Η ανεξέλεγκτη δράση του Κένεθ Σταρ έφερε, μεταξύ άλλων, ξανά στο προσκήνιο
το θέμα της πολιτικής και πολιτειακής επιρροής της δικαστικής εξουσίας.


Το ενδιαφέρον είναι ότι η ενίσχυση της τελευταίας άλλοτε καταγγέλλεται ως
επικίνδυνη εξέλιξη ­ «πάμε για κράτος δικαστών»! ­ και άλλοτε χαιρετίζεται ως
ελπιδοφόρο γεγονός: Αρκετοί ευαγγελίζονται «την επιστροφή των δικαστών» ή,
ακόμη ηχηρότερα, «την επιστροφή του κράτους δικαίου». Ένα είναι βέβαιο: Δεν
πρόκειται για συγκυριακό γεγονός. Συνδέεται με τις γενικότερες αλλαγές που
συνεπάγεται για όλο το πολιτικό και οικονομικό οικοδόμημα η περίφημη «παγκοσμιοποίηση».


Είναι αλήθεια ότι, με αφορμή και τη διεθνώς περιφερόμενη οικονομική κρίση,
έχουμε συζητήσει αρκετά για τις οικονομικές πλευρές του φαινομένου τούτου. Οι
πολιτικές, αν και όχι τόσο προφανείς, είναι εξίσου σημαντικές. Συνεπάγονται
την εξασθένιση των εθνικών μηχανισμών διαχείρισης της πολιτικής και της
οικονομίας (κρατικός παρεμβατισμός, τριμερείς συλλογικές διαπραγματεύσεις,
αναδιανεμητικός ρόλος του κράτους πρόνοιας) και των παραδοσιακών θεσμών
οργάνωσης και αλληλεγγύης (κόμματα, συνδικάτα), αλλά και τον πολυκερματισμό
της κοινωνίας. Το «μεταμοντέρνο» τούτο κράτος χαρακτηρίζεται από τάσεις
επιστροφής στον αυτορρυθμιστικό ρόλο της αγοράς και τη φεουδοποίηση των
εργασιακών σχέσεων, μέσω της «άγριας» απορρύθμισης, της προώθησης «ελαστικών»
και άτυπων μορφών εργασίας και της αναγνώρισης πλήρων δικαιωμάτων και
μονιμότητας μόνο σε μια μειοψηφία εργαζομένων.


Από την αδρή σκιαγράφηση των παραπάνω τάσεων προκύπτει γιατί ενισχύεται ο
ρόλος των δικαστών: Από τη μια μεριά ο κατακερματισμός του κοινωνικού σώματος
και η αμφισβήτηση του εργασιακού κεκτημένου των μεταπολεμικών δεκαετιών οδηγεί
σε πολλαπλασιασμό των αιτημάτων που διεκδικούν ­ αμυντικά ­ δικαστική
ικανοποίηση. Από την άλλη, η κρίση των πολιτικών θεσμών και ιδιαίτερα των
κομμάτων αφήνει ένα κενό που δημιουργεί τον πειρασμό στη σχετικά άφθαρτη
δικαστική εξουσία να το καλύψει.


Παράγωγο της τελευταίας αυτής τάσης είναι οι περιβόητες επιχειρήσεις του τύπου
«καθαρά χέρια», οι οποίες εκτοξεύουν, με αφορμή την πολύ υπαρκτή διαφθορά του
πολιτικού κόσμου, τη συμβολική εικόνα του κήνσορα, αδιάφθορου δικαστή ως
εναλλακτικό πολιτικό πρότυπο διαχείρισης της εξουσίας. Υπό τις συνθήκες αυτές
ελλοχεύει ο κίνδυνος, σύνδρομα τύπου «Σταρ» ­ ή και «Ντι Πιέτρο» ­ να πλήξουν
την ίδια τη βάση νομιμοποίησης του αντιπροσωπευτικού συστήματος, αποδίδοντάς
του συλλήβδην χαρακτηριστικά σήψης και παρακμής. Παρόμοια φαινόμενα δεν
οδηγούν σε «κράτος δικαστών», αλλά απλώς σε μια αριστοκρατική, συντηρητική
και, τελικά, επικίνδυνη για την ίδια τη δημοκρατική νομιμοποίηση του
πολιτεύματος αμφισβήτηση. Ο κίνδυνος μάλιστα είναι ιδιαίτερα μεγαλύτερος γιατί
τα φαινόμενα αυτά αντανακλούν υπαρκτά προβλήματα παθογένειας του πολιτικού συστήματος.


Στην Ελλάδα, ευτυχώς, οι τάσεις αυτές δεν έχουν βρει ­ ακόμη; ­ πρόσφορο
έδαφος. Δύο άλλες κατηγορίες δικαστικών αποφάσεων έχουν προκαλέσει τη δυσφορία
της εκτελεστικής εξουσίας: Η πρώτη αφορά την προάσπιση ­ πολλές φορές
προωθημένη ­ συνταγματικών δικαιωμάτων, με κατ' εξοχήν παράδειγμα αυτού στο
περιβάλλον. Η δεύτερη, την αυτο-απονομή μισθολογικών αυξήσεων, με βάση μια
ιδιαίτερα αμφισβητήσιμη ερμηνεία του άρθρου 88 του Συντάγματος, κατά το οποίο
«οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους».


Είναι σαφές ότι από πουθενά δεν προκύπτει ότι η μέριμνα του συντακτικού
νομοθέτη για ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστικών υποκρύπτει τη
βούληση να έχουν οπωσδήποτε αυτοί ανώτερους μισθούς απ' όλους τους άλλους
δημόσιους λειτουργούς, ακόμη και από εκείνους που έχον ανώτερα τυπικά προσόντα
διορισμού, όπως, π.χ., οι καθηγητές Πανεπιστημίου.


Η συντεχνιακή αυτή ανάγνωση του Συντάγματος αποτελεί, πάντως, δευτερεύον
θεσμικά περιστατικό, ενώ ­ αρχικά τουλάχιστον ­ μπορεί να δικαιολογηθεί ως
αντίδραση στην επί μακρό χρόνο καθήλωση των αποδοχών των δικαστών. Εν πάση δε
περιπτώσει, εάν ολοκληρωθεί η παρούσα αναθεώρηση, η συγκεκριμένη δικαστική ύλη
θα αφαιρεθεί από τη δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων, καθιστώντας στο εξής
το όλο θέμα ένα ιστορικό παράδοξο.


Αντιθέτως, ο ρόλος των δικαστηρίων θα καθίσταται ολοένα και πιο σημαντικός σε
ό,τι αφορά την προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ειδικά των κοινωνικών.
Όπως προαναφέρθηκε, για τα τελευταία ο δικαστής όχι μόνον δεν αποτελεί πηγή
διακινδύνευσης, αλλά πρακτικά την τελευταία γραμμή άμυνας απέναντι στην
επέλαση των αλλαγών της «μεταμοντέρνας κατάστασης». Και, φυσικά, τούτο δεν
συνεπάγεται κανένα «κράτος δικαστών», αλλά απλώς την επιβεβαίωση των
δικαστηρίων ως του φυσικού εγγυητή του σεβασμού και της εφαρμογής του Συντάγματος.


Ο δικηγόρος Γιώργος Σ. Κατρούγκαλος είναι διδάκτορας Δημοσίου Δικαίου του
Πανεπιστημίου της Σορβόννης.