Οι άνθρωποι που σημάδεψαν την κοινωνική και πνευματική ζωή του αιώνα που
φεύγει, όπως τους σκιαγραφούν ειδικοί συνεργάτες των «ΝΕΩΝ»


Το καλοκαίρι του 1946, όταν η παλινόρθωση της μοναρχίας ήταν πλέον ζήτημα
ημερών και οι εμφύλιες συγκρούσεις είχαν αρχίσει να γενικεύονται («ένα δόκανο
απ' όπου κανένας δεν μπορούσε να ξεφύγει»), ο Γ. Σεφέρης σημείωνε,
απογοητευμένος, στο ημερολόγιό του: «Οι καλύτεροι στην Ελλάδα σήμερα
δεν
μπορεί παρά να είναι έξω από τα άκρα. Δυστυχώς είναι
μονάδες»
. Η φράση αυτή φωτογραφίζει, περισσότερο ίσως από οποιονδήποτε
άλλον, τον φίλο του Γεώργιο Καρτάλη.


Ο Γεώργιος Καρτάλης (1908-1957) προερχόταν από τη σημαντικότερη πολιτική
οικογένεια του Βόλου. Με την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, ο παππούς του, επίσης
Γεώργιος Αντ. Καρτάλης (1834-1899), διετέλεσε πρώτος δήμαρχος Βόλου
(1883-1891) και υπήρξε ο ιδρυτής του τοπικού Καρταλικού κόμματος, το οποίο επί
50 περίπου χρόνια δέσποζε στην πολιτική ζωή του Βόλου. Μέχρι το 1910
αποτελούσε την τοπική έκφραση του Τρικουπικού κόμματος, ενώ, μετά την εμφάνιση
του Ελ. Βενιζέλου, συνασπίστηκε με τον έως τότε παραδοσιακό αντίπαλό του (το
δηλιγιαννικό κόμμα Κοκοσλή), για να συναποτελέσουν την τοπική εκδοχή της
αντιβενιζελικής παράταξης.


Ο Γεώργιος Καρτάλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1908. Έζησε τα παιδικά του χρόνια
στη Γενεύη, όπου ολοκλήρωσε τη Μέση Εκπαίδευση, και το 1925 έγινε δεκτός στο
Πολυτεχνείο της Ζυρίχης. Τον επόμενο χρόνο άλλαξε κατεύθυνση και σπούδασε
οικονομικά στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και της Λειψίας (1926-1929). Από το
1930 έως το 1932 σπούδασε στο London School of Economics με ειδίκευση στη
Δημόσια Οικονομία και την Κοινωνιολογία. Το 1932-1933 παρακολούθησε μαθήματα
στο Ινστιτούτο για την Παγκόσμια Οικονομία στο Κίελο, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε
και με τα μαθηματικά, που θα αποτελέσουν γι' αυτόν αγαπημένο αντικείμενο
ερασιτεχνικής ενασχόλησης, μέχρι το τέλος της ζωής του.


Μετά τον αιφνίδιο θάνατο τού θείου του Κωνσταντίνου Καρτάλη, το 1933, ο
Γεώργιος Καρτάλης επέστρεψε στην Ελλάδα, για να αναλάβει αυτός πλέον την
εκπροσώπηση του Καρταλικού κόμματος. Γιατί, ήδη από τότε που πέθανε ο πατέρας
του (και ενώ ο Καρτάλης ήταν μόλις 15 ετών), ο θείος του Κωνσταντίνος τού είχε
συνοψίσει τις οικογενειακές παραδόσεις στη φράση: «Ένας Καρτάλης δεν
σπουδάζει,
παρά για να κάνει πολιτική». Τον επόμενο χρόνο, σε
ηλικία μόλις 26 ετών, ήταν υποψήφιος για τη δημαρχία του Βόλου, την οποία
έχασε για λίγες ψήφους. Εξελέγη, όμως, βουλευτής με το Λαϊκό Κόμμα στις
μονόπλευρες εκλογές του Ιουνίου του 1935 και ανέλαβε αμέσως καθήκοντα
υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας (19 Ιουλίου - 10 Οκτωβρίου 1935) στην κυβέρνηση
Π. Τσαλδάρη και στη συνέχεια στην κυβέρνηση Γ. Κονδύλη, το υπουργείο Εργασίας
(16 Οκτωβρίου-30 Νοεμβρίου 1935), που ιδρύθηκε τότε για πρώτη φορά. Στον
ελάχιστο χρόνο που διατήρησε αυτήν τη θέση, ο Γ. Καρτάλης συνέβαλε σημαντικά
στην κωδικοποίηση της εργατικής νομοθεσίας και την προσαρμογή της προς τις
διεθνείς συμβάσεις. Στις εκλογές που ακολούθησαν, στις 26 Ιανουαρίου του 1936,
μετά την επιστροφή του Γεωργίου Β', ο Γ. Καρτάλης επανεξελέγη πρώτος βουλευτής
στην εκλογική περιφέρεια Λαρίσης - Μαγνησίας, με το Εθνικό Λαϊκό Κόμμα του
Ιωάννη Θεοτόκη. Όμως, η Βουλή αυτή δεν θα επιζήσει παρά μόνο για λίγους μήνες.






Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου αποτέλεσε το καθοριστικό γεγονός, που οδήγησε
τον Γ. Καρτάλη σε ρήξη με την οικογενειακή παράδοση και μετέτρεψε έναν
βασιλόφρονα πολιτικό σε οπαδό της αβασίλευτης δημοκρατίας, ανοιχτό στις νέες
ιδέες και τα σύγχρονα ιδεολογικά ρεύματα της εποχής του. Είναι, εξάλλου, η
εποχή που ξεκινάει και η φιλία του με τον Γ. Σεφέρη, η οποία θα διατηρηθεί
μέχρι τον θάνατό του. Ο Γ. Καρτάλης πήρε μέρος σε διάφορες αντιδικτατορικές
πρωτοβουλίες, χωρίς όμως να δραστηριοποιηθεί ιδιαίτερα. Με την κήρυξη του
Ελληνοϊταλικού πολέμου κατατάχθηκε ως εθελοντής στον Στρατό και μετά το τέλος
του πολέμου αποφάσισε να παραμείνει στην Ελλάδα, αγνοώντας τις προτροπές
ορισμένων φίλων του να φύγει στο εξωτερικό.


Από τα τέλη του 1941 ή τις αρχές του 1942 ο Γ. Καρτάλης πυκνώνει τις επαφές
του με στόχο, όπως ο ίδιος αναφέρει, το «αυτονόητον εθνικόν καθήκον την
οργάνωσιν εθνικής αντιστάσεως» και τελικά, τον Νοέμβριο του 1942, σε
συνεργασία με τον βενιζελικό συνταγματάρχη Δημήτρη Ψαρρό (απότακτο του '35),
ιδρύει την αντιστασιακή οργάνωση ΕΚΚΑ (Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση). Η
ίδρυση της ΕΚΚΑ, στο πλαίσιο της προσπάθειας να αναπτυχθούν αντιστασιακές
οργανώσεις εκτός ΕΑΜ, υποστηρίχθηκε από το περιβάλλον του Αρχιεπισκόπου
Δαμασκηνού, και συμπίπτει χρονικά με την άφιξη στην Αθήνα του ταγματάρχη
Γιάννη Τσιγάντε.


Τον Απρίλιο του 1943 η ΕΚΚΑ δημοσιεύει το Καταστατικό της (συντάκτης του
οποίου είναι μάλλον ο Γ. Καρτάλης), στο οποίο αναφέρεται ότι «η μεταπολεμική
Ελλάδα πρέπει να εγκαθιδρύσει ολοκληρωμένη Λαοκρατούμενη Δημοκρατία», ενώ
ταυτόχρονα εισάγεται η έννοια της «κοινωνικοποίησης» (σε αντιδιαστολή προς την
«κρατικοποίηση»). Την ίδια εποχή, η ΕΚΚΑ προχωρά στη συγκρότηση ανταρτικού
σώματος, του Συντάγματος 5/42, με έδρα την Παρνασσίδα, ιδιαίτερη πατρίδα του
Δ. Ψαρρού. Η ίδρυση τού 5/42 θα οδηγήσει, σχεδόν αμέσως, σε συγκρούσεις με τον
ΕΛΑΣ και στην πρώτη αναγκαστική αυτοδιάλυσή του, τον Μάιο του 1943. Η επιμονή
του Γ. Καρτάλη, όπως και του Δαμασκηνού, για την επανασυγκρότηση τού 5/42, το
καλοκαίρι του 1943, οφείλεται στην πεποίθησή τους ότι αφενός το συγκεκριμένο
ανταρτικό σώμα, το μόνο μη ΕΑΜικό ένοπλο τμήμα στην ευρύτερη περιοχή της
Αθήνας, είχε ιδιαίτερη απήχηση και αφετέρου στην επιθυμία τους να υπάρξει, από
τον αστικό κόσμο, μία εκπροσώπηση που να διαθέτει εχέγγυα σοβαρότητος και
κυρίως αντιστασιακή δράση.


Με την επανασυγκρότηση τού 5/42, η ΕΚΚΑ αποκτά και πάλι ιδιαίτερη βαρύτητα και
ο Γ. Καρτάλης συμμετέχει στην αντιπροσωπεία των αντιστασιακών οργανώσεων, που
πηγαίνει στο Κάιρο για συνεννοήσεις με την κυβέρνηση Τσουδερού τον Αύγουστο
του 1943. Στόχοι της πολιτικής του Γ. Καρτάλη, την εποχή εκείνη, είναι οι
ριζικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στη μετακατοχική Ελλάδα, η απομάκρυνση της
βασιλείας, η αποφυγή εμφύλιων συγκρούσεων, αλλά και η ανησυχία για τη ρωσική
προέλαση στο Ανατολικό Μέτωπο. Μετά την επιστροφή της αντιστασιακής
αντιπροσωπείας στην Ελλάδα, ο Γ. Καρτάλης θα καταβάλει προσπάθειες, για να
περιοριστούν οι εμφύλιες συγκρούσεις, που έχουν ήδη αρχίσει μεταξύ ΕΛΑΣ και
ΕΔΕΣ, και θα πρωταγωνιστήσει στις διαπραγματεύσεις που έγιναν στο Μυρόφυλλο
και την Πλάκα (Φεβρουάριος 1944) και οι οποίες οδήγησαν σε προσωρινή ανακωχή
μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων. Όμως, τον Απρίλιο του 1944 οι συγκρούσεις
επαναλαμβάνονται και μία ισχυρή δύναμη του ΕΛΑΣ διαλύει το 5/42, συλλαμβάνει
αιχμάλωτο τον Δ. Ψαρρό, ο οποίος και θα δολοφονηθεί, ενώ μεταφέρεται στην έδρα
του Γενικού Αρχηγείου.





Υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Πλαστήρα το 1950 (ο Γ. Καρτάλης στη
δεύτερη σειρά με το Παπιγιού) . Τον πρωθυπουργό πλαισιώνουν οι αντιπρόεδροι
της κυβέρνησης Γεώργιος Παπανδρέου και Εμμανουήλ Τσουδερός


Ο Γ. Καρτάλης πήρε μέρος στο Συνέδριο του Λιβάνου, όπου με συναισθηματική
φόρτιση επιτέθηκε σφοδρότατα εναντίον του ΕΑΜ. Μετά τον σχηματισμό της
κυβέρνησης Παπανδρέου, ο Γ. Καρτάλης αναλαμβάνει, στις 8 Ιουνίου του 1944, το
υπουργείο Τύπου και Πληροφοριών, θέση από την οποία συνεργάζεται στενά με τον
φίλο του Γ. Σεφέρη. Τον επόμενο μήνα επισκέπτεται μαζί με τον Σεφέρη το
Λονδίνο, αφού θεωρείται ότι είναι ο μόνος που μπορεί να προβάλει στη διεθνή
σκηνή το νέο κυβερνητικό σχήμα, στη βιωσιμότητα του οποίου στηρίζει η αγγλική
κυβέρνηση την πολιτική της για την Ελλάδα. Εξάλλου, ο Γ. Καρτάλης είναι ο
μόνος μη ΕΑΜικός υπουργός που έρχεται κατ' ευθείαν από το βουνό, γεγονός που
του προσδίδει ένα επιπλέον αντιστασιακό κύρος. Κατά τη διάρκεια της παραμονής
του στο Λονδίνο ­ και ενώ ακόμη παραμένει σε εκκρεμότητα η συμμετοχή των
ΕΑΜικών υπουργών στην κυβέρνηση ­ ο Καρτάλης δίνει μία σημαντική press
conference (1/8/1944), στην οποία, όπως σημειώνει ο Σεφέρης: «Προσπάθησε να
κρατήσει ένα μέσο σημείο απέναντι όλων, χωρίς διαφημιστικές τυμπανοκρουσίες».
Και όταν ρωτήθηκε για τον φόνο του Ψαρρού, απάντησε: «Θα ήταν προδοσία
της
μνήμης του και του αγώνα του, αν ο θάνατός του
γινόταν αφορμή άλλων εμφύλιων σπαραγμών».


Μετά την άφιξη της εξόριστης κυβέρνησης Παπανδρέου στην Ελλάδα, στις 18
Οκτωβρίου του 1944, ο Καρτάλης, που είχε συγκρουσθεί με τον πρωθυπουργό και
ήταν ανεπιθύμητος για τον βασιλιά Γεώργιο Β', απομακρύνεται από το υπουργείο
Τύπου και ορκίζεται υπουργός άνευ Χαρτοφυλακίου (23/10/1944 - 3/1/1945). Η
επιμονή του για τη διάλυση των Ταγμάτων Ασφαλείας και η σταθερά αντιμοναρχική
του θέση ήταν οι κύριοι λόγοι για την περιθωριοποίησή του. Αλλά και ο ίδιος
την εποχή εκείνη δεν φαίνεται να ήταν έτοιμος για πιο ενεργό παρέμβαση. Όπως
σημειώνει ο Σεφέρης στο ημερολόγιό του, τον Οκτώβριο του 1944: «Ο Καρτάλης
(...) αηδιασμένος και με το δίκιο του από τους πολιτικούς (...) θέλει να τα
παρατήσει όλα (...). Τον ήθελα πιο γερό. Η μοίρα μου, εμένα που δεν είμαι
πολιτικός ­ να προσπαθώ να βοηθήσω τους ανθρώπους της γενιάς μου που
βουλιάζουν. Κι αυτοί είναι οι καλύτεροι. Οι άλλοι ας μη μιλάμε: στραγαλατζήδες».


Μετά τα Δεκεμβριανά, ο Γ. Καρτάλης θα ηγηθεί de facto της πολιτικής ομάδας που
συγκροτείται γύρω από την εφημερίδα «Ελευθερία», η οποία συσπειρώνει
σχετικά νέους ανθρώπους, με αντιστασιακή δράση και αντιμοναρχική τοποθέτηση,
ενώ μετά την εκλογική επικράτηση του Εργατικού Κόμματος στη Μεγάλη Βρετανία
(τον Ιούλιο του 1945) διέθετε και αγγλική υποστήριξη. Γι' αυτό, και παρά την
αντίδραση του Δαμασκηνού, η ομάδα της «Ελευθερίας», ύστερα από έντονη
παρέμβαση του Βρετανού πρεσβευτή Ρέτζιναλντ Λήπερ, συμμετείχε με 6 υπουργούς
και υφυπουργούς στην κυβέρνηση Σοφούλη, που σχηματίστηκε στις 22 Νοεμβρίου του
1945. Στην κυβέρνηση Σοφούλη, ο Γ. Καρτάλης ανέλαβε υπουργός Εφοδιασμού, θέση
από την οποία παραιτήθηκε στις 11 Μαρτίου του 1946, καταγγέλλοντας την
εκλογική παρωδία που προετοιμαζόταν και επιλέγοντας την αποχή από τις εκλογές
(χωρίς πάντως να συνεργαστεί για την προπαγάνδισή της με το ΕΑΜ).


Μετά τη νίκη των φιλοβασιλικών δυνάμεων στις εκλογές της 31ης Μαρτίου του
1946, ο Γ. Καρτάλης περιορίζει τη δραστηριότητά του στην προσπάθεια να
περιορισθεί η γενίκευση του Εμφυλίου πολέμου, ενώ παράλληλα φαίνεται να
απομακρύνεται από την αγγλική επιρροή. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό είναι ένα
άρθρο του, που δημοσιεύθηκε στην «Ελευθερία» στις 24 Νοεμβρίου του
1946, με το οποίο προτείνει την ουδετερότητα της Ελλάδας απέναντι στους δύο,
υπό διαμόρφωση, συνασπισμούς. Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται και το
τηλεγράφημα των «Εννέα» πολιτικών, που συνυπογράφει με τον Π. Αργυρόπουλο, τον
Ν. Ασκούτση κ.ά., τον Νοέμβριο του 1948, προς τον πρόεδρο της Γενικής
Συνέλευσης του ΟΗΕ, ζητώντας τον συμβιβαστικό τερματισμό του Εμφυλίου.





Το Δημοκρατικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού (ΔΚΕΛ) με συναρχηγούς τον Γ. Καρτάλη
και τον Αλέξ. Σβώλο αποτέλεσε την πρώτη, αλλά και πρώιμη προσπάθεια για
αυτόνομη συγκρότηση της Κεντροαριστεράς (Σκίτσο της εποχής)


Η επάνοδος του Γ. Καρτάλη στην ενεργό πολιτική πραγματοποιείται στις αρχές του
1950, όταν ιδρύεται η ΕΠΕΚ του Νικολάου Πλαστήρα. Εκλέγεται βουλευτής στις
εκλογές της 5ης Μαρτίου του 1950 και αναλαμβάνει το υπουργείο Οικονομικών στην
πρώτη, βραχύβια κυβέρνηση Πλαστήρα (15 Απριλίου - 21 Αυγούστου 1950). Στις
επόμενες εκλογές, της 9ης Σεπτεμβρίου του 1951, επανεκλέγεται βουλευτής και
αναλαμβάνει, ως υπουργός Συντονισμού, στη δεύτερη κυβέρνηση Πλαστήρα (27
Οκτωβρίου 1951-11 Οκτωβρίου 1952), τη συνολική εποπτεία του οικονομικού τομέα.
Στη διάρκεια της θητείας του αυτής, ο Γ. Καρτάλης έθεσε τις βάσεις της
οικονομικής και δημοσιονομικής εξυγίανσης, που οδήγησε στην οικονομική
ανάπτυξη και σταθερότητα της δεκαετίας του '50 και του '60. Όπως αναφέρει ο
Άγγελος Αγγελόπουλος στη νεκρολογία που αφιέρωσε στον Καρτάλη, στο περιοδικό
«Νέα Οικονομία»: «Ο Καρτάλης ως υπουργός Συντονισμού συνέβαλε πολύ στην
εξυγίανση των οικονομικών, στη σταθερότητα του νομίσματος και των τιμών και
έθεσε τις πρώτες βάσεις για την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας. Πίστευε στη
βιωσιμότητα της ελληνικής οικονομίας και όλες του οι προσπάθειες εστρέφοντο
στη συστηματικότερη αξιοποίηση των παραγωγικών της πηγών, μέσα στα πλαίσια της
εθνικής ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας».


Η πολιτική παρουσία του Γ. Καρτάλη στις κυβερνήσεις της ΕΠΕΚ δεν περιορίστηκε
όμως μόνο στα θέματα της οικονομίας. Την περίοδο αυτή ο Καρτάλης αναδεικνύεται
σε ηγετική προσωπικότητα, ο μόνος ίσως από τους επιτελείς της ΕΠΕΚ που
μπορούσε να της προσφέρει προοπτική, η οποία να ξεπερνά τη συμβολική παρουσία
του αρχηγού της. Γι' αυτό και ο Ρέτζιναλντ Λήπερ, που γνώριζε καλά τον
Καρτάλη, τόσο από τη Μέση Ανατολή όσο και από την πρώτη μετακατοχική περίοδο,
σε συνομιλία του με τον Γ. Σεφέρη τον Μάιο του 1952, δεν διστάζει να τον
χαρακτηρίσει ως «τον μόνο πιθανό μέλλοντα πρωθυπουργό», παρ' όλο που όπως
σημειώνει «δεν τα πάει καλά με τους Αμερικανούς».


Μετά την ήττα των κεντρώων κομμάτων και την άνοδο του Συναγερμού στην εξουσία,
τον Νοέμβριο του 1952, ο Γ. Καρτάλης, που είχε μείνει εκτός Βουλής, ήρθε σε
ρήξη με την ΕΠΕΚ («το πλέον άμορφο συγκρότημα που εγνώρισε η χώρα μας», όπως
αυτοκριτικά έγραφε η «Ελευθερία» στις 3 Μαΐου του 1953), από την οποία
και διεγράφη τον Μάιο του 1953. Τον Ιούλιο του 1953, ο Γ. Καρτάλης ιδρύει το
Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο λίγο αργότερα ενοποιείται με το ΣΚ-ΕΛΔ, και την 1η
Σεπτεμβρίου συγκροτείται το Δημοκρατικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού (ΔΚΕΛ)
με συναρχηγούς τον Αλέξανδρο Σβώλο και τον Γ. Καρτάλη. «Σκοπός του ΔΚΕΛ
είναι η
εγκαθίδρυσις εις την Ελλάδα πλήρους πολιτικής και
κοινωνικής Δημοκρατίας,
με την μετάβασιν από την σημερινήν
ασύδοτον κυριαρχίαν του κεφαλαιοκρατικού κέρδους εις μίαν οργάνωσιν
της
οικονομίας, βασιζομένην εις τας κοινωνικάς ανάγκας
και από το σημερινόν
καθεστώς της κοινωνικής ανισότητος εις
καθεστώς
κοινωνικής δικαιοσύνης».


Με τη συγκρότηση και τις προγραμματικές αρχές του, το ΔΚΕΛ εντάσσεται με
εντυπωσιακή ταχύτητα στο μεταβαλλόμενο διεθνές πλαίσιο της εποχής, που
σημαδεύεται από τον τερματισμό του πολέμου της Κορέας και τον θάνατο του
Στάλιν. Ο Γ. Καρτάλης ήταν ίσως ο πρώτος Έλληνας πολιτικός, που αντελήφθη
αμέσως ότι τα χιόνια είχαν αρχίσει να λιώνουν στη Σοβιετική Ένωση, την οποία
και επισκέφθηκε επίσημα ως δήμαρχος Βόλου το 1955. Άλλωστε, ήδη από τις αρχές
του 1954, διαπιστώνοντας το αδιέξοδο των προσπαθειών για ενοποίηση και
αναζωογώνηση του Κέντρου, ο Γ. Καρτάλης αποφασίζει (πιθανότατα μόνος του) να
κάνει το μεγάλο βήμα αποκαθιστώντας μια συνεργασία με το ΚΚΕ.





Ο Γεώργιος Καρτάλης και ο Εμμανουήλ Τσουδερός πλαισιώνουν στη Βουλή τον
αρχηγό της ΕΠΕΚ και νικητή των εκλογών του 1950, Νικόλαο Πλαστήρα


Στις 2 Φεβρουαρίου του 1954, δημοσιεύει στην «Ελευθερία» ένα σύντομο
άρθρο με τίτλο «Προγραμματισμός και Αντιπολίτευση», το οποίο περιείχε έξι
σημεία για την εξωτερική πολιτική, τις αμυντικές δαπάνες, την οικονομική
πολιτική, την κοινωνική πρόνοια, τις ελευθερίες του πολίτη και το αστυνομικό
κράτος. Στο άρθρο αυτό απάντησε, ύστερα από έναν μήνα, ο Ν. Ζαχαριάδης από τον
ραδιοφωνικό σταθμό του ΚΚΕ, με δικό του άρθρο που είχε για τίτλο «Τον λόγο
έχει ο κύριος Καρτάλης», στο οποίο ανέφερε: «Εμείς αποδεχόμαστε τις αρχές που
προβάλλει το άρθρο του. Ας προχωρήσει παραπέρα. Ας προχωρήσει με όσους θέλει».
Σύμφωνα με τις υπάρχουσες μαρτυρίες και την τεκμηριωμένη έρευνα του Φ. Ηλιού,
τόσο το άρθρο του Καρτάλη όσο και η απάντηση του Ν. Ζαχαριάδη προέκυψαν ύστερα
από συνομιλίες που έγιναν, πιθανότατα στην Ελβετία, ανάμεσα στον Καρτάλη και
το μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ Μιλτιάδη Πορφυρογένη και στις οποίες συμφωνήθηκε όχι
μόνο η άτυπη συμπόρευση, αλλά και η συστηματικότερη συνεργασία ανάμεσα στο
ΔΚΕΛ και το ΚΚΕ.


Η επιλογή αυτή του Καρτάλη τον έφερε σε σύγκρουση με τα υπόλοιπα κεντρώα
κόμματα και τον απομάκρυνε από την ομάδα της «Ελευθερίας», αλλά
δικαιώθηκε λίγους μήνες αργότερα στις δημοτικές εκλογές, που πραγματοποιήθηκαν
τον Νοέμβριο του 1954. Η συνεργασία του ΔΚΕΛ με την ΕΔΑ συμπαρέσυρε με τη
δυναμική της τις περισσότερες δυνάμεις της ΕΠΕΚ, καθώς και μεγάλο τμήμα του
Κόμματος των Φιλελευθέρων, και οδήγησε στην επικράτηση των συνεργαζόμενων
κεντρώων και αριστερών υποψηφίων δημάρχων και στους τρεις μεγάλους δήμους της
χώρας, καθώς και σε πολλές άλλες πόλεις (όπως π.χ. στον Βόλο όπου δήμαρχος
εκλέχτηκε ο Γ. Καρτάλης με 59% των ψήφων).


Η κορυφαία στιγμή που δικαίωσε τις επιλογές του ΔΚΕΛ ήταν όμως οι εκλογές της
19ης Φεβρουαρίου του 1956. Η επιμονή της ΕΡΕ να πραγματοποιηθούν οι εκλογές
αυτές με βάση ένα «τριφασικό» εκλογικό σύστημα, εξαιρετικά ευνοϊκό γι' αυτήν,
οδήγησε στη συγκρότηση ενός Λαϊκού Μετώπου, με την επωνυμία Δημοκρατική Ένωση,
εξήμισι μόλις χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου πολέμου. Στις εκλογές του
1956, το ΔΚΕΛ (με την έμμεση υποστήριξη της ΕΔΑ) εξέλεξε 18 βουλευτές και
αναδείχθηκε στην ισχυρότερη κοινοβουλευτική ομάδα στον χώρο της
Κεντροαριστεράς. Ο Γ. Καρτάλης πρόβαλε έτσι, μαζί με τον Σοφ. Βενιζέλο και τον
Γ. Παπανδρέου, ως η de facto ηγεσία της εκτός ΕΔΑ αντιπολίτευσης, και μάλιστα
ως ο δυνάμει νέος ηγέτης της, τη στιγμή που η ανάδειξη στην πρωθυπουργία του
συνομήλικού του Κ. Καραμανλή είχε φέρει στο προσκήνιο και της άλλης παράταξης
την «ηγεσία της νέας γενεάς». Στην περίοδο αυτή αναφέρεται και ο Κ.
Μητσοτάκης, όταν λέει: «Η γνώμη μου είναι ότι ο Γιώργος ο Καρτάλης ήταν ο
καλύτερος (...) της γενιάς του και ήταν ασφαλώς ο άνθρωπος ο οποίος θα έπρεπε
να ηγηθεί του Κέντρου».


Στη συγκυρία αυτή ο Γ. Καρτάλης αναπροσαρμόζει σταδιακά τη στρατηγική του και
προσανατολίζει τις προσπάθειές του στην ενοποίηση των κομμάτων του Κέντρου,
ενώ έχει αποκαταστήσει στενή συνεργασία και με τον Σπύρο Μαρκεζίνη. Η πορεία
όμως προς το ενιαίο Κέντρο θα περάσει ακόμα από πολλές παλινδρομήσεις. Στις 28
Φεβρουαρίου του 1957 ενοποιούνται μόνο το Κ.Φ. και η ΦΔΕ, ενώ η συνεργασία με
το ΔΚΕΛ παραπέμπεται για αργότερα. Όμως, αυτό το αργότερα δεν ήλθε ποτέ. Τον
Απρίλιο ο Γ. Καρτάλης παθαίνει την πρώτη καρδιακή προσβολή και στις 27
Σεπτεμβρίου πεθαίνει στο Λονδίνο. Αποχαιρετώντας, ενάμιση χρόνο νωρίτερα, τον
Αλέξανδρο Σβώλο, ο Καρτάλης έγραφε: «Σαν πολιτικός ηγέτης αδικήθηκε
από τις
συνθήκες της εποχής του (...) ο θάνατος βάρβαρα τον άρπαξε
σε μια στιγμή που ήταν ίσως απαραίτητος όσο ποτέ».


Την ημέρα που πέθανε ο Καρτάλης, ο Γ. Σεφέρης, που βρισκόταν επίσης στο
Λονδίνο, σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Ίσως το κενό Καρτάλη να το
αισθάνομαι
κάμποσο καιρό τώρα. Εκείνο που ένιωσα
σήμερα,
είναι αυτή η τελευταία στροφή της μυλόπετρας.
Αυτής της τρομερής μυλόπετρας της Ελλάδας. Ήταν ένας άνθρωπος
με
κουράγιο αυτός που έφυγε και ένας άνθρωπος που δεν μπόρεσε να
αφοσιωθεί
ολόκληρος· μισός και μισός· μέσα και έξω·
τα κενά του τα αναπλήρωνε η δύναμη του μυαλού του ­ που δεν
μπορεί να αναπληρώσει κάθε
κενό. Όταν όμως συλλογίζεται
κανείς τους τριγυρινούς του,
αναμετρά πόσο ψηλότερα στέκουνταν».


Ο Ηλίας Νικολακόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών