Ο ψαριανός πλοιοκτήτης Ιωάννης Βαρβάκης γύρω στα 1780 έκανε τις πρώτες

εξαγωγές μαύρου χαβιαριού από την Κασπία

Μέχρι το 1780 το χαβιάρι ήταν έδεσμα που απολάμβαναν οι Ρώσοι χωρικοί. Ο

Ιωάννης Βαρβάκης, το 1770, ήταν ένας από τους Έλληνες ορθοδόξους που

συντάχθηκε με τα στρατεύματα της Αικατερίνης Β’ ενάντια στην Οθωμανική

Αυτοκρατορία. Ο ψαριανός πλοιοκτήτης εκποίησε ολόκληρη την περιουσία του για

να εξοπλίσει με κανόνια και να επανδρώσει με στρατιώτες ένα από τα πλοία του,

που θα έπεφτε στη μάχη ενάντια στους Τούρκους. Εκείνος θα ήταν ο καπετάνιος.

Όμως δεν πρόλαβε να αναλάβει δράση. Ο σουλτάνος υπέγραψε ειρήνη, παραχωρώντας

στη Ρωσία τις βόρειες ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Ο Βαρβάκης, όπως και οι

περισσότεροι Έλληνες που πολέμησαν στο πλευρό των Ρώσων στο Αιγαίο, από το

1770 έως το 1774, έτσι κι αυτός… ξέμεινε, αναγκασμένος να τα βγάλει πέρα

μόνος του με τους Οθωμανούς.

Στο σημείο αυτό η ιστορία του συναντά το… χαβιάρι – τα αυγά του προϊστορικού

ψαριού οξύρρυγχος που ακόμη τότε ήταν λιχουδιά για τους φτωχούς κι όχι σύμβολο

πολυτέλειας και χλιδής. Τη διαδρομή του Βαρβάκη περιγράφει η Inga Saffron στο

βιβλίο της «Caviar: The Strange History and Uncertain Future of the World’s

Most Coveted Delicacy» (Χαβιάρι: η παράξενη ιστορία και το αβέβαιο μέλλον τής

πιο ζηλευτής λιχουδιάς στον κόσμο), το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις

Broadway Books.

Μετά την υπογραφή της ειρήνης ο Βαρβάκης δεν επέστρεψε στα Ψαρά, παρά έβαλε

πλώρη για την Κωνσταντινούπολη, χωρίς να υπολογίζει το πόσο εχθρικό ήταν το

περιβάλλον εκεί για τους Έλληνες. Το πλοίο του κατασχέθηκε, ο ίδιος βρέθηκε

μπλεγμένος με τις αρχές και εκδιώχθηκε. Χωρίς δραχμή στην τσέπη, αποφάσισε να

ζητήσει ακρόαση από την Αικατερίνη – κάτω από δυσμενείς συνθήκες, αφού αυτό

σήμαινε να περπατήσει απόσταση 5.000 χιλιόμετρων μέχρι την Αγία Πετρούπολη.

Εκεί συνάντησε τον Γρηγόριο Ποτέμκιν, εραστή της Αικατερίνης, ο οποίος

μεσολάβησε ώστε η Τσαρίνα να τον δεχθεί. Η Αικατερίνη αποδείχθηκε ιδιαίτερα

γενναιόδωρη δίνοντάς του ένα πουγκί με 10.000 χρυσά ρούβλια και μια άδεια

απεριόριστης και αφορολόγητης αλιείας στην Κασπία.

Η (κεντρική) Βαρβάκειος Αγορά της Αθήνας χτίστηκε από… χαβιάρι. Καθώς το

έδεσμα των Ρώσων χωρικών ήταν εκείνο που όχι απλώς έσωσε αλλά και «έφτιαξε»

οικονομικά τον μετέπειτα εθνικό ευεργέτη και θεμελιωτή της αγοράς Ιωάννη Βαρβάκη

Από την Αγία Πετρούπολη κίνησε για το Αστραχάν, χωρίς την παραμικρή

ιδέα για το πώς θα μπορούσε να αξιοποιήσει την άδεια αλιείας. Κι αντί να

ασχοληθεί με το ψάρεμα αγόρασε ένα αποστακτήριο, με στόχο να φτιάχνει κρασί

από τα γλυκά σταφύλια της στέπας. Τότε ήταν που γνωρίστηκε με έναν έμπορο από

το Αστραχάν, τον Πιοτόρ Σεμιόνοβιτς Σαπόζνικοφ, ο οποίος τον προέτρεψε να

ασχοληθεί με την αλιεία. Ικανός να κτίζει μεγάλα, αξιόπλοα και προηγμένα

καράβια και να ξανοίγεται στη θάλασσα, ο Βαρβάκης ήταν εκτός συναγωνισμού

απέναντι στους μικρομεσαίους παράκτιους Ρώσους ψαράδες. Στη βόρεια Κασπία η

«επιχείρηση αλιεία» απέδωσε καρπούς. Τα πλοία του Βαρβάκη φορτώνονταν

οξύρρυγχους, λευκούς σολομούς, μεγάλους λούτσους κι άλλα πολύτιμα ψάρια.

Σε ένα από τα ταξίδια του δοκίμασε χαβιάρι που τον φίλεψαν Ρώσοι

χωρικοί. Έχοντας στο μυαλό του το πάθος των Ελλήνων για το αυγοτάραχο,

κατάλαβε αμέσως με ποιον τρόπο θα μπορούσε να βγάλει πολλά χρήματα από την

άδεια της Αικατερίνης – εξάγοντας χαβιάρι. Όμως αντιμετώπιζε κι εκείνος το

ίδιο πρόβλημα που φρέναρε τους Ιταλούς εμπόρους αρκετούς αιώνες νωρίτερα: αυτό

το τόσο ευαίσθητο έδεσμα ήταν αδύνατον να ταξιδέψει για καιρό μέσα στα ξύλινα

κασόνια της εποχής – όσο καλά παστωμένο κι αν ήταν…

Η λύση βρέθηκε. Ήταν κιβώτια από ξύλα φλαμουριάς τα οποία δεν προκαλούσαν

αλλοιώσεις στα πολύτιμα αυγά, ήταν απόλυτα στεγανά κι έτσι διατηρούσαν σε πολύ

καλή κατάσταση το φορτίο που πάνω σε καμήλες ή φορτωμένο σε ιστιοφόρα ταξίδευε

τον Βόλγα για να φτάσει από το Αστραχάν στην Ελλάδα. Μέχρι το 1788 η

επιχείρηση του Βαρβάκη έκανε χρυσές δουλειές και απασχολούσε περισσότερους από

3.000 εργάτες για την επεξεργασία και το πακετάρισμα των αυγών του

οξύρρυγχου… Το 1824 επέστρεψε στην Ελλάδα εκατομμυριούχος…

«Το μικρό γεράκι» από τα Ψαρά

Η Inga Saffron, δημοσιογράφος στην αμερικανική εφημερίδα «Philadelphia

Inquirer» και ανταποκρίτριά της στη Ρωσία για τέσσερα χρόνια, περιγράφει στο

βιβλίο της για το χαβιάρι τον Ιωάννη Βαρβάκη ως «έναν σοβαρό νεαρό, με

διεισδυτικό βλέμμα που συχνά τον αποκαλούσαν “το μικρό γεράκι”». Για τους

Έλληνες ο Ψαριανός Βαρβάκης ήταν από εκείνες τις προσωπικότητες της διασποράς

που αναδείχθηκαν σε εθνικούς ευεργέτες. Χάρη στα χρήματα που κέρδισε από το

εμπόριο των αυγών του οξύρρυγχου έγινε εξέχον μέλος της ρωσικής κοινωνίας.

Ήδη από το 1824 προέβλεπε την ανάγκη δημιουργίας σχολής στην πρωτεύουσα του

νεοσύστατου τότε ελληνικού κράτους. Κατέθεσε τα χρήματα που χρειάστηκαν για

την ανέγερσή του σε ρωσική τράπεζα και το 1857 άρχισε το κτίριο της Βαρβακείου

Σχολής, με σχέδια και επίβλεψη του Παναγιώτη Κάλκου. Άρχισε να κτίζεται, για

να ολοκληρωθεί το 1859. Με δική του δωρεά κατασκευάστηκε η κλειστή αγορά της

Αθήνας (Βαρβάκειος Αγορά), ενώ επίσης χρηματοδότησε την ανέγερση διδακτηρίου

στη Σινασό, την παλιά Ναζιανζό, πατρίδα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου.

INFO

Inga Saffron, «Caviar: The Strange History and Uncertain Future of the World’s

Most Coveted Delicacy», Εκδόσεις Broadway Books, Σελ. 256, Τιμή (www.amazon.com): 16,77 δολάρια.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.