Σε πλήρη ρήξη οδηγήθηκαν οι σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας, μετά την απόφαση
της Ιεραρχίας να προχωρήσει στην οργάνωση δυναμικών εκδηλώσεων για το θέμα των
ταυτοτήτων. Η απόφαση της Ιεραρχίας να διοργανώσει δύο συγκεντρώσεις
διαμαρτυρίας ­ μία στη Θεσσαλονίκη στις 14 Ιουνίου και μία στην Αθήνα στις 21
Ιουνίου ­ δεν αλλάζει τη στάση της κυβέρνησης, η οποία τελεσίδικα έκλεισε το
θέμα.





Σημίτης - Χριστόδουλος. Ο Πρωθυπουργός κατέστησε σαφές προς την Ιεραρχία ότι
η κυβέρνηση δεν πρόκειται να δεχθεί συζήτηση για τις ταυτότητες. (Το
στιγμιότυπο από παλαιότερη συνάντηση των δύο ανδρών)


Τόσο ο Πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης όσο και ο υπουργός Παιδείας Πέτρος Ευθυμίου
κατέστησαν σαφές προς την Ιεραρχία ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να δεχθεί
συζήτηση για τις ταυτότητες και έκλεισαν έτσι την πόρτα σε κάθε αίτημα
διαλόγου ­ επ' αυτού ­ με την Ιεραρχία. Όπως αναμενόταν, η Ιεραρχία ζήτησε
ραντεβού από τον Πρωθυπουργό, στη διάρκεια της έκτακτης συνεδρίασης που είχε.
Τηλεφώνησε στο Μέγαρο Μαξίμου εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου ο
αρχιγραμματέας της Ιεραρχίας κ. Θεολόγος και ζήτησε από την ιδιαιτέρα του
Πρωθυπουργού Μαρ. Πλευράκη «να δεχθεί ο κ. Πρωθυπουργός αντιπροσωπεία ιεραρχών
υπό τον Μακαριώτατο». «Για ποιο θέμα, να μεταφέρω στον κ. Πρωθυπουργό;» ρώτησε
η κ. Πλευράκη. «Για το θέμα των ταυτοτήτων», απάντησε ο αρχιγραμματέας της
Ιεράς Συνόδου.


Το τηλεφώνημα


«Θα ενημερώσω τον κ. Πρωθυπουργό», απάντησε η κ. Πλευράκη, και λίγο αργότερα
τηλεφωνούσε στον κ. Θεολόγο για να του αναφέρει ότι «ο κ. Πρωθυπουργός
παρακαλεί να μεταφέρετε στην Ιεραρχία ότι επί του θέματος των ταυτοτήτων δεν
υπάρχει θέμα συζήτησης και συστήνει να επικοινωνήσετε με τον αρμόδιο υπουργό
Παιδείας και Θρησκευμάτων».


Το επόμενο τηλεφώνημα του κ. Θεολόγου ήταν προς τον υπουργό Παιδείας Πέτρο
Ευθυμίου, ο οποίος του ανέφερε ότι «δεν έχω αντίρρηση να συναντηθώ με τον
Μακαριώτατο, αλλά όχι για το θέμα των ταυτοτήτων, για το οποίο η θέση της
κυβέρνησης είναι δεδομένη». Λίγο αργότερα, στον κ. Ευθυμίου τηλεφώνησε, εκ
μέρους της τριμερούς αντιπροσωπείας της Ιεραρχίας η οποία υπό τον Αρχιεπίσκοπο
Χριστόδουλο θα επισκεπτόταν τον Πρωθυπουργό, ο Μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως
Άνθιμος.


«Επιθυμούμε να έχουμε διάλογο με την κυβέρνηση για το θέμα των ταυτοτήτων»,
είπε ο κ. Άνθιμος και προσέθεσε: «Οφείλω με την ευκαιρία να εκφράσω την
δυσφορία της Ιεραρχίας για τον τρόπο που αντιμετωπίσθηκε το αίτημά μας για
συνάντηση με τον Πρωθυπουργό».


«Είμαστε ανοιχτοί στον διάλογο για οποιοδήποτε θέμα απασχολεί πραγματικά τις
σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας», απάντησε ο κ. Ευθυμίου, «αλλά όχι για το θέμα
των ταυτοτήτων, που είναι ένα ζήτημα της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Πολιτείας.


Συνάντηση για το θέμα αυτό μαζί μου δεν έχει κανένα νόημα, διότι η κυβέρνηση
έχει λάβει τις αποφάσεις της. Υπάρχουν, όμως, πάγια και ουσιαστικά θέματα, τα
οποία μπορούμε να συζητήσουμε όποτε το επιθυμείτε. Όπως, για παράδειγμα, η
εκκλησιαστική περιουσία και η αξιοποίησή της, η εκκλησιαστική εκπαίδευση, η
εκκλησιαστική δικαιοσύνη».


«Θα μεταφέρω τις απόψεις σας στην Ιεραρχία» απάντησε ο κ. Άνθιμος, «και θα σας
απαντήσω».


Ανακοίνωση αντί απάντησης


Αντί για απάντηση, όμως, υπήρξε η σκληρή ανακοίνωση της Ιεραρχίας, την οποία
ανέγνωσε ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, και με την οποία η Εκκλησία
βγαίνει στους δρόμους για το θέμα των ταυτοτήτων.


Από την πλευρά της η κυβέρνηση απάντησε διά του κυβερνητικού εκπροσώπου Δημ.
Ρέππα με μια ολιγόλογη, πλην εύγλωττη ανακοίνωση, η οποία δεν αφήνει κανένα
περιθώριο διαλόγου με την Εκκλησία: «Εκφράζουμε την έκπληξη και τη λύπη μας
για το περιεχόμενο της ανακοίνωσης, που δεν συνάδει με τον πνευματικό ρόλο της
Εκκλησίας. Δεν πρόκειται να εμπλακούμε σε μια αδικαιολόγητη αντιπαράθεση και
μάλιστα για θέματα επί των οποίων την αρμοδιότητα έχει αποκλειστικώς η
Πολιτεία και ουδείς άλλος».


Σκληρή στάση


Σύμφωνα με πληροφορίες, η στάση της κυβέρνησης θα είναι σκληρή απέναντι στην
Ιεραρχία ­ και αυτό αποφασίστηκε ήδη από την προχθεσινή σύσκεψη του «πρωινού
καφέ». Ενδεικτικό της στάσης που θα κρατήσει η κυβέρνηση είναι η με απειλητικό
τρόπο διατύπωση της πρόθεσης να ανοίξει διάλογος με την Εκκλησία για
«ουσιαστικά» θέματα, όπως η εκκλησιαστική περιουσία και η εκκλησιαστική
εκπαίδευση, η οποία ­ όπως είναι γνωστό ­ «χρηματοδοτείται» από το Γ' ΚΠΣ με
126 δισ.


Όσον αφορά δε την απόρριψη του αιτήματος του κ. Χριστόδουλου να συναντηθεί με
τον Πρωθυπουργό, την ώρα μάλιστα της συνεδρίασης της Ιεραρχίας, από αρμόδιες
πηγές αναφερόταν ότι «ο κ. Σημίτης δεν ήταν δυνατόν να συναινέσει στην
πραγματοποίηση ενός σόου που είχε προετοιμασθεί με επιμέλεια προς χάριν των
τηλεοπτικών καμερών». Και με δηκτικό τρόπο αναφερόταν επίσης ότι «ο
Αρχιεπίσκοπος φαίνεται να έχει τη δική του εκδοχή στο ερώτημα "ποιος κυβερνάει
αυτόν τον τόπο". Ερώτημα που έχει απαντηθεί πολύ πρόσφατα, στις 9 Απριλίου, με
την ετυμηγορία του ελληνικού λαού».


Από την άλλη πλευρά τονιζόταν ότι «η Εκκλησία και η Πολιτεία έχουν απολύτως
διακριτούς ρόλους. Η Εκκλησία είναι πνευματικό ίδρυμα. Τη σεβόμαστε απολύτως,
αναγνωρίζουμε τον πνευματικό της ρόλο, αλλά δεν είναι δυνατόν να ομιλεί ως
εκπρόσωπος του ελληνικού λαού. Να ομιλεί εκ μέρους του χριστεπώνυμου
πληρώματος ως έχει δικαίωμα»...


Ο Γ. Παπανδρέου


Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Παπανδρέου, αργά χθες τη νύχτα, οπότε έφθασε στη
Θεσσαλονίκη, με δηλώσεις του ζήτησε να πέσουν οι τόνοι της Εκκλησίας σε σχέση
με το θέμα των ταυτοτήτων. «Ο φανατισμός και οι παράλογες αιτιάσεις γύρω από
το ζήτημα απλώς δεν βοηθούν», παρατήρησε ο κ. Παπανδρέου, για να επισημάνει
ότι «πρόκειται για υπόθεση που αφορά αποκλειστικά το κράτος».


Σε ό,τι αφορά την άρνηση του Πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη να δεχθεί εκπροσώπους
της Ιεραρχίας της Εκκλησίας, ο υπουργός Εξωτερικών διευκρίνισε ότι ο κ.
Σημίτης δεν αρνήθηκε να γίνει κάποια συνάντηση, απλώς δεν θέλει να γίνει κάτω
από μία τελεσιγραφική λογική, βάσει της οποίας το θέμα των ταυτοτήτων θα ήταν
και το αποκλειστικό αντικείμενο των συνομιλιών με την ηγεσία της Εκκλησίας.


Ο Μ. Έβερτ


Ανεπίτρεπτη και ηθικά απαράδεκτη έκρινε ο Μιλτιάδης Έβερτ την άρνηση του
Πρωθυπουργού να συναντηθεί με την Ιεραρχία της Εκκλησίας μετά από αίτημά της
και να την παραπέμψει στον υπουργό Παιδείας.


«Προκαλεί ο Πρωθυπουργός με αυτό τον τρόπο όχι μόνο την ηγεσία της Εκκλησίας
αλλά και τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού», δηλώνει ο κ. Έβερτ
ρωτώντας: «Τι, τελικά, επιδιώκει ο Πρωθυπουργός; Τη σύγκρουση της Εκκλησίας με
την κυβέρνηση ή φοβάται τον διάλογο που σημαίνει ότι βρίσκεται εν αδίκω;».


Και καταλήγει: «Την ηγεσία της Εκκλησίας την είδε αμέσως ο Πρόεδρος της
Δημοκρατίας και δεν μπορεί να τη δει ο κ. Σημίτης; Κρύβεται πίσω από τα τείχη
του Μαξίμου ο κ. Σημίτης;».