Όπως σήμερα μιλάμε για την κοινωνία της πληροφορίας, έτσι σε λίγα χρόνια
θα αναφερόμαστε στην κοινωνία της Βιολογίας. Με άλλα λόγια, όπως η έκρηξη της
πληροφορικής τα τελευταία χρόνια έχει κάνει τους επαγγελματίες του κλάδου
ανάρπαστους, κάτι ανάλογο θα συμβεί με τους βιολόγους την επόμενη 15ετία. Τη
σύγκριση αυτή χρησιμοποιεί για να περιγράψει τις προοπτικές του επαγγέλματος
του βιολόγου ο Γιώργος Κόλλιας, πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και
επιστημονικός διευθυντής του Ερευνητικού Κέντρου Βιοϊατρικών Επιστημών
«Αλέξανδρος Φλέμιγκ».






«Οι βιολόγοι θα είναι απολύτως απαραίτητοι στην καθημερινή κοινωνική
οργάνωση», εκτιμά ο κ. Γιώργος Κόλλιας, δηλώνοντας αισιόδοξος για τη «νέα
εποχή» που έρχεται. Ο κ. Κόλλιας στηρίζει την πρόβλεψη αυτή τόσο στα νέα
δεδομένα που δημιουργούν οι εξελίξεις στην επιστήμη της Βιολογίας - όπως η
αλληλουχία του ανθρώπινου γονιδιώματος - όσο και στην εμπειρία από την άνθηση
του κλάδου σε άλλες οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες.


Απεριόριστες δυνατότητες και ευκαιρίες


Περιζήτητους επαγγελματίες, με απεριόριστες ευκαιρίες, χαρακτηρίζει ο κ.
Κόλλιας τους μελλοντικούς βιολόγους. Ένας βιολόγος «μπορεί να ασχοληθεί με
μελέτες για τον καθαρισμό λυμάτων αλλά και με τη μελέτη των οργανισμών που
κρύβει καλά η φύση, τους οποίους καλείται να ανακαλύψει», τονίζει
χαρακτηριστικά. Δεν παραλείπει σε αυτό το σημείο να τονίσει τις υπαρξιακές
αναζητήσεις που συνοδεύουν το επάγγελμα του βιολόγου, καθώς «εμπεριέχει τη
φιλοσοφία για την ανθρώπινη ύπαρξη, το πώς δηλαδή είμαστε οργανωμένοι για να
ζούμε».


Ο ίδιος κάνει λόγο για πλήθος ειδικοτήτων, από τις «κλασικές» του ζωολόγου,
του φυτολόγου ή του ωκεανολόγου μέχρι τις πιο σύγχρονες βιοϊατρικές
ειδικότητες, όπως του γενετιστή, του βιοχημικού, του μοριακού βιολόγου και του
βιοτεχνολόγου. Παραπέμποντας, ωστόσο, στην πρακτική του εξωτερικού, ο κ.
Κόλλιας υπογραμμίζει πως στην Ελλάδα δεν υπάρχουν σοβαρές εξειδικεύσεις στα
βιολογικά Τμήματα. «Θα πρέπει να σπάσουν οι ειδικότητες της Βιολογίας, δεν
μπορεί να καλύπτει τόσους τομείς και να υπάρχει ενιαίο πτυχίο» αναφέρει.


Όσο για την επαγγελματική αποκατάσταση, μπορεί κάποιος να γίνει από καθηγητής
στη Μέση Εκπαίδευση ή σε Πανεπιστήμια και ερευνητής στον ιατρικό κλάδο, την
πειραματική Βιολογία ή τη φαρμακευτική βιομηχανία μέχρι σύμβουλος τεχνητής
γονιμοποίησης. Για όσους επιθυμούν πάντως πιο ήσυχη ζωή, συμβουλεύει να
επιδιώξουν θέσεις του εκπαιδευτικού και του δημόσιου τομέα. Για πιο... ανήσυχα
πνεύματα συνιστά την έρευνα.


Ούτε ρουτίνα ούτε ωράριο






Στις βιολογικές σπουδές τον οδήγησε η... θεά Τύχη. Και, παρότι δεν ήταν η
πρώτη επιλογή του, σύντομα η Βιολογία τον κέρδισε. Για την ακρίβεια, ο
ερευνητικός τομέας ήταν αυτός που προσείλκυσε το ενδιαφέρον του και σε αυτόν
παραμένει πιστός μέχρι σήμερα.


Περιγράφοντας τον τομέα αυτό, ο κ. Κόλλιας λέει πως «δεν υπάρχει ρουτίνα».
Προσθέτει, βέβαια, πως «δεν υπάρχει ούτε ωράριο», υποστηρίζοντας ότι συνήθως
«πας νωρίς και φεύγεις αργά». Η άποψή του, εξάλλου, είναι ότι στη συγκεκριμένη
επαγγελματική απασχόληση «αποδίδει καλύτερα κανείς όταν τη βλέπει και λίγο ως
χόμπι». Ως εκ τούτου, «καθημερινά, ακόμη και αν είναι σπίτι ή πηγαίνει
διακοπές, μπορεί να σκέφτεται για δουλειά». Από το επάγγελμα δεν λείπει η χαρά
της δημιουργίας. «Θα κάνεις διάφορα πειράματα, θα αποδείξεις κάτι καινούργιο
και αυτό σου προσφέρει χαρά», αναφέρει. Μετά, βέβαια, έρχεται «η αγωνία να
προλάβεις να το δημοσιεύσεις, στο πλαίσιο του υγιούς ανταγωνισμού με άλλους
συναδέλφους». Στο πρόγραμμά του ένας ερευνητής βιολόγος θα πρέπει να προσθέσει
τη συνεχή επαφή και συνεννόηση με συναδέλφους, αρκετά ταξίδια σε συνέδρια,
αλλά και συγγραφή βιβλίων ή άρθρων σε επιστημονικά περιοδικά.


Στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε σωστού ερευνητή, ο κ. Κόλλιας προτάσσει την
επιμονή, την επινοητικότητα και την υπομονή. Ο ερευνητής θα πρέπει, εξάλλου,
«να μην κυνηγά πρωτίστως τον υλικό αλλά τον πνευματικό πλούτο», καταλήγει.


Ο βιολόγος απαντά σε ερωτήματα της Ιατρικής



Από το ευρύ φάσμα εφαρμογών της βιολογικής επιστήμης, ο κ. Κόλλιας διακρίνει
ως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο τη μεγάλη σχέση της με την Ιατρική. «Η Ιατρική
λειτουργεί ως εμπειρική επιστήμη», αναφέρει, παρουσιάζοντας ως παράδειγμα το
ότι, «ενώ ξέρουμε πως παίρνοντας μία ασπιρίνη περνάει ο πόνος, δεν ξέρουμε
γιατί συμβαίνει αυτό. Ο βιολόγος απαντά σε αυτό το ερώτημα», εξηγεί.


Ωστόσο, αναφέρει πως «η αίγλη και ο κοινωνικός ρόλος του βιολόγου δεν είναι
τόσο αναγνωρισμένα όσο του γιατρού». Παρομοιάζει, μάλιστα, τα δύο επαγγέλματα
με ένα θέατρο, όπου οι γιατροί είναι οι πρωταγωνιστές, ενώ οι βιολόγοι είναι
πίσω από τη σκηνή - το συνεργείο που δίνει ζωή στη λειτουργία του θεάτρου.
Επαναλαμβάνει, πάντως, ότι το επάγγελμα του βιολόγου «τώρα βγαίνει μπροστά».
Όπως λέει, «από μια κυρίως εμπειρική εποχή στην Ιατρική περνάμε σε μια
περισσότερο καθοδηγούμενη από τη γνώση εποχή, γνώση την οποία διαθέτουν
κατεξοχήν οι βιολόγοι».