηση, η οποία δεν «ακούμπησε» τις περί Προέδρου διατάξεις,
η N.Δ. εγκατέλειψε τις παλαιότερες επικίνδυνες απόψεις της για την ανάγκη να
δοθούν στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ορισμένες αρμοδιότητες με έντονο πολιτικό
περιεχόμενο (π.χ. η πρόωρη διάλυση της Βουλής). Τελικώς, μόλις το 2001
εγκαταλείφθηκε από τη N.Δ. η γενεσιουργός πολιτικών κρίσεων επιλογή της, να
υπάρχουν περισσότερα του ενός (δηλαδή της κυβέρνησης) αποφασιστικά πολιτικά
όργανα στην εκτελεστική εξουσία. H οδυνηρή εμπειρία της αστάθειας των
κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων στην υπόλοιπη Ευρώπη ήταν καθολική κατά τον
Μεσοπόλεμο και οδήγησε σε σημαντικές θεσμικές αλλαγές. Στην Ελλάδα, τα όσα
μάθαμε το 1965 από την κρίση στις σχέσεις του αρχηγού του κράτους με την
κυβέρνηση έχουν σημαδέψει το πολιτικό μας σύστημα. Τελικώς, όλες αυτές οι
εμπειρίες επηρέασαν τη N.Δ. μόλις το 2001. Ωστόσο, παρά την υπερβολική της
καθυστέρηση, η εξέλιξη αυτή πρέπει να χαρακτηρισθεί ως αναμφίβολα θετική.


Δυστυχώς, όμως, η N.Δ. δεν έχει ακόμη συνεισφέρει στο πολιτικό μας σύστημα μία
ερμηνεία των άρθρων του Συντάγματος για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που να
συμβάλει στη ρυθμιστική, συμβολική και ενοποιητική για τον λαό και το έθνος
λειτουργία του. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τις ακόλουθες σκέψεις:


α) H N.Δ. ουδέποτε διέβη τα κομματικά της σύνορα, προτείνοντας έναν Έλληνα
πολίτη για Πρόεδρο της Δημοκρατίας.


β) H N.Δ., το 1995, δεν ψήφισε υπέρ του K. Στεφανόπουλου, πρώην υπουργού της,
επειδή (και) στην άρνησή της, επένδυε ο τότε πρόεδρός της κ. M. Έβερτ τις
ελπίδες του για νίκη στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές. Συνεπώς, η N.Δ.
ήταν έτοιμη να οδηγήσει τη χώρα σε πρόωρες εκλογές, που αποφεύχθηκαν χάρη στη
στάση της Πολιτικής Άνοιξης.


γ) H N.Δ. το 2000 δεν πρότεινε τον αποδεδειγμένα άξιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας
κ. K. Στεφανόπουλο, αλλά σύρθηκε την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή στην
αποδοχή του. Έως να λάβει αυτήν την απόφαση, η N.Δ. φλερτάριζε και πάλι με το
ενδεχόμενο των πρόωρων βουλευτικών εκλογών.


δ) Πέραν, ωστόσο, του κατά τα ανωτέρω παρελθόντος, ούτε και σήμερα η N.Δ.
συμβάλλει με την πρακτική της στην ενδυνάμωση του ρυθμιστικού, συμβολικού και
παράγωγου συναίνεσης ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ακόμη και τώρα
μελετώνται δημοσκοπήσεις, σταθμίζονται γεγονότα και πρακτικές (τι θα λένε π.χ.
οι της N.Δ. για την οικονομία προεκλογικώς, ότι η καταστροφική απογραφή δεν
τους επιτρέπει να υλοποιήσουν τις υποσχέσεις τους;) προκειμένου να καθορίσουν
τη στάση τους. Συνεχίζουν, δηλαδή, οι της N.Δ. να χρησιμοποιούν την πρόωρη
διάλυση της Βουλής ως μέσο για τα μικροπολιτικά τους σχέδια. Και όμως, η
πρακτική τους αυτή είναι έξω από τα όρια του Συντάγματος. Ως γνωστόν,
συνταγματικώς δεν αξιολογείται μια ενέργεια μόνο με κριτήριο αν αντιφάσκει στη
γραμματική διατύπωση των διατάξεων του συνταγματικού κειμένου, αλλά και με το
επιπλέον κριτήριο, αν βρίσκεται κοντά στο νόημά τους. Και η διάλυση της
Βουλής, αν δεν ψηφίσουν υπέρ μιας πρότασης, στην τρίτη ψηφοφορία, τουλάχιστον
180 βουλευτές, έχει το νόημα της κύρωσης, της τιμωρίας βουλευτών και κομμάτων
για τη μη επίτευξη συναίνεσης. Με λίγα λόγια, η διάλυση της Βουλής επί μη
συναίνεσης για την ανάδειξη Προέδρου της Δημοκρατίας αποτελεί μία
συνταγματικώς ανεπιθύμητη εξέλιξη.


Τέλος πάντων, ποτέ δεν είναι αργά! Ή τουλάχιστον ακόμη δεν είναι αργά για να
πει η N.Δ. στον ελληνικό λαό ποια είναι τα κριτήριά της για τον κορυφαίο αυτό
θεσμό. Το ΠΑΣΟΚ, ως κοινοβουλευτική μειοψηφία, σέβεται τα συνταγματικά
κριτήρια, όπως ακριβώς τα σεβάστηκε στην πράξη και ως πλειοψηφία: A.
Παπανδρέου, K. Σημίτης, Γ. Παπανδρέου έχουν ήδη μιλήσει με την ίδια θεσμική
φωνή.


H άποψη πως δεν είναι η ώρα για ονόματα ευσταθεί. Για να θυμίσω, ο K.
Στεφανόπουλος, ενώ επανεξελέγη στις 8 Φεβρουαρίου 2000, ορκίστηκε στις 11
Μαρτίου 2000 (η προηγούμενη θητεία του έληγε στις 10 Μαρτίου). Αυτό πρακτικά
σημαίνει πως, σύμφωνα με το άρθρο 32 του Συντάγματος, οι ψηφοφορίες για την
εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας θα αρχίσουν το αργότερο στις 11
Φεβρουαρίου 2005 (δηλαδή κατά το Σύνταγμα μπορεί να αρχίσουν και λίγο
νωρίτερα). Συνεπώς, η περί ονομάτων συζήτηση είναι ακόμη πρόωρη. Δεν είναι,
ωστόσο, καθόλου νωρίς για να διατυπώσει, επιτέλους, η N.Δ. τα θεσμικά της
κριτήρια. Διότι όσο αργεί επιβεβαιώνει, και με τη στάση της ως προς τον αρχηγό
του κράτους, πως είναι πράγματι ένα κόμμα, μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία και
μια κυβέρνηση τού «βλέποντας και κάνοντας».


Ο Ανδρέας N. Λοβέρδος είναι βουλευτής, αναπληρωτής καθηγητής
Συνταγματικού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο