H Βασούλα Μανωλίδου ως Μαρία, στη «Μαρία Στιούαρτ» του Σίλερ (από το Εθνικό

Θέατρο). H ερμηνεία της είναι ανθολογημένη ως ανεπανάληπτη στις μνήμες των

θεατών που είχαν το προνόμιο να την απολαύσουν στη σκηνή

Διακριτικά όπως έζησε, σχεδόν έναν αιώνα, διακριτικά και έφυγε την Τετάρτη το

πρωί, η πιο γλυκιά ενζενί – ακόμα και στα λευκά χρόνια διατηρούσε την

εύθραυστη χάρη μιας παράξενης αθωότητας – η Βασούλα Μανωλίδου. Εξασθενημένη,

καρτερική, έχοντας δίπλα της την κόρη της και τους στενούς συγγενείς της,

έσβησε σ’ ένα δωμάτιο του Ιατρικού Κέντρου του Παλαιού Φαλήρου. H κηδεία της

θα γίνει το Σάββατο στις 11 το πρωί από το A’ Νεκροταφείο, δημοσία δαπάνη.

H φωνή της ήταν το χαρακτηριστικό της. Τρυφερή, βελούδινη, μ’ ένα γάργαρο

παράξενο ύφος, ποιητική, δονούνταν από μια μεγάλη ευαισθησία.

Οι νεώτερες γενιές δεν γνωρίζουν την αξία της στο ελληνικό θέατρο, που πήρε

λάμψη από τη λάμψη της επί μισόν αιώνα. Ωστόσο, ο μύθος της ήταν πάντα

ζωντανός. Σημείο αναφοράς στο «άγγιγμα» που είχε το προνόμιο να έχει. Εξάλλου

και η ίδια, ενστικτωδώς, δεν τον έφθειρε αυτόν τον μύθο. Αποχώρησε από το

θέατρο στη σωστή στιγμή, δεν φλυάρησε ποτέ, δεν έδινε συνεντεύξεις, δεν

ξοδεύτηκε σε κοσμικότητες. Κι ωστόσο έκανε φιλίες με προσωπικότητες διεθνούς

εμβέλειας, όπως ο Φρανκ Σινάτρα, ο Νουρέγιεφ, η Μαργκότ Φοντέιν και άλλοι. Και

πάντα παρούσα σε ενδιαφέρουσες παραστάσεις, καλλιτεχνικά γεγονότα, εκδηλώσεις.

Παντρεμένη με τον καλλιτεχνικό επιχειρηματία – ατζέντη Θόδωρο Κρίτα, γύρισε

όλο τον κόσμο. Νεανική και αλαφροΐσκιωτη.

H Βασούλα Μανωλίδου, η αγαπημένη ηθοποιός του Πολίτη, του Ροντήρη, του

Χορν, του Μουζενίδη, του Σολομού, του Μινωτή, του K. Μιχαηλίδη, του

Κακογιάννη, γέννημα θρέμμα του Εθνικού Θεάτρου, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1910.

Φοίτησε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού, όπου άρχισε αμέσως η κατακόρυφη

πορεία της. Από τον πρώτο της ρόλο, Νερίτσα στον «Έμπορο της Βενετίας» (1932),

ώς τον τελευταίο της, Ουίνι στις «Ευτυχισμένες μέρες» (1980), ευτύχησε να

παίξει τους μεγάλους ρόλους, αλλά και οι ρόλοι που έπαιξε ευτύχησαν να λάμψουν

και να αγαπηθούν από τις ερμηνείες της: Οφηλία δίπλα στον Μινωτή, Κορντέλια

δίπλα στον Βεάκη, Χρυσόθεμις δίπλα στην Παπαδάκη, Ισμήνη δίπλα στην Παξινού,

στον Κωτσόπουλο, τον Γληνό. Ήταν ο ζουμερός «Πειρασμός» και το αθώο

«Φυντανάκι», ο αγνός Ισαάκ στη «Θυσία του Αβραάμ», η «Ερωφίλη» στο ομώνυμο

έργο του Χορτάτζη, η Φανίτσα στους «Φοιτητές».

Ένα τεράστιο εύρος ρόλων, από τους οποίους ενδεικτικά αναφέρουμε: Αγία Ιωάννα

στη «Ζαν Ντ’ Αρκ» του Μπέρναρ Σο, Μιράντα στην «Τρικυμία», Βιόλα στη «Δωδέκατη

Νύχτα», Λουίζα Μίλερ στο ομώνυμο έργο του Σίλερ, Μαργαρίτα στο «Φάουστ»,

Κλεοπάτρα στον «Καίσαρα και Κλεοπάτρα».

Από το 1943 ώς το 1955 μπαινοβγαίνει στο Εθνικό, συγκροτεί δικούς της

θιάσους, συνεργάζεται με τον Γιώργο Παπά, την εξαδέλφη της Μαίρη Αρώνη, κάνει

περιοδεία στην Αμερική. Τότε γνωρίζεται με τον πρώην ηθοποιό και μετέπειτα

διακεκριμένο επιχειρηματία Θόδωρο Κρίτα, με τον οποίο έζησε καλά μαζί του όλα

τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους.

Επιστρέφοντας στο Εθνικό Θέατρο ολοκληρώνει την τελευταία και πιο γόνιμη

περίοδο της καριέρας της, με τις ερμηνείες της στις θρυλικές παραστάσεις

«Μαρία Στιούαρτ» (Μαρία), «Γλάρο» (Νίνα), «Το ημέρωμα της στρίγγλας»

(Κατερίνα), «Έμπορος της Βενετίας» (Πόρσια) «Κουκλόσπιτο» (Νόρα), «Το πένθος

ταιριάζει στην Ηλέκτρα» (Ολίβια), «Γύρνα πίσω μικρή μου Σίμπα» (Λόλα),

«Γυάλινος κόσμος» (Αμάντα), «Ιωάννης Γαβριήλ Μπόργκμαν» (Έλα), «Ευτυχισμένες

μέρες» (Ουίνι) κ.ά.

H τελευταία φορά που ανέβηκε σε βήμα για να πει δυο λόγια όλα κι όλα,

ήταν το 1997, όταν παρουσιάστηκε ένα βιογραφικό λεύκωμα «Βάσω Μανωλίδου –

Αναμνήσεις», που εξέδωσε το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας. «Δεν το

έγραψα εγώ. Τα έλεγα όλα στο σπίτι, ο Θόδωρος τα σημείωνε, ε, και το ‘βγαλε το

βιβλίο».

Σε πρώτο πρόσωπο

H βιογραφία της, γραμμένη ως αφήγημα σε πρώτο πρόσωπο, έχει διατηρήσει την

απλότητα του ύφους της: «Γεννήθηκα στην Πλάκα, στην οδό Μνησικλέους. Ο πατέρας

μου Μακεδόνας από το Βελβεντό των Πιερίων, η μητέρα μου Κρητικιά. Στο διπλανό,

δίδυμο σπίτι της οδού Μνησικλέους, ζούσε η οικογένεια της Μαίρης Αρώνη, πρώτης

μου εξαδέλφης (οι μητέρες μας ήταν αδελφές). Τέσσερα αδέλφια εμείς, κι άλλα

τέσσερα μεγάλωναν στο διπλανό σπίτι. Σύνολο οκτώ παιδιά, από τα οποία μόνο

τρία ήταν κορίτσια». Αρχίζοντας από τα ιδιωτικά ξετυλίγει το νήμα της ζωής της

σε λεπτομέρειες σχέσεων και συνεργασιών με συναδέλφους της, με σκηνοθέτες, με

προσωπικότητες που συναναστράφηκε, χωρίς ούτε μια νύξη για τη δική της

σπουδαία θέση στο θέατρο, για την αγάπη που έτρεφαν όλοι στο πρόσωπό της, για

τη λατρεία του κοινού της.

Μια μεγάλη κυρία με έναν μύθο που όχι μόνο δεν εκμεταλλεύτηκε, αλλά σχεδόν δεν

τον κατάλαβε. Γιατί αυτό το ευαίσθητο και συγχρόνως γήινο πλάσμα ήταν πάντα

κάπου αλλού.

«Σαν να την έσπρωχνε ένα βάναυσο χέρι στο ξέφωτο»

«Υδάτινη ήταν η φύση της Μανωλίδου, σαν τη Μιράντα, σαν τη Μαρίνα, είχε

κάτι το στέρεο και ταυτόχρονα το απροσδιόριστο, το απτό, το δροσερό, το ρέον,

το γάργαρο και το αχνό, το αέρινο, μα γεμάτο υγρασία και αχλύ. Όταν

πρωτοέμπαινε στη σκηνή έμοιαζε απροστάτευτη, σχεδόν χαμένη, ήταν σαν να την

έσπρωχνε ένα βάναυσο χέρι στο ξέφωτο, σαν να την έβαζαν τιμωρία. Δεν ξέρω,

αλλά είχα την εντύπωση πως η Μανωλίδου, όταν έβγαινε στη σκηνή, ήταν σαν να

την εξέθεταν ανεπανόρθωτα και φαινόταν φοβισμένη, σκιαγμένη, σκεπαστά

οργισμένη. Πάντως μετανιωμένη, σαν να της είχαν κόψει το χουζούρι της, σαν να

την είχαν ξυπνήσει απότομα, ραντίζοντάς την με σταγόνα παγωμένο νερό.

Ξαφνιασμένη και μαχμουρλού. (…) Αυτό μόλις έβγαινε, γιατί σε ένα

δευτερόλεπτο, αφού συνερχόταν από τη δυσάρεστη έκπληξη που την απέσπασε από

την ανεμελιά της ιδιωτικής ζωής, γινόταν άλλο πλάσμα. Μετά το δευτερόλεπτο της

σκηνικής της ζωής, η σαγήνη απλωνόταν παντού και χωρίς διακρίσεις. H

Μανωλίδου, όταν αφηνόταν πια, όταν παραδινόταν στη γοητεία του θεάτρου,

λειτουργούσε σαν τη Χάρη», γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στο βιβλίο του «Προσωπολατρία».

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000