Και πιάσαμε ­ τόσα χρόνια μετά... ­ το νήμα της άγουρης νεότητάς μας, εκεί,
στην ταβέρνα, όπου με κόκκινο κρασί ανασκαλεύαμε μνήμες, ο Πάνος και ο Τάκης,
ο Δημήτρης και ο Βασίλης, ο Παναγιώτης που πήρε τη κιθάρα του και μας
σεργιάνισε στις ρούγες του κόσμου, ο Κωστής που τραγουδούσε μαζί του στα
ρώσικα τις «Νύχτες της Μόσχας». Μια παρέα ώριμα παιδιά, αφεθήκαμε στη μαγεία
του παιχνιδιού, ο καθένας μέσα στην ψυχή του άλλου, στον πυρήνα της ζωής που
έμελλε να μας κρατήσει δεμένους ­ κι ας χωρίσαμε νωρίς.


Σε μια παλιά φωτογραφία που περνάει από χέρι σε χέρι, αναγνωρίζω τους παλιούς
συμμαθητές του Δημοτικού, την Τασούλα, τη Ρένα, την Κικίτσα, τη Μαίρη, τη
Νίτσα, την Κατίνα, τον Γιώργο, τον Τάκη, τον Περικλή, τον Πάρι, τον Αντρέα,
τον Γιάννη. Στην αυλή του πέτρινου σχολειού, με φόντο το παλιό Ταχυδρομείο,
καμιά πενηνταριά ανθρωπάκια κοιτάμε τον φακό, ανυποψίαστα για το μέλλον και τη
συγκίνηση που θα έκρυβε η αναγνώρισή μας σε μια φωτογραφία, σαράντα τόσα
χρόνια μετά.


Η Αργυρούλα λέει πως πρέπει να μαζευτούμε όλοι μία από αυτές τις μέρες, ο
Λάκης συμφωνεί να βοηθήσει, υποσχέθηκα να μεγεθύνω τη φωτογραφία και να τη
βγάλω σε πολλά αντίτυπα, να κάνουμε μια γιορτινή συνάντηση και να στρώσουμε το
τραπέζι με όσα ο καθένας θυμάται. Και βέβαια ήξερα τη δύναμη που έχει η
συμπόρευση στην παιδική ηλικία και την εφηβεία και η μοιρασιά αυτών των χρόνων
σε μια πόλη μικρή που μαθαίναμε να τη λέμε «Νυφούλα του Ευβοϊκού». Ωστόσο με
ξαφνιάζει τούτο το καθημερινό συναπάντημα της μνήμης μέσα στο παρόν. Και με
δένει περισσότερο με το μέλλον που διάλεξα.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από