ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ






Το μέλλον της αγροτικής οικονομίας της Ευρώπης βρέθηκε στο επίκεντρο της
επικαιρότητας, με αφορμή τις συζητήσεις στη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. την
περασμένη Πέμπτη και την Παρασκευή στις Βρυξέλλες, εν όψει της ολοκλήρωσης των
διαπραγματεύσεων για τη διεύρυνση. Εκεί, υπό την πίεση της Γερμανίας και των
άλλων χωρών που εισφέρουν περισσότερα στον κοινοτικό προϋπολογισμό απ' όσα
εισπράττουν, ετέθη για πρώτη φορά επί τάπητος το ζήτημα του οριστικού
παγώματος των αγροτικών δαπανών μετά το 2006. Πρακτικά, η απόφαση των «15»
προαναγγέλλει σημαντικές περικοπές στις ενισχύσεις των αγροτών, αφού το 2006,
που θα είναι το έτος αναφοράς για τα επόμενα χρόνια, οι 10 νέες χώρες-μέλη θα
λαμβάνουν μόλις το 35% των γεωργικών ενισχύσεων που τους αναλογούν κανονικά.
Με άλλα λόγια, η πίτα (43 δισ. ευρώ σήμερα, περίπου 47 δισ. το 2006) μένει η
ίδια, ενώ τα στόματα πληθαίνουν με την είσοδο μεγάλων αγροτικών πληθυσμών, από
χώρες όπως η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Σλοβακία.


Στο μεσοδιάστημα, μέχρι το 2006, θα δούμε να πολλαπλασιάζονται οι προτάσεις
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για αλλαγές στην πολιτική στήριξης των αγορών των
διαφόρων αγροτικών προϊόντων, αρχής γενομένης το 2003, με τη μεταρρύθμιση του
καθεστώτος ενίσχυσης της αγοράς καπνού και ζάχαρης. Το σύνολο αυτών των
προτάσεων θα αποτελέσει το πλαίσιο μιας νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Μιας
πολιτικής προσαρμοσμένης στις διεθνείς δεσμεύσεις που πρόκειται να αναλάβει η
Ε.Ε. στον νέο γύρο διαπραγματεύσεων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου («γύρος
της Ντόχα») και στην οροφή των χρημάτων που ετέθη από τώρα για το μέλλον.


Η ΚΑΠ και η αναθεώρησή της


Η Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΟΚ, μετέπειτα Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπήρξε
ιστορικά η πρώτη απόπειρα άσκησης μιας πραγματικά αναδιανεμητικής πολιτικής,
στο πλαίσιο του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η Γαλλία, πρώτος
εξαγωγέας μεταποιημένων αγροτικών προϊόντων στον κόσμο (τυρί, κρασιά κ.λπ.)
άνοιγε την αγορά της στην ευημερούσα γερμανική βιομηχανία, με αντάλλαγμα την
ουσιαστική στήριξη όχι μόνο των εξαγωγών της αλλά και του εισοδήματος των έξι
εκατομμυρίων αγροτών της. Δύο δεκαετίες αργότερα, η είσοδος της Ελλάδας και η
πίεση που άσκησε τότε η κυβέρνηση Παπανδρέου οδήγησαν στη δημιουργία του
δεύτερου αναδιανεμητικού «πυλώνα» της Κοινότητας, αρχικά με τα Μεσογειακά
Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ) και αργότερα με τα Διαρθρωτικά Ταμεία και το
Ταμείο Συνοχής.


Ακόμα και σήμερα οι ετήσιες αγροτικές δαπάνες αντιπροσωπεύουν το αστρονομικό
ποσό των 43 δισ. ευρώ (52% του κοινοτικού προϋπολογισμού το 2001), το
μεγαλύτερο μέρος (28 δισ. ευρώ) υπό τη μορφή άμεσων εισοδηματικών ενισχύσεων
προς τους αγρότες. Την ίδια χρονιά οι διαρθρωτικές δράσεις της Κοινότητας δεν
ξεπέρασαν συνολικά τα 22,5 δισ. ευρώ. Η πρώτη ωφελημένη χώρα, κατ' αναλογίαν
πληθυσμού, είναι η Ελλάδα που έλαβε πέρυσι 2,6 δισ. ευρώ (6,3% του συνόλου)
στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και 2,9 δισ. ευρώ (13,1% του
συνόλου των «15») από τα Διαρθρωτικά Ταμεία.


Τον περασμένο Ιούλιο, ο αρμόδιος για την αγροτική πολιτική κοινοτικός
επίτροπος Φραντς Φίσλερ εισηγήθηκε, με βάση την εντολή που είχε από τη Σύνοδο
Κορυφής του Βερολίνου (1999), την αλλαγή φιλοσοφίας της ΚΑΠ, με κεντρική ιδέα
την αποσύνδεση των κοινοτικών ενισχύσεων από τον όγκο της παραγωγής. Στη θέση
αυτής της βασικής αρχής - που για πολλούς ήταν υπεύθυνη για τα «βουνά του
βουτύρου» και τις χωματερές των ροδάκινων, αλλά και για ανωμαλίες τύπου τρελών
αγελάδων - η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει τη σταδιακή κατάργηση όλων των
βοηθειών και την εισαγωγή μιας κατ' αποκοπήν ενίσχυσης προς τους παραγωγούς,
με τη μορφή μιας κοινοτικής επιταγής. Οι αγρότες θα είναι ελεύθεροι να
παράγουν ό,τι θέλουν, σε όποιες ποσότητες θέλουν, και να το διαθέτουν στην
αγορά, όπως και όπου μπορούν. Οι Κοινές Οργανώσεις Αγοράς, που λειτουργούν
σήμερα ως δίχτυ ασφαλείας για τους παραγωγούς, ρυθμίζοντας την προσφορά στη
ζήτηση, ουσιαστικά εγκαταλείπονται. Ταυτόχρονα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
εισηγείται τη σταδιακή μείωση των άμεσων εισοδηματικών ενισχύσεων κατά 20%, με
εξαίρεση τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις που απασχολούν μέχρι 2 άτομα και
λαμβάνουν συνολικές ενισχύσεις έως 5.000 ευρώ ετησίως. Ας σημειωθεί ότι αυτές
οι εκμεταλλεύσεις αντιπροσωπεύουν πάνω από το 50% των ενισχύσεων που λαμβάνουν
οι Έλληνες αγρότες.


Η συνολική εξοικονόμηση πόρων, μέσω αυτής της «ενδιάμεσης» αναθεώρησης της
ΚΑΠ, δεν ξεπερνά ετησίως τα 600 εκατ. ευρώ, τα δύο τρίτα των οποίων θα
διατεθούν για τη χρηματοδότηση του άλλου σκέλους της αγροτικής μεταρρύθμισης.
Δηλαδή, προγράμματα ανάπτυξης της υπαίθρου με στόχο την προώθηση της
οικολογικής γεωργίας, της ασφάλειας των τροφίμων, της ενίσχυσης των νέων
παραγωγών, καθώς και της πρόωρης συνταξιοδότησης. Με άλλα λόγια και πολύ
σχηματικά, τον λογαριασμό θα πληρώσουν οι μεγάλες εκμεταλλεύσεις, όπως οι
βαμβακοκαλλιέργειες του κάμπου της Θεσσαλίας και οι καλλιέργειες που
ρυπαίνουν. Αλλά και όσοι δεν κατορθώνουν να προσαρμοστούν στα κελεύσματα των
καιρών, που ζητούν προδιαγραφές ποιότητας, τυποποίηση και καλό μάρκετινγκ των
προϊόντων στις ευρωπαϊκές και τις διεθνείς αγορές.


Είναι πράγματι οι Ευρωπαίοι (μεταξύ αυτών και οι Έλληνες) αγρότες το
εξιλαστήριο θύμα όλων των σύγχρονων δεινών; Η Γερμανία, η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή
οικονομία και κύριος χρηματοδότης του κοινοτικού προϋπολογισμού - ταυτόχρονα
όμως και βασικός «σπόνσορας» της διεύρυνσης, μαζί με τη χώρα μας - έθεσε
πρώτη, όπως δικαιούται, το ζήτημα της αλλαγής των κανόνων του παιχνιδιού. Το
σοβαρό πρόβλημα ανεργίας που αντιμετωπίζει (χωρίς να είναι η μόνη), σε
συνδυασμό με τους χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας της, αφήνουν λίγα
περιθώρια ελιγμών μέσα στον «κορσέ» της δημοσιονομικής πειθαρχίας που
επιτάσσει το ευρώ. Και είναι αλήθεια ότι, μακροπρόθεσμα, η πολιτική που
προωθείται θα παραδώσει τους Ευρωπαίους παραγωγούς στον ελεύθερο διεθνή
ανταγωνισμό. Η λογική, όμως, τού «όποιος μπορεί προχωρεί» δεν ισχύει μόνο για
τους Ευρωπαίους αγρότες. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση των «25», που θα αρχίσει να
διαμορφώνεται από τη νέα δημοσιονομική περίοδο (2007-2013), τα περιθώρια
«εγγυημένων επιταγών» και «πακέτων» χρηματοδοτήσεων, είτε πρόκειται για
αγροτικές ενισχύσεις είτε για διαρθρωτικά προγράμματα κλίμακας, θα στενέψουν
πραγματικά. Η Ευρώπη του μέλλοντος είναι μια Ευρώπη ελεύθερου ανταγωνισμού
επαγγελματιών, δήμων, κρατών, και όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε τόσο το καλύτερο.


Ρυθμιστής του αγροτικού εισοδήματος η αγορά







Αντιμέτωπη με το αγροτικό ζήτημα είναι η ελληνική κοινωνία. Η ανάπτυξη της
γεωργίας δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στις επιδοτήσεις, επισημαίνουν
κυβερνητικά στελέχη. Συνεχίζεται η αντιαγροτική πολιτική της κυβέρνησης, είναι
η κριτική απάντηση που δέχονται οι αρμόδιοι υπουργοί.


«Δεν μπορούμε», τονίζει σε δηλώσεις του στην «ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» ο υπουργός Γεωργίας,
Γ. Δρυς, «να παράγουμε προϊόντα που δεν τα ζητά η αγορά. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και
όλοι οι εταίροι μας δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώνουν για μια γεωργία που
δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των Ευρωπαίων καταναλωτών». «Επιβάλλεται»,
προσθέτει, «να πάμε στην ποιοτική γεωργία, στη βιολογική γεωργία, στη γεωργία
που έχει υψηλή προστιθέμενη αξία αγροτικών προϊόντων, για να έχουν οι αγρότες
και υψηλό εισόδημα αλλά, κυρίως, και αγορές».


«Το αγροτικό πρόβλημα έχει άμεση σχέση με το ασταθές περιβάλλον στο οποίο ζει
σήμερα ο αγροτικός κόσμος σε ολόκληρη την Ευρώπη», επισημαίνει ο υφυπουργός
Γεωργίας, Βαγγέλης Αργύρης.


Από την Ευρωπαϊκή Ένωση η ελληνική γεωργία εξασφαλίζει ένα τρισ. δραχμές τον
χρόνο, με τα τρία βασικά προϊόντα να είναι το βαμβάκι, ο καπνός και το
ελαιόλαδο. Φυσικά, δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς τα ιδιαίτερα προβλήματα που
αφορούν τα σιτηρά, τα εσπεριδοειδή, τα οπωροκηπευτικά και τον αμπελοοινικό
τομέα. Μέχρι σήμερα, πάντως, το εισόδημα των αγροτών διαμορφώνεται από τις
επιδοτήσεις, τις αποζημιώσεις και λιγότερο από την αγορά. Το αγροτικό πρόβλημα
αντιμετωπίζεται ως διαχειριστικό πρόβλημα. Στην ουσία, όμως, είναι δομικό και
διαρθρωτικό.


Έκθεση


Αναλύοντας την επικαιρότητα και τις εξελίξεις στον αγροτικό τομέα, επιτελικά
στελέχη των συναρμόδιων υπουργείων, σε έκθεσή τους επισημαίνουν ότι:


* Οι μεγάλες ανατροπές στα ακολουθούμενα γεωργικά μοντέλα - και ως
νοοτροπία, αλλά και ως συστήματα παραγωγής - είναι ήδη σε εξέλιξη.


* Η αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) δείχνει το τέλος
του ανταγωνισμού των ποσοτήτων και την έμφαση στο νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον
της ποιότητας και των βιώσιμων μορφών γεωργίας.


* Ορισμένα προϊόντα, που από αυτά εξαρτώνται σε έναν βαθμό και οι
τοπικές οικονομίες, θα δέχονται πιέσεις όσο υπάρχει μονοσήμαντη προσπάθεια από
το κράτος και μόνο για την οργάνωση τομέων.


* Οι προσπάθειες για βιώσιμα επιχειρηματικά μεγέθη των αγροτών (Ομάδες
Παραγωγών, Κλαδικές και Διεπαγγελματικές Οργανώσεις κ.λπ.) βαδίζουν με αργούς
ρυθμούς.


«Η χώρα μας», τονίζει ο υφυπουργός Γεωργίας, Βαγγέλης Αργύρης, «μπορεί και
έχει την ευκαιρία, στο πλαίσιο και της προεδρίας της στην Ε.Ε., να διαμορφώσει
πολιτικές προς όφελος των Ελλήνων αγροτών και αυτό πράττει. Το επόμενο
διάστημα θα συμβούν σημαντικές αλλαγές και εμείς δεν πρέπει να είμαστε απλοί
θεατές. Η εφαρμογή εθνικής πολιτικής είναι και ανέφικτη, αλλά και θα οδηγούσε
σε εντελώς λανθασμένη κατεύθυνση».


Η κτηνοτροφία


Προτεραιότητα της αγροτικής πολιτικής αποτελεί και η ποιοτική αναβάθμιση της
Ζωικής Παραγωγής στην Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στροφή σε ό,τι
αφορά το μοντέλο που ακολούθησαν πολλές ευρωπαϊκές χώρες και αφορούσε την
εντατικοποίηση της παραγωγής, στην αύξηση του μεγέθους της και την εξειδίκευση
των κτηνοτροφικών μονάδων. Όπως τονίζει ο υφυπουργός Γεωργίας κ. Φώτης
Χατζημιχάλης, «στόχος είναι πλέον η ασφάλεια, η ποιότητα και η πολυμορφία των
παραγόμενων προϊόντων, ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα και η θέση τους,
τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στην παγκόσμια αγορά. Αυτό το μοντέλο ανάπτυξης,
το οποίο πλέον εφαρμόζεται σε ολόκληρη την Ε.Ε., ταιριάζει περισσότερο στην
Ελλάδα, που η παραγωγή σε πολλούς κλάδους χαρακτηρίζεται ακόμα ως "εκτατική"
και περιλαμβάνει το 80% επικράτειας, και κυρίως μειονεκτικές περιοχές».


Συρρικνώνεται η γεωργία σε Κρήτη και Θεσσαλία



Φθίνουσα πορεία ακολουθεί ο αγροτικός τομέας στην Κρήτη. Το μεγάλο κόστος
παραγωγής και μεταφοράς των προϊόντων, η έλλειψη ανταγωνιστικότητας, ο μικρός
και κατακερματισμένος κλήρος και η γήρανση του πληθυσμού που απασχολείται στον
γεωργικό τομέα οδηγούν σε συρρίκνωση έναν βασικό τομέα της οικονομίας.


Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στην αμπελοκαλλιέργεια. Πέρυσι - διότι
φέτος οι συνεχείς βροχές του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου κατέστρεψαν το
σύνολο της παραγωγής - παρήχθησαν 40.000 τόνοι σταφίδας. Τη δεκαετία του '80
παράγονταν 90.000-100.000 τόνοι. Παράγονται, ακόμη, 60.000 τόνοι οινοστάφυλα
και 15.000 τόνοι επιτραπέζιο σταφύλι. Η τιμή για το κιλό της σταφίδας είναι
140 δρχ., όσα είναι και τα έξοδα σταφιδοποίησης. Η επιδότηση ανέρχεται στις
110.000 δρχ. ανά στρέμμα, που τελικά είναι τα μόνα χρήματα που μένουν στον
παραγωγό.


Τα πράγματα είναι καλύτερα όσον αφορά την ελαιοκαλλιέργεια. Ο τζίρος του
λαδιού πέρυσι στην Κρήτη ανήλθε συνολικά στα 200 δισ. δρχ. (80 δισ. για τον
Νομό Ηρακλείου). Η μέση τιμή ανά κιλό ήταν περίπου 200 δρχ. Η μεγάλη αδυναμία
του κρητικού λαδιού, είναι η προβολή και η προώθησή του στην εσωτερική και
στις διεθνείς αγορές. Από τους 175.000 τόνους που παράγουμε, οι 50.000 τόνοι
τυποποιούνται στην Ελλάδα από ιδιώτες και συνεταιρισμούς, οι 15.000 τόνοι
τυποποιούνται στο εξωτερικό και οι 110.000 τόνοι πωλούνται χύμα στην Ιταλία
και την Ισπανία, αναμειγνύονται με δικά τους λάδια, για να βελτιωθεί η
ποιότητά τους.


«Η Ισπανία», λέει ο κ. Η. Γαβαλάς, πρόεδρος της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών
Ηρακλείου, «διέθεσε φέτος δισεκατομμύρια δραχμές για διαφήμιση του λαδιού της.
Η ελληνική πολιτεία δεν διέθεσε δραχμή. Χωρίς πολιτική διαφήμισης, το
ισχυρότερο εθνικό μας προϊόν θα το εκμεταλλεύονται οι Ισπανοί και οι Ιταλοί».


Ο τρόπος χορήγησης των επιδοτήσεων επιβραβεύει τους «κακούς» αγρότες, εκείνους
δηλαδή που επιδιώκουν μεγάλη, αλλά όχι και αναγκαία ποιοτική, παραγωγή, εις
βάρος των ευσυνείδητων παραγωγών. Το φαινόμενο έχει περιοριστεί στις περιοχές
που προχώρησε το αμπελουργικό και το ελαιουργικό μητρώο, ένα θετικό βήμα, αφού
η σύνταξη του Εθνικού Κτηματολογίου, που θα έλυνε οριστικά το πρόβλημα,
σκάλωσε πάλι.


Οι αγρότες και οι συνεταιριστικές οργανώσεις θέτουν συνεχώς το πρόβλημα των
έργων υποδομής, που εστιάζεται στη δημιουργία φραγμάτων και λιμνοδεξαμενών.
Επίσης, επισημαίνουν την ανάγκη κινήτρων για να μείνουν οι νέοι στα χωριά
τους.


Στη Θεσσαλία


Εγκατάλειψη των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, αγρότες που αποχωρούν από το
επάγγελμα, μεγάλο κόστος παραγωγής και σταδιακή μείωση - ώς και κατάργηση -
των επιδοτήσεων συνθέτουν την εικόνα της γεωργίας στη Θεσσαλία, τα τελευταία
χρόνια. Κοντά σε όλα αυτά, τα μεγάλα προβλήματα στη βαμβακοκαλλιέργεια οδηγούν
τον αγροτικό κόσμο της περιοχής σε μεγάλη κρίση.


Είναι χαρακτηριστικό ότι, μόνο στον Νομό Τρικάλων, έχουν εγκαταλειφθεί 45.000
στρέμματα από το 1992 έως το 2001 και έχουν μηδενιστεί οι ιδιωτικές
επενδύσεις. Σημειώνεται ότι στην περιοχή της Θεσσαλίας καλλιεργούνται σήμερα
περίπου 1.600.000 στρέμματα με βαμβάκι (στον Νομό Λάρισας 700.000 στρέμματα,
στον Νομό Καρδίτσας 600.000 στρέμματα, στον νομό Τρικάλων 180.000 στρέμματα
και στη Μαγνησία 120.000 στρέμματα). «Όλοι γνωρίζουν πως στη Θεσσαλία χτυπάει
η καρδιά της αγροτικής οικονομίας. Για τον λόγο αυτόν είναι ευνόητο πως πρέπει
να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στο μέλλον της γεωργίας και στα προϊόντα που κατά
κύριο λόγο παράγει. Η πρόθεση, όμως, της μείωσης της παραγωγής οδηγεί σε
μαρασμό, όχι μόνο τα αγροτικά νοικοκυριά αλλά και ολόκληρη τη θεσσαλική
οικονομία», λέει ο γραμματέας της Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων, κ. Χαρίλαος Αρχοντής.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από