Μεγάλη συζήτηση έγινε για τις αμερικανικές εκλογές. Αλλά πιστεύω ειλικρινά
ότι ελάχιστες αναλύσεις κατανοούν ή αγγίζουν την ουσία του προβλήματος. Έτσι,
κατά τη γνώμη μου, δεν έχουν τόση σημασία οι αναμφισβήτητες ατέλειες ενός
πεπαλαιωμένου εκλογικού συστήματος του 18ου αιώνα.


Ιδιαίτερο βάρος έχει, αντίστροφα, το τεράστιο έλλειμμα της κοινωνικής
αντιπροσώπευσης που εμφανώς αναδύεται απ' αυτές τις εκλογές. Από τα
270.000.000 Αμερικανούς ψήφισαν μόνο τα 100.000.000 (!). Επομένως, ο
καινούργιος πρόεδρος των ΗΠΑ θα εκφράζει ανενδοίαστα τη θλιβερή μειοψηφία μιας
αδρανούς κοινωνίας. Όμως, ποιοι είναι οι απόβλητοι του αμερικανικού συστήματος
για τους οποίους μπορεί να πιθανολογήσει κανείς αξιόπιστα ότι έχουν σχεδόν
«νεκρωθεί» και δεν ενδιαφέρονται ούτε για την άσκηση του εκλογικού τους
δικαιώματος;


Είναι, καταρχήν, το παλιό «λούμπεν προλεταριάτο», δηλαδή οι άστεγοι που
αποτελούν σήμερα μια περιπλανώμενη ομάδα 7 εκατομμυρίων ατόμων («New York
Times», 1994). Τα άτομα αυτά κοιμούνται στους δρόμους κι έχουν πεταχτεί
ακούσια από την οικονομία της εργασίας στις ΗΠΑ. Ο ευφυής πρόεδρος Κλίντον
έλεγε για αυτούς το 1994 τα εξής: «Οι περιθωριακοί και οι απόβλητοι ζουν
σήμερα σ' έναν ξεχωριστό κόσμο. Δεν ψηφίζουν, δεν εργάζονται, δεν αναφέρουν τη
διάπραξη εγκλημάτων και μερικές φορές δεν έχουν ούτε τηλέφωνο».


Πολιτικά ανενεργοί είναι, ακόμη, και οι Αμερικανοί που ζουν κάτω από τα όρια
της φτώχειας. Έτσι, το 1993 η έκθεση της υπηρεσίας απογραφής αποκάλυπτε
θαρραλέα ότι 40.000.000 Αμερικανοί ζουν σήμερα κάτω από συνθήκες εκτεταμένης
εξαθλίωσης. Τα 40% απ' αυτούς απασχολούνται σε χαμηλά αμειβόμενες εργασίες
μερικής απασχόλησης («Washington Post», 1993). Στην ίδια μοίρα βρίσκονται και
την ίδια στάση υιοθετούν και τα 28 εκατομμύρια που επιβιώνουν, δυστυχώς, χάρη
στα προγράμματα των συσσιτίων με τα κουπόνια (Rifkin).


Σταδιακά, όμως, περιθωριοποιείται και παρακμάζει και η μεσαία τάξη, δηλαδή η
πολυπληθέστερη κοινωνική κατηγορία της αμερικανικής πολιτείας. Θύματα της
τεχνολογικής επανάστασης και του ανασχεδιασμού των επιχειρήσεων στις σημερινές
συνθήκες της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, «νιώθουν σαν δούλοι στο
σκλαβοπάζαρο», όπως λέει χαρακτηριστικά ο Π. Ντράκερ. Μόνο τη δεκαετία του
1990 εξαφανίσθηκαν 3 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στα μεσαία διοικητικά στελέχη
των επιχειρήσεων. Την ίδια περίοδο, σχεδόν, η κοινωνική πόλωση διευρυνόταν,
αφού το 1% των πλουσίων κατείχε το 40% του συνολικού πλούτου αυτής της χώρας.


Έπειτα απ' όλα αυτά το αμείλικτο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: Γιατί
όλοι αυτοί που εκτοπίζονται καθημερινά από το κοινωνικό σύστημα της Αμερικής
γίνονται περιθωριακοί και αναλώσιμοι; Γιατί συγκροτούν την παράξενη κοινωνία
του περιθωρίου κι όχι των πολιτών; Εδώ, βέβαια, δεν μπορούμε να αναλύσουμε
λεπτομερώς αυτό το τεράστιο πρόβλημα. Κάποιοι υποστηρίζουν (Chomski) ότι το
ισχυρό δικομματικό σύστημα των ΗΠΑ απογοητεύει τους ψηφοφόρους, γιατί και τα
δύο κόμματα έχουν περίπου τον ίδιο πολιτικό προσανατολισμό και κανένα δεν
υπερβαίνει το «θεοποιημένο» σύστημα της αγοράς. Μπορεί, βέβαια, οι
Ρεπουμπλικανοί να είναι ως κόμμα πιο ανοικτοί προς την επιχειρηματική τάξη και
τους πλουσίους και οι Δημοκρατικοί πιο ευαίσθητοι στα κοινωνικά θέματα.


Απ' την άλλη μεριά, τα mass media και οι πανίσχυροι εκπαιδευτικοί μηχανισμοί
της αμερικανικής κοινωνίας «κατασκευάζουν συναίνεση» (manufacturing consent)
υπέρ του συστήματος της αγοράς, αφού διαμορφώνουν έναν υπάκουο πληθυσμό από
ανθρώπους που γίνονται απλοί καταναλωτές στην εμπορική αρένα και απόμακροι
θεατές του πολιτικού αγώνα. Η φθίνουσα επιρροή των συνδικαλιστικών σωματείων
στην πολιτική ζωή μετά το 1982 επεξηγεί ακόμα περισσότερο αυτό το φαινόμενο.
Ίσως αυτό το γεγονός να ερμηνεύει ταυτόχρονα την ανάπτυξη των περιστασιακών
ριζοσπαστικών κινημάτων στην Αμερική, όπως ήταν η ένωση των «μαύρων
επαναστατών εργατών» τη δεκαετία του 1960 στο Ντιτρόιτ.


Το συμπέρασμα απ' όλα αυτά είναι κατά τη γνώμη μου το εξής: Δεν νομίζω ότι
έχει ιδιαίτερη σημασία αν ο καινούργιος πρόεδρος των ΗΠΑ θα είναι ο Μπους ή ο
Γκορ. Και οι δύο θα είναι εκπρόσωποι μιας θλιβερής κοινωνικής μειοψηφίας που
είναι πολιτικά ενεργός. Μπορεί, βέβαια, εμείς οι Ευρωπαίοι να μην
καταλαβαίνουμε αυτή τη χώρα στην οποία καθαγιάζεται η αδιαφορία, όπως έλεγε
χαρακτηριστικά ο J. Baudrillard. Ισχύει άραγε αυτό;


Ο Γρηγόρης Καλφέλης είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από