Το κυριότερο απ' αυτήν την άποψη, καταλυτικό μπορώ να πω, ήταν τα
Πιστοποιητικά Κοινωνικών Φρονημάτων, το έγγραφο δηλαδή της «αρμόδιας»
(Στρατός, Ασφάλεια) Αρχής που βεβαίωνε ότι δεν είσαι κομμουνιστής, ούτε
συμπαθείς τον κομμουνισμό· μέσω των Πιστοποιητικών Κοινωνικών Φρονημάτων
αποκλείστηκαν από ολόκληρο το δημόσιο τομέα και από μεγάλο μέρος του ιδιωτικού
(η εκπαίδευση για παράδειγμα), όχι μόνον όσοι είχαν χαρακτηριστεί από τις
Αρχές ως κομμουνιστές, οι ίδιοι ή μέλη της ευρύτερης οικογενείας τους, αλλά
και όσοι εμφορούνταν από φιλελεύθερες ιδέες.


Τα διοικητικά μέτρα, σε συνδυασμό με τα αστυνομικά (απειλές,
«προειδοποιητικές» κλήσεις στο Τμήμα, πιέσεις προς συγγενικά πρόσωπα κ.λπ.)
εξανάγκασαν σημαντικό τμήμα του πληθυσμού να αναζητήσει την επιβίωσή του στον
τριτογενή τομέα της οικονομίας - στον οποίο ας μου επιτραπεί να προσμετρήσω
και την παραοικονομία -, κυρίως στο μικρεμπόριο και στις «δουλειές του
ποδαριού»: πρόκειται για τον κοινωνικό χώρο του μικροαστισμού, ο οποίος στο
οικονομικό επίπεδο εξασφάλιζε από σχετική άνεση έως απόλυτη ανασφάλεια και στο
κοινωνικό διεύρυνε και διόγκωνε τη λεγόμενη τώρα «κυμαινόμενη» εκλογική
πελατεία. Ας ξαναπώ πάντως, ότι της ίδιας μορφής βίας αποτέλεσμα ήταν και
μεγάλο τμήμα της αγροτικής εξόδου, της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης
δηλαδή.


Το εμφανέστερο όμως χαρακτηριστικό - πηγή όλων των προβλημάτων της δεκαετίας
του '60 - ήταν χωρίς αμφιβολία ο ανώμαλος πολιτικός βίος: η νόμιμη πολιτική
εξουσία, αυτή δηλαδή που λειτουργούσε κατά τις βάσεις του Συντάγματος, ήταν
δέσμια της παράνομης δράσης παράνομων επίσης παρακρατικών οργανώσεων, οι
οποίες αντλούσαν την ισχύ και τη «νομιμοποίησή» τους από τον Στρατό και τις
μυστικές υπηρεσίες, ελληνικές και ξένες· οι κυβερνήσεις της Δεξιάς από την
άλλη, δηλαδή οι κυβερνήσεις του Κ. Καραμανλή αποκλειστικά, και τα Ανάκτορα
γνώριζαν και την ύπαρξη και τη δράση της παραεξουσίας, όπως και τους
«προστάτες» της· την ανέχονταν όμως γιατί φοβούνταν ότι η άλλη λύση πολιτικής
εξουσίας θα ήταν η ανατροπή τους από τη χούντα του παρακράτους.


Όταν λέω «ανέχονταν» δεν πρέπει να νομιστεί ότι εννοώ κάποια σχέση
αντιπαλότητας: νόμιμη και παρακρατική εξουσία είχαν την ίδια ιδεολογική βάση,
τον αντικομμουνισμό στο ευρύτερο δυνατό περιεχόμενό του, και αντλούσαν την
ισχύ τους από την ίδια πηγή, τον Στρατό. Για να αντιληφθούμε καλύτερα το
κεντρικό ζήτημα αυτού του προβλήματος πρέπει να πάμε λίγο πίσω, στον Εμφύλιο·
γιατί εκεί ανιχνεύεται για πρώτη φορά η πολιτική αυτονόμηση του Στρατού: ήταν
μια αυτονόμηση την οποία προώθησαν οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και τα
Ανάκτορα· βρίσκεται στη βάση κάθε πολιτικής ανωμαλίας και διατηρήθηκε έως το
1974, αφού το 1967 είχε δείξει τα πιο σκληρά της δόντια. Τότε αποδείχτηκε και
κάτι που πριν έδειχνε αλλιώτικο: τα Ανάκτορα δεν ήταν εξουσία· δεν ήταν καν
συνεξουσία. Γι' αυτό, τα Ιουλιανά, τη σφοδρή σύγκρουση πρωθυπουργού - βασιλιά
με κεντρικό σημείο αναφοράς τη στεγανότητα της πολιτικής εξουσίας του Στρατού,
πρέπει να την διαβάσουμε διαφορετικά.


Η πολιτική αυτονόμηση του Στρατού είχε διαμορφώσει στη χώρα σχέσεις εξουσίας
που δεν συμφωνούσαν με τη συνταγματική νομιμότητα· τα κέντρα εκπόρευσής τους
ήταν εντελώς ανεξέλεγκτα και αφανή. Η πολιτειακή κρίση του θέρους του 1965
ήταν συγχρόνως και βαθιά πολιτική κρίση: μια εκρηκτική εκδήλωση του
δεκαπενταετούς ανώμαλου πολιτικού βίου και ηχηρή έκφρασή της, συνεχιζόμενης,
αντικομμουνιστικής υστερίας της ελληνικής Δεξιάς και του παρόντος στις
εξελίξεις αμερικανικού παράγοντα.


Αυτό που προτείνω ως διαφορετική ανάγνωση των γεγονότων είναι ότι έχουμε να
κάνουμε με σύγκρουση ερήμην του Στρατού: ο βασιλιάς εμφανίστηκε ως αδιάλλακτος
υπερασπιστής μιας εξουσίας την οποία στην πραγματικότητα δεν είχε, γιατί δεν
ήταν σε θέση να την ελέγξει· ο πρωθυπουργός πολέμησε, όχι για να αφαιρέσει
εξουσία από τον βασιλιά, αφού αυτός δεν την είχε, αλλά για να «εθνικοποιήσει»
τον Στρατό, να διαρρήξει δηλαδή το πλέγμα ελέγχου που είχαν εξυφάνει γύρω του
οι Αμερικανοί.


Το πραξικόπημα της χούντας - μιας από τις χούντες - και το φασιστικό
στρατιωτικό καθεστώς που εγκαθίδρυσε δεν εξέφραζαν άμυνα, αλλά επίθεση: η
πολιτική αυτονόμηση του Στρατού δεν είχε αμφισβητηθεί ανοιχτά από κανένα
πολιτικό χώρο· οι οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις ήταν εντελώς αδύναμες και
ανάξιες να δεχθούν την «επίθεση» του Στρατού. Ο στόχος λοιπόν του
πραξικοπήματος και της επιβολής της Δικτατορίας βρίσκεται αλλού και σ' αυτόν
ανιχνεύεται και η «κρυφή» σημασία των Ιουλιανών. Ας δούμε.


Τα Ιουλιανά ανέδειξαν αυτό που είπα από την αρχή της ανάλυσής μου για
τη δεκαετία του '60: η κοινωνία στο προσκήνιο. Παρά τη βία, με τις δύο κύριες
μορφές της που ανέλυσα ήδη, η κοινωνία είχε μπορέσει να θέσει τις βάσεις για
να καλλιεργήσει νέες κουλτούρες (διανοητικές, πολιτικές, θεσμικές,
καλλιτεχνικές, σχέσεων) - στο «κουλτούρα» πρέπει πάντοτε να λογαριάζουμε
μεγάλες διάρκειες - μέσα από νέα αιτήματα που όλα συμπυκνώνονταν συνθηματικά
στην ιαχή «Δημοκρατία».


Ήταν το σύνθημα που έδειχνε τον δρόμο για την απελευθέρωση όλων των κοινωνικών
δυνάμεων. Η κυριότερη αποκάλυψη όμως των ευρύτατων κινητοποιήσεων κατά τα
Ιουλιανά ήταν ότι είχαν ήδη διαμορφωθεί κοινωνικές συμμαχίες εαμικού τύπου· η
σύγκρουση έγινε, κατά τη γνώμη μου, γι' αυτό και η επίθεση στόχευε αυτό!


Ο Βασίλης Κρεμμυδάς είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από