Μέχρι το 1940, ήταν μια πόλη που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην
ύπαιθρο και στα αστικά κέντρα. Οι γειτονιές της είχαν αντέξει ακόμη και το
κύμα των 300.000 προσφύγων από τη Μικρασιατική Καταστροφή, δεν άντεξαν όμως τη
σωρεία «πολεοδομικών, πολιτικών και... μικροπολιτικών επεμβάσεων» για την
«αναβάθμισή» της.






Λίγο μετά το 1940, η πόλη της Αθήνας αρχίζει να χάνει τη ζωντάνια και το χρώμα
της. Τα... βάσανα της πόλης άρχισαν μαζί με τη δεκαετία του '50. Ήταν η στιγμή
που η Αθήνα θα έχανε την «ποικιλία» της. Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει για
το κέντρο και τις γύρω γειτονιές, που γρήγορα θα γίνονταν «ένα». Τα σπίτια σε
περιοχές «ανάμεικτης χρήσης», όπου επίσης υπήρχαν καταστήματα αλλά και
οικόπεδα, θα κέρδιζαν τον κυρίαρχο ρόλο, θα γίνονταν μεγαλύτερα και πιο ψηλά.


«Η πόλη αρχίζει να γίνεται "υπνούπολη" και να πνίγεται στις πολυκατοικίες»,
λέει χαρακτηριστικά ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Δημήτρης
Χριστοφιλόπουλος, ο οποίος επιχειρεί μια διαδρομή προς τα πίσω, στην
προσπάθειά του να εξηγήσει «πώς δημιουργήθηκε το τερατούργημα που λέγεται
πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας».


Ο «εκσυγχρονισμός»


«Την εποχή αυτή γίνεται η πρώτη προσπάθεια "εκσυγχρονισμού" της Αθήνας», λέει
ο ίδιος και εξηγεί ότι «η πόλη διαιρείται σε τομείς, καθορίζονται υψηλοί ή
χαμηλοί συντελεστές δόμησης, με μοναδικό κριτήριο της πελατειακές σχέσεις και
ξεκινά η εφαρμογή του θεσμού της αντιπαροχής. Ενώ δίνεται μεγάλη σημασία στα
έργα... ανωδομής, τα έργα υποδομής είναι ανύπαρκτα ή υποτυπώδη. Προβάλλεται το
αυτοκίνητο, κατασκευάζονται αυτοκινητόδρομοι, εις βάρος όλων των άλλων μέσων
μεταφοράς.


Έτσι, "ξηλώνεται" το τραμ για να παραχωρήσει τη θέση του στο αυτοκίνητο».
Είναι οι υψηλοί συντελεστές δόμησης, σε συνδυασμό με την αντιπαροχή και τη
συνεχή οικοδομική δραστηριότητα, που αρχίζουν να διαμορφώνουν την
τσιμεντούπολη. «Αυτό μεταφράζεται», όπως λέει ο κ. Χριστοφιλόπουλος, «σε
απρόσωπα και αφιλόξενα τσιμεντένια κουτιά, περιοχές που πνίγονται πίσω από
ψηλά κτίρια και πολυκατοικίες, οι οποίες μεταβάλλουν ολοκληρωτικά τον
πολεοδομικό ιστό, εξαφανίζουν τη γειτονιά και τελικά αναιρούν την ίδια την
πόλη».


Αυτό το «τέρας», που λέγεται Αθήνα, απασχολεί εδώ και χρόνια τον κ.
Χριστοφιλόπουλο, καθηγητή στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης
του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος πρόσφατα βραβεύθηκε από το Πρυτανικό
Συμβούλιο για τη μελέτη του με τίτλο «Συμβολή στην προστασία του
περιβάλλοντος: Δάση, δασικές εκτάσεις και πολεοδομικός σχεδιασμός».


Ως μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών, μελετά εδώ και χρόνια
τον τρόπο με τον οποίο χτίζεται και επεκτείνεται η Αθήνα από το 1923 μέχρι
σήμερα, και είναι πλέον σε θέση να διακρίνει την αιτία της... τερατογένεσης.
Είναι σίγουρος πως τα βήματα που ακολουθήθηκαν για τη δημιουργία αυτού του
πολεοδομικού συγκροτήματος είχαν ως μοναδικό γνώμονα το πολιτικό συμφέρον και
όχι την ποιότητα ζωής των κατοίκων της πόλης. «Κερδισμένη από την παραμόρφωση
της κλασικής πόλης της Αθήνας είναι η εκάστοτε κυβέρνηση».


Κομματικά οφέλη


«Η όποια πολεοδομική πολιτική ασκείται, αποφέρει μεγάλα κομματικά οφέλη, ενώ
το πολιτικό κόστος της εφαρμογής του σχεδίου έχει μεταβιβαστεί στην Τοπική
Αυτοδιοίκηση.


Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '50, είχαμε παντός είδους
κατασκευαστές ιδιωτικών έργων και ιδιαίτερα πολυκατοικιών (οποιοσδήποτε, και
όχι μόνον οι μηχανικοί, μπορούσε ανεξέλεγκτα να κατασκευάσει πολυκατοικίες)
και οι ιδιοκτήτες ακινήτων (οικοπέδων) έβλεπαν την περιουσία τους να
πολλαπλασιάζεται, χάρη στους υψηλούς συντελεστές δόμησης και του συστήματος
της αντιπαροχής, μετατρέποντας σημαντικό αριθμό μικροϊδιοκτητών σε
"διαμερισματούχους". Έτσι, η κυβέρνηση δημιουργεί τη νοοτροπία των "εχόντων",
προκειμένου να τοποθετήσει πολιτικά τους ανθρώπους αυτούς στη δική της πλευρά.
Ήταν η καθοριστική στιγμή να ξεκινήσουν τα προβλήματα της Αθήνας.


Η στεγαστική πολιτική του μετεμφυλιακού κράτους γίνεται ένα ακόμη εργαλείο
παροχών και προνομίων (άδειες οικοδομής, υψηλοί συντελεστές δόμησης, αυθαίρετη
δόμηση κ.λπ.) σε ομάδες και άτομα τα οποία στηρίζουν το κοινωνικό καθεστώς».


«Υπνουπόλεις» οι εξοχικοί οικισμοί



Το κέντρο της πόλης και οι περιοχές γύρω από αυτό μετατράπηκαν πολύ γρήγορα σε
«θηρία» με πολύ υψηλά κτίρια και λεωφόρους.


Η πολεοδομική νομοθεσία επέτρεψε μακρύτερα να χτιστούν πόλεις αποκλειστικά
για... ύπνο. «Υπνουπόλεις» τις χαρακτηρίζει ο κ. Δημήτρης Χριστοφιλόπουλος και
αναφέρεται στους εξοχικούς οικισμούς που χτίστηκαν, με ρυμοτομικό σχέδιο, όταν
διάφοροι συνεταιρισμοί έκαναν χρήση της συγκεκριμένης διάταξης τέλη της
δεκαετίας του '60 και αργότερα, στη δεκαετία του '70. «Στα περίχωρα αυτά τα
οικόπεδα χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση κτιρίων αποκλειστικά για κατοικία.


Εκτός από την κατοικία δεν μπορεί να υπάρξει άλλη χρήση (καταστήματα κ.λπ.),
με αποτέλεσμα η περιοχή να θυμίζει τελικά... υπνούπολη ή ησυχαστήριo και η
εικόνα της να είναι μονότονη. Μάλιστα, ορισμένες ακόμη πιο ισχυρές οικονομικά
ομάδες για να εξασφαλίσουν τα κτίρια από οποιαδήποτε άλλη χρήση, πλην της
κατοίκησης, πετυχαίνουν και χαρακτηρίζουν την περιοχή τους ως ιδιαιτέρου
κάλλους, στην οποία δεν επιτρέπεται καμιά άλλη παρέμβαση.


Οι περιοχές μιμήθηκαν τις βρετανικές κηπουπόλεις του Μεσοπολέμου, ενώ, είναι
χαρακτηριστικό πως πολλές από τις περιοχές που βρίσκονται πάνω από την Κηφισιά
και έχουν διαμορφωθεί ως κηπουπόλεις, προέρχονται από καταπατημένες δασικές
εκτάσεις. Αρχικά τα σπίτια χρησιμοποιήθηκαν ως δεύτερη, εξοχική, κατοικία, στη
συνέχεια όμως και όσο οι συνθήκες διαβίωσης κοντά στην Αθήνα γίνονταν ολοένα
και πιο δύσκολες, οι ιδιοκτήτες τα χρησιμοποίησαν ως πρώτη κατοικία».


Ήρθαν οι πολυκατοικίες και τα αυτοκίνητα






Το αυτοκίνητο γίνεται απαραίτητο μέσον μετακίνησης από το κέντρο, όπου
συνήθως βρίσκεται ο τόπος εργασίας


Η πόλη δεν σταμάτησε ποτέ να δέχεται πιέσεις για επέκταση, ιδιαίτερα από τη
δεκαετία του '60 και μέχρι σήμερα. Από την πρώτη στιγμή που η περιοχή του
Δήμου της Αθήνας άρχισε να επεκτείνεται προς τα περίχωρά της, δεν υπήρξε
ευρύτερος χωροταξικός σχεδιασμός. «Η πόλη επεκτάθηκε ανεξέλεγκτα, χωρίς
επιστημονικά και πολεοδομικά αλλά με πελατειακά, κυρίως, κριτήρια», αναφέρει ο
κ. Δημήτρης Χριστοφιλόπουλος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Και η
ευρύτερη περιοχή της Αθήνας αναπτύχθηκε αποσπασματικά και τυχαία, αυθαίρετα.
Υπήρξαν βέβαια κάποιες περιοχές που ακολούθησαν ένα ρυμοτομικό σχέδιο ­ οι
περιοχές εκείνες των "δυνατών" κοινωνικών ομάδων, η Ν. Σμύρνη, το Φάληρο, η
Γλυφάδα, το Χαλάνδρι, η Αγ. Παρασκευή κ.λπ., όμως οι περισσότερες και
ιδιαίτερα οι περιοχές των "φτωχών" ιδιοκτητών δημιουργήθηκαν εξαρχής σε
περιβάλλον υποβαθμισμένο (Άγ. Ανάργυροι, Πετρούπολη, Περιστέρι, Αιγάλεω,
κ.λπ)».


Ήταν που ήταν στραβό το κλήμα, ήρθαν και οι... πολυκατοικίες και τα...
αυτοκίνητα. «Στο τέλος της δεκαετίας του 1960 η δικτατορική κυβέρνηση, με μια
εσφαλμένη πολεοδομική παρέμβαση και, κυρίως, με την παροχή μεγαλύτερου ύψους
των κτιρίων και αύξηση των συντελεστών δόμησης, αλλοιώνει το περιβάλλον των
οικισμών των όμορφων μέχρι τότε προαστίων, δημιουργεί πολυκατοικίες στο
Χαλάνδρι, το Φάληρο, την Αγ. Παρασκευή, τον Χολαργό και αλλού, ενώ, παράλληλα,
αυξημένοι συντελεστές δόμησης ορίζονται. Ήδη η Αθήνα και τα περίχωρά της έχουν
γεμίσει πολυκατοικίες και η γειτονιά έχει εξαφανιστεί. Το αυτοκίνητο γίνεται
απαραίτητο μέσον μετακίνησης από το κέντρο, όπου συνήθως βρίσκεται ο τόπος
εργασίας, προς τα προάστια, καθώς στα προάστια υπάρχουν μόνο κατοικίες, δεν
συνδυάζονται οι λειτουργίες μιας πόλης.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από