Κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’60, αν κάποιος με ρώταγε ποιον θεωρώ τον

μεγαλύτερο κιθαρίστα της ροκ, σίγουρα θα του απαντούσα τον Έρικ Κλάπτον,

βάζοντας δεύτερο ακόμα και τον Χέντριξ. «Clapton is god», έγραφαν τα γκράφιτι

στους τοίχους της Δυτικής Ευρώπης, κι εγώ, παρότι εκείνες τις εποχές δήλωνα

ακόμα άθεος, συμφωνούσα και προσυπέγραφα. Άλλωστε οι Cream, οι Blind Faith και

νωρίτερα οι Yardbirds ήταν τρία από τα πλέον αγαπημένα μου συγκροτήματα.

Τον Ιούνη του 1974 βρισκόμουν στη Στοκχόλμη, αυτοεξόριστος απ’ την Ελλάδα της

χούντας, άνεργος, φρικιό κι επαναστάτης, έχοντας αυτόν τον καιρό για κύριό μου

πρόβλημα μια τεράστια κουφάλα στον άνω τραπεζίτη μου, που ‘χε δημιουργήσει

απόστημα, φοβερούς ολονύκτιους πόνους, θεραπεία με αντιβιοτικά, τέλος πάντων,

τώρα πια του ‘κανα απονεύρωση με κείνες τις απαίσιες βιδωτές βελόνες, που

ακόμα ανατριχιάζω στη μνήμη τους, η ζωή πατίνι λοιπόν, αλλά πάλι τέλος πάντων,

στις 14 του μηνός θα πήγαινα επιτέλους να τη σφραγίσω.

Την ίδια μέρα αργά τ’ απόγευμα η εθνική Σουηδίας θα έδινε το πιο καθοριστικό

της παιχνίδι εναντίον της Ολλανδίας, στο Μουντιάλ που διεξήγετο στην τότε

Δυτική Γερμανία. Αυτήν την ημερομηνία λοιπόν διάλεξε κι ο χρυσοδάχτυλος Έρικ

για να ανοίξει την καλοκαιρινή περιοδεία του – επιστροφή – μετά από σχεδόν

δίχρονη απουσία απ’ την μουσική σκηνή, το τέλος της οποίας πέρασε σε περίφημο

κέντρο αποτοξίνωσης της Ελβετίας (ή μήπως ήταν της Καλιφόρνιας;)

Ο Καμινιέτσκι, ο συγκάτοικος και κολλητός μου, ήταν μεν κι αυτός φανατικός

ροκάκιας, έπαιζε και ντραμς, όταν δεν τα ‘χε στο ενεχυροδανειστήριο, αλλά

εκείνες τις μέρες έβαζε πάνω απ’ όλα την εθνική Σουηδίας, αν κι ο ίδιος

Σουηδός μόνο κατά το ήμισυ.

«Εγώ θα κάτσω να δω το ματς», μου λέει «ούτε για τον μακαρίτη τον Χέντριξ δεν

θα το ‘χανα, εντάξει δεν λέω, ο Κλάπτον είναι Κλάπτον αλλά προέχει το Μουντιάλ

κι η πρόκριση, άσε που τον έχω δει ήδη δυο φορές, με τους Cream και τον John

Mayal».

Αυτή τη φορά το κονσέρτο θα γινόταν στο Gr na Lund, ένα λούνα παρκ, που

μπορούσε στο τίγκα του να σηκώσει τριάντα χιλιάδες κόσμο. Τόσο τουλάχιστον

είχαν πιάσει ο Χέντριξ, ο Πωλ Μακ Κάρτνεϊ κι αργότερα ο Μπομπ Μάρλεϊ.

Ο Έρικ αν έπιανε την ίδια ώρα με τέτοιο ματς, τρεις βία τέσσερις χιλιάδες, κι

αυτές σίγουρα τις περισσότερες γυναίκες, θα ‘πρεπε να ‘ταν ευχαριστημένος.

Πέντε μέρες όμως πριν τη συναυλία, σκάζει η Expressen, η μεγαλύτερη

απογευματινή φυλλάδα της Στοκχόλμης κι ανακοινώνει πως καταφθάνει μαζί του κι

ο Τζων Λέννον να συμπαρασταθεί στον φίλο του. Ο Λέννον είχε να εμφανιστεί

τουλάχιστον για έξι χρόνια στην Ευρώπη σε κονσέρτο. Στη Στοκχόλμη μάλιστα δεν

είχε ξαναπαίξει ποτέ, ούτε καν με τους Μπητλς. Την επομένη όμως η Aftonbladet

σχεδόν το διαψεύδει, με το επιχείρημα πως, αν ο Τζων εγκατέλειπε την Αμερική,

στην επιστροφή κινδύνευε να βρει την πόρτα κλειστή, λόγω της γνωστής ιστορίας

του με το αμερικανικό imigration, που τον θεωρούσε ιδιαίτερα επικίνδυνο και ως

εκ τούτου ανεπιθύμητο…

Η Expressen όμως επιμένει, μάλιστα λέει πως έχει κλεισμένο δωμάτιο στο

Sheraton στ’ όνομά του. Κι ο Λέννον το 1974 δεν είναι Κλάπτον, είναι ο

ζωντανός μύθος, κι έχει την δύναμη να συνταράξει ακόμα και τις πιο σκληρές

εθνικοποδοσφαιρικές συνειδήσεις. Και σαν να μη φτάνει αυτό, την παραμονή του

κονσέρτου βγαίνουν μαζί και οι δυο φυλλάδες και μιλάνε για come back concert,

σούπερ έκπληξη, με όλα τα μεγάλα αστέρια της ροκ παρόντα. Ο Μικ Τζάγκερ, ο

Στηβ Γουίνγουντ, ο Τζωρτζ Χάρισσον, φυσικά ο Λέννον αλλά και ο Πητ Τάουνσεντ,

ο Ρίνγκο Σταρ και δεν συμμαζεύεται. Ούτε το Γούντστοκ να ‘τανε…

Περιττό να πω πως εγώ φυσικά δεν το ‘χανα με τίποτα. Τι να μου πούνε τώρα ο

Κρόιφ, ο Νέτσκενς κι ο Άρι Χάαν ή ακόμα ο Ραλφ Έντστρομ κι ο Ρόλαντ

Σάντμπεργκ. Ποδόσφαιρο – ροκ εν ρολ έπαιζα στάνταρ δύο, κι άσε τον Καμινιέτσκι

να ωρύεται μπροστά στην τηλεόραση και να προσπαθεί τηλεπαθητικά να επηρεάσει

τον διαιτητή να σφυρίξει πέναλτι υπέρ της Σουηδίας. Στο κάτω κάτω, αυτός είναι

και μισός Σουηδός…

Στις 14 το πρωί, κατευθυνόμενος με το μετρό προς την οδοντογιατρό μου, πέφτω

πάνω στην Ανν Μαρί – ο Πάνος επιμένει πως την λέγαν Ροζ Μαρί, μπορεί κιόλας,

τέλος πάντων – η γκόμενα ήταν το number one, όλοι την λιμπίζονταν και πιο πολύ

ο υποφαινόμενος, όμως αυτή είχε μέχρι πρότινος σοβαρό δεσμό με κάποιον

Γκούσταφ που ‘ταν και φιλαράκι μου, όμως τώρα μόλις είχε χωρίσει κι έδειχνε

κάτι περισσότερο από διαθέσιμη, αφού με το που με είδε με τάραξε στις αγκαλιές

και τα φιλιά. Βέβαια, βέβαια, θα ‘ταν κι αυτή το απόγευμα στον Κλάπτον, she

loved Eric, θα ‘ψαχνε λέει οπωσδήποτε να με βρει, να ‘ψαχνα κι εγώ, σχεδόν

ραντεβουδάκι. Μ’ έστειλε στα ουράνια…

Η οδοντογιατρός μου, μια Πολωνέζα φυγάς που με συμπαθούσε κι είχε δώσει μεγάλο

αγώνα να μου σώσει το δόντι – εντελώς δωρεάν – μου τοποθέτησε ένα σφιγκτήρα

γύρω απ’ τον τραπεζίτη και μου σφράγισε επιτέλους την κουφάλα. Ξεσφίγγοντάς

τον όμως, παγώνει το χαμόγελό της και βγάζει μια κραυγή απόγνωσης, «όχι, θεέ

μου, έσπασε»… Κι είχε σπάσει το δόντι στη μέση, τζάμπα τόσες εβδομάδες

επισκέψεις και βάσανα, άσε που έπρεπε να γίνει αμέσως εξαγωγή…

Της ζήτησα τουλάχιστον μια μέρα αναβολή αλλά της ήταν αδύνατο γιατί την

επομένη έφευγε ταξίδι. Μπίνγκο.

Με πλακώνει λοιπόν ξανά στις ενέσεις, τρυπάνια, τανάλιες, ξεριζωμοί,

αιμορραγίες, χέσε μέσα. Κουφάλα τύχη…

Τ’ απόγευμα, εκεί που έκανα γαργάρες μ’ αλατόνερο προσπαθώντας να συνέλθω απ’

το κακό, μου λέει ο Καμινιέτσκι: «Εγώ λέω να κάτσεις εδώ που είσαι, πού θα πας

σ’ αυτά τα χάλια, έτσι κι αλλιώς μπλόφα είναι, τα λένε για να μαζέψουνε κόσμο,

δεν θα ‘ρθει κανένας, άραξε ρε μαλάκα να δούμε το ματς».

Όταν λίγο αργότερα έφτασα με το καραβάκι στο Gr na Lund, βρίσκονταν ήδη εκεί

τρεις χιλιάδες κι ήταν ακόμα νωρίς…

Η πρώτη λοιπόν που πήρε το μάτι μου, με το που πέρασα την είσοδο, είναι η Ανν

Μαρί, φοράει ένα δερμάτινο σούπερ μίνι κι είναι στις ομορφιές της, μόνο που

‘ναι στην αγκαλιά του Μάγκνους, ενός γλοιώδη λελέ, που ποτέ, ούτε εγώ ούτε

κανένας άλλος αρσενικός κατάλαβε τι στο διάολο του ‘βρισκαν οι γυναίκες. Λες

και το κάνανε επί τούτου για να μας την σπάσουν.

Βρε την κουφάλα την Ανν Μαρί – Ροζ Μαρί, που παράτησε τον Γκούσταφ για να πάει

με τον γυμνοσάλιαγκα. Τουλάχιστον να διάλεγε εμένα…

Αντ’ αυτής λοιπόν, βρήκα ένα γνωστό μου Νορβηγό κιθαρίστα. «Πάμε μπροστά» μου

λέει «θα στριμωχτούμε λίγο, αλλά θα βλέπουμε καλύτερα». Εγώ δεν γούσταρα,

«άσε» του λέω «θα μας τσαλαπατήσουνε. Έχω και την πληγή στο στόμα, θα μου

‘ρθει λιποθυμία…».

Όμως αυτός δεν ακούει κουβέντα, κι όχι τίποτα, παρά κουβαλάει κι ένα κασμίρι

σκέτο δηλητήριο, τι να κάνω κι εγώ, εικοστριών χρονών τσογλάνι ήμουν και λείαν

επιρρεπής στους πειρασμούς. «Πάμε», λέω.

Βρεθήκαμε λοιπόν πέντε μέτρα απ’ τη σκηνή, όπου γινότανε πατείς με πατώ σε. Εν

τω μεταξύ έχει μαζευτεί τουλάχιστον είκοσι χιλιάδες κόσμος. Αρχίζει λοιπόν το

κονσέρτο κι είναι πλέον ολοφάνερο πως τα πάντα είναι στημένη μπλόφα, ούτε

Λέννον, ούτε Τζάγκερ, ούτε καν κι ο Πητ Τάουνσεντ. Μοναδική guest η Υβόν

Έλιμαν – που ‘κανε την Μαρία την Μαγδαληνή στο Jesus Christ Superstar – μια

χαζοχαρούμενη δήθεν τραγουδίστρια.

Κι ο Έρικ να πίνει διαρκώς σαμπάνια και να σέρνεται προσπαθώντας να λανσάρει

τα τραγούδια απ’ τον καινούργιο του δίσκο, κακοπαιγμένα και ξενέρωτα, να μην

μπορεί να βγάλει ούτε τα σόλα, κι εγώ να ‘χω πιει το κασμίρι κι έχει στεγνώσει

ο στόμας μου, έχει ανοίξει κι η πληγή και τρέχει αίμα που δεν μπορώ ούτε καν

να φτύσω, έτσι που ‘μαι στριμωγμένος πάνω στους άλλους ομοιοπαθείς, που

βρίζουν και γιουχάρουνε. Κάποιοι έχουν ανοίξει τα τρανζίστορ κι ακούνε το

ματς, εγώ ρουφάω την πληγή και προσπαθώ να στείλω ματωμένες ροχάλες στην

σκηνή. Κουφάλα Έρικ, σα δεν ντρέπεσαι, ούτε καν το White Room δεν είπες μόνο

Wonderful Tonight κι αηδίες. «Clapton is god, my ass…».

Επέστρεψα αργά στο σπίτι σε κακό χάλι, όπου βρήκα τον Καμινιέτσκι

ψιλομεθυσμένο να πλέει σε πελάγη ευτυχίας. Η Σουηδία είχε αποσπάσει ισοπαλία

απ’ τους Ολλανδούς και προκρίθηκε στον επόμενο γύρο. Εγώ ήμουν τόσο

ζοχαδιασμένος μ’ όλο αυτό το κοροϊδιλίκι, που ορκιζόμουν ότι δεν θα ξαναπάρω

δίσκο του Κλάπτον ούτε κι αν μου τον κάναν δώρο, όρκο που κράτησα πιστά για τα

επόμενα είκοσι χρόνια, μέχρι την κυκλοφορία του περίφημου Unplugged, οπότε του

συγχώρεσα και την απρέπεια, παύοντας πια να τον αποκαλώ κουφάλα…

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail