Την ήθελαν να έχει «κάτι» από τη Μέριλιν Μονρόε και «κάτι» από την Μπριζίτ
Μπαρντό. Δανείστηκαν δύο σταγόνες από τη μία, δύο από την άλλη και την
«έφτιαξαν». Τα μαλλιά της ήταν από φυσικού ξανθά, μα έγιναν ξανθότερα. Τα
μάτια εξέπεμπαν αθωότητα πίσω από το επιτηδευμένο βλέμμα της πρόκλησης. Το
πρόσωπο ενδύθηκε τη μάσκα της φιληδονίας. Το Αδαμαντία, έγινε Γκιζέλα. Το
Μαυροειδή, έγινε Ντάλι. Και εκείνη, απέδρασε απ’ αυτό που ήταν.
Εν έτει 1958 η Αθήνα έγλειφε ακόμη τις πληγές της και εκείνη 18 χρόνων και
να ανθεί, «όμορφη και λαχταριστή σαν ολόδροσο περιβόλι». Ήταν υπόσχεση, ήταν
πειρασμός, ήταν ταξίδι, ήταν όνειρο η Αδαμαντία που έγινε Γκιζέλα. Ήταν αυτό
που αποζητούσε το φιλοθέαμον κοινό να ζήσει τον μύθο, να γευθεί το παραμύθι,
να απολησμονήσει πόλεμο, ερείπια, νεκρούς, πείνα και φτώχεια…
Σαράντα χρόνια αργότερα εν έτει 1998. Η Γκιζέλα, που θα ‘θελε να τη λένε
Αδαμαντία, βιώνει το πρώτο αληθινό σκηνικό της ύπαρξής της. Ξεκομμένη απ’ τις
άκριες του κόσμου, είκοσι τρία ολάκερα χρόνια στον Λυώνα της Νάξου τραβάει
την κουρτίνα του φθαρτού και του ασήμαντου, τρέφει και τρέφεται με το δικό της
όνειρο. Γερή και ανθεκτική σαν κριάρι που είναι, με επουλωμένες πια πληγές,
παλικαρίσια, αναμετριέται με το είδωλό της στον καθρέφτη και ούτε που τρομάζει…
Όχι, δεν είναι 18, είναι 58! Και το απολαμβάνει. Τι κι αν κάποτε έκανε τόσα
εισιτήρια, «όσα σήμερα ο Τιτανικός»; Τι κι αν η μορφή της έστηνε ενέδρες σε
αντρίκιους πόθους και όνειρα; Τι κι αν οι «καρτ ποστάλ» φωτογραφίες της
κόσμησαν εφηβικά άγουρα δωμάτια, αλλά και ώριμες κρεβατοκάμαρες επωνύμων; Τι
κι αν ήταν φλόγα που αδιακρίτως πυρπολούσε; Το όνειρο έκρυβε την ψευδαίσθηση
του εφήμερου. Ένα πετραδάκι ήταν, που βυθίστηκε στον πάτο της θάλασσας στον
βυθό της ζωής. Υπάρχει πάντα, αλλά κανείς δεν το αποζητά και δεν το βρίσκει…
Η κυρία που «έσπαγε τα ταμεία», είναι σήμερα κυρία του εαυτού της. Όλα την
άφησαν. Και όλα τα άφησε πίσω της. Όλοι την ξέχασαν. Μα εκείνη, δεν ξεχνάει…
|
Φορούσε «διάφανα ή… τίποτα». Φοράει μαύρα ή στρατιωτικά ρούχα. Αναμετριέται με το είδωλό της στον καθρέφτη και ούτε που τρέμει τις ρυτίδες…
|
ΠΟΛΛΟΙ, τη θεωρούν βιολογικά νεκρή «κάποιοι έτσι θα με… προτιμούσαν» μα
οι περισσότεροι «αφανισμένη». «Ζει στ’ αλήθεια η Γκιζέλα Ντάλι;»,
αναρωτιούνται κάποιοι άλλοι. Ζει και βασιλεύει! Σ’ έναν ολάνθιστο κήπο που
είναι ο κήπος της. Σ’ έναν παράδεισο που ‘ναι ο δικός της επίγειος
παράδεισος. Στο απέραντο κτήμα του παππού από τη μητέρα της: στον γραφικό Λυώνα.
Αυτό είναι το καταφύγιό της από το 1975. Το σπίτι, παλιό 150 ετών.
Νησιώτικο, με τα «βόλτα» του, τα θολωτά πορτοπαράθυρα, τις πέτρινες αυλές, τα
κρεμαστά φανάρια και τα θεόρατα δέντρα με τους γέρικους κορμούς «που θέλουν
τρεις Γκιζέλες να τους αγκαλιάσουν».
Είναι μια ζούγκλα από σκιερά δέντρα, οπωροφόρα, κάθε λογής κηπευτικά και
λουλούδια, πολλά λουλούδια ο τόπος της. Σαν τους βετεράνους και αυτή του
Βιετνάμ αναζήτησε, λέει, τη δική της φωλιά σ’ αυτό το άγριο φαράγγι που βγάζει
στη θάλασσα και την ενώνει με τη γη και τον ουρανό. Τη γη την καλλιεργεί λες
και όλη της τη ζωή αυτό έκαμε. Και στον ουρανό δραπετεύει κάθε φορά που στον
λογισμό ξυπνούν οι μνήμες…
Κάτι τέτοιες νύχτες, ομολογεί, σαν αυτή που μιλάμε, με ολόγιομο πανώριο
φεγγάρι, φεγγίζουν απέναντι σαν πυγολαμπίδες οι ακτές της Ικαρίας και τα
παράλια της Τουρκίας. Τα αηδόνια τραγουδάνε στο φεγγάρι και εκείνη τρελαμένη
από την τόση ομορφιά «ευλογώ τον Θεό που μου ‘δωσε τη δύναμη να την
αντέχω…». Και ύστερα έρχεται το πρωινό ξύπνημα, με τους πετροκότσυφες στα
κλαδιά των δέντρων της και η Γκιζέλα που «τίποτα πια δεν φοβάμαι, ούτε τον
Θεό, μονάχα τον σέβομαι», ξεχύνεται στον αγροτικό της μόχθο. Να περιποιηθεί
τις φασολιές και τις κολοκυθιές της, να δρέψει τους καρπούς της ντοματιάς και
της αγγουριάς, να μαζέψει φρέσκα αυγά, να ευλογηθεί με την καινούργια ημέρα.
Είκοσι τρία χρόνια κρέας δεν έφαγε μονάχα τους καρπούς της γης της, αυγά,
γαλακτερά και ψάρια που φέρνει η ίδια από τη θάλασσα. Είκοσι τρία χρόνια και
κανένας παλιός γνώριμος της Αθήνας «απ’ αυτούς που είπαν ότι τόσο με
αγάπησαν» δεν διάβηκε το κατώφλι της, ούτε καν τις κρυφές πόρτες του
κτήματος που καλού κακού έχει υψωμένα εμπόδια φραγκοσυκιές και
συρματοπλέγματα. Είκοσι τρία χρόνια, από Μάιο έως Νοέμβριο μήνα κοιμάται στο
ύπαιθρο και μοιράζεται τα μυστικά της νύχτας…
Εκατόν πενήντα σπίτια ο Λυώνας, με ανθρώπινη ζωή μονάχα το καλοκαίρι. Τους
χειμώνες ξεχνάει τη γλώσσα της επικοινωνίας η Γκιζέλα Ντάλι. Και ούτε που
νοιάζεται: «Περιμένω το καλοκαίρι να ‘ρθουν οι οικογένειες, να ‘ρθουν και τα
παιδιά που είναι σαν εγγόνια μου…».
Έτσι, έχει έναν προορισμό βιώνοντας μια τρυφερή αναμονή. Μετά τον θάνατο της
μητέρας της, πριν από δύο χρόνια τον μόνο σύνδεσμο με τις ρίζες της
οικογένειά της έγινε ο Λυώνας και ολάκερη η Νάξος «που με αγκάλιασε και δεν με αρνήθηκε»!
ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ
|
Στα 18… Ήταν υπόσχεση, ήταν πειρασμός, ήταν ταξίδι και όνειρο!
|
Το δικό της «ραντεβού» με το αστραφτερό πανί και τα φτωχά παρασκήνια του
παλιού ελληνικού κινηματογράφου ήταν αναπάντεχο: στο πάρτι της αποφοίτησής της
από το σχολείο! Μία φίλη της μητέρας της, συνοδευόμενη από τον σκηνοθέτη Ντίμη
Δαδήρα, που τότε είχε την ακμάζουσα κινηματογραφική εταιρεία «Ολύμπια Φιλμ»,
χτύπησαν το κουδούνι…
Την είδε ξαφνικά μπροστά του και κάτι άστραψε στο βλέμμα του: «Είδε, που λέτε,
εκείνο το 18χρονο κορίτσι σαν εργαλείο δουλειάς και έπιασε λυτούς και δεμένους
για να το κερδίσει… Και εκείνο το κορίτσι, την “ψώνισε”! Ζούσε στην αφάνεια,
στο “τίποτα” και βρέθηκε στο χρυσό πανί, πρωταγωνίστρια με την πρώτη στο
“Ραντεβού στη Βενετία” ήταν πολύ της μόδας τότε τα… ραντεβού!».
Η Αδαμαντία δεν ήταν πειρασμός, η Γκιζέλα έγινε. Την ξαμόλησαν στη «μεγάλη»
οθόνη και όλοι έτριβαν τα χέρια τους. Και όπως σε όλα τα καλά και τα κακά
παραμύθια, εκείνη ερωτεύτηκε θανάσιμα τον Ντίμη Δαδήρα και ας τους χώριζαν
21 χρόνια. Και εκείνον και μόνο εκείνον παντρεύτηκε: «Ήταν για εννέα
χρόνια ο θεός μου. Ο θεός μου ήταν και μετά τον χωρισμό μας. Αλλά και σήμερα
ακόμα, που χρόνια πια έχει πεθάνει, το εξομολογούμαι: ο Δαδήρας είναι ο
μοναδικός άνδρας που αγάπησα…».
Στα χρόνια που κύλησαν με την ταχύτητα που ‘χει το νερό σε καταρράκτη, με
άνδρες πολλούς πορεύτηκε, το ομολογεί «και αμαρτία εξομολογουμένη ουκ εστίν
αμαρτία». Ήταν ελκυστικό το παιχνίδι του έρωτα, αλλά κανέναν δεν αγάπησε,
«μονάχα εκείνον. Αλλά ήμουν αδύναμη. Με πρόδιδε, ανταπέδιδα τα χτυπήματα κάτω
από τη ζώνη, μέχρι που εξουθενωθήκαμε και χωρίσαμε…».
80 ΤΑΙΝΙΕΣ, ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΡΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Παιδιά δεν έκανε η μητρότητα μοιάζει υπεκφυγή και ειρωνεία για ένα 18χρονο
κοριτσόπουλο, που πριν προλάβει να γίνει γυναίκα είναι ερωτικό σύμβολο,
εξώφυλλο, μύθος. Στην ποδιά της σφάζονταν παλικάρια εκείνη, αν ήθελε και
όποτε ήθελε απλώς… διάλεγε. Τα τριαντάφυλλα δεν είχαν πια μυρουδιά ούτε
χρώμα, έγιναν συνήθεια. Χιλιάδες ερωτικά γράμματα και να μην προλαβαίνει ούτε
να τα ανοίξει! Γύριζαν τη μία ταινία μετά την άλλη σύνολο 80. Δεν υπήρχε
ημέρα ή νύχτα, δεν υπήρχε 24ωρο, χειμώνας ή καλοκαίρι. Αλώβητη πετούσε «σαν
πεταλούδα με άκαυτα φτερά» απ’ άκρη σε άκρη στην Ελλάδα, αλλά και Ιταλία,
Αίγυπτο, Τουρκία. Πολλές είχαν μεγάλη επιτυχία, άλλες μικρότερη, καμία όμως
δεν απέτυχε: «Από τις μεγαλύτερες επιτυχίες θυμάμαι την “Ωραία του Βοσπόρου”
που γυρίστηκε Τουρκία και Αίγυπτο, το “Ραντεβού στη Βενετία” φυσικά και
αργότερα το “Ου κλέψεις”, τον “Παρθένο”, την “Κυρία με την άσπρη γάτα”»…
|
Στο Θιβέτ. Το μπαούλο άνοιξε και μια άλλη Γκιζέλα ξεπρόβαλε…
|
ΒΙΩΝΕ τις διαστάσεις του μύθου της χωρίς να ξέρει ότι υπάρχει και επιμύθιο.
Το ιλουστρασιόν χαρτί ξέφτιζε, αλλά κι αυτό το αγνοούσε. Και πώς να το ξέρει
εκείνη, που πυροδοτούσε όνειρα και πυρπολούσε συνειδήσεις, ότι είχε φτιάξει
ένα παλάτι από εφημερίδες; Και πώς να το φανταζόταν τότε ότι καμιά στιγμή
δεν είναι αιώνια;
Δεκαέξι χρόνια κύλησαν σαν μια στιγμή. Και δεν έκρυβαν την αιωνιότητα: «Ήρθε η
εποχή της αρπαχτής, της αποτυχίας. Οι ταινίες γυρίζονταν σε δέκα μέρες, όλοι
ήθελαν να κονομήσουν και όλοι ζητούσαν να βγάλεις όλο και περισσότερα “κρυφά”
στη φόρα.
Με πήραν όλοι στο κυνήγι, γύριζα ταινίες με τον Δημητρόπουλο, τον Παρασχάκη,
τον Τζέιμς Πάρις. Έπαιζα στο θέατρο επιθεώρηση και πρόζα. Όλα γίνονταν γρήγορα…».
Κι όλα τέλειωσαν γρήγορα. Όπως ο παλιός, καλός κινηματογράφος. Οι καλές
ταινίες, που σέρβιραν παραμύθι και όνειρο, «έγιναν κακές ταινίες. Ήρθε η εποχή
της τηλεόρασης, της βιντεοταινίας. Θα μπορούσα να τα παίρνω χοντρά, αλλά δεν
ξέρω τι έγινε, μουρλάθηκα…».
Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ο χαρακτήρας της δεν ήταν συμβατός με το εξωτερικό
της περίβλημα. Ξαφνικά, δεν ήθελε να είναι αυτό που οι άλλοι δημιούργησαν.
Βρέθηκε να κολυμπά στο εσωτερικό της κενό. Και εκεί πάνω που εξακολουθούσε να
κάνει διάφορα ασυμβίβαστα, παραμονή του Αγίου Κωνσταντίνου, το 1972,
συλλαμβάνεται «από τη χούντα γιατί κυνηγούσαν τον Ιπποκράτη Σαβούρα και εγώ
υπήρξα προ εξαμήνου ερωμένη του!
Δεν μπορούσαν να βρουν εκείνον, έπιασαν εμένα. Όταν με άφησαν, κάτι στη ζωή
μου είχε αλλάξει…».
Είχε χάσει τη φωνή της στην κυριολεξία. Εξετάσεις, παραεξετάσεις και το
ιατρικό πόρισμα μιλούσε για καρκίνο στο λαιμό. Λεφτά υπήρχαν άφθονα, πάει
Ελβετία, από εκεί Αγγλία, καταλήγει στο «Μεμόριαλ» στις ΗΠΑ. Παντού, η ίδια
διάγνωση. Κι ένα από τα βράδια στην Αμερική είδε, λέει, σε όραμα την Παναγία.
Και εκεί που ετοιμαζόταν να κάνει επέμβαση και να τοποθετήσουν οι γιατροί
βαλβίδα στο λαιμό της, «δεν είχα πια καρκίνο!».
Είδε, ή πιστεύει ότι είδε, την Παναγία γεγονός είναι ότι ο καρκίνος της
αποθεραπεύτηκε. Πρησμένη όπως ήταν από τις κορτιζόνες και μουγκή από φωνή,
επέστρεψε στην Αθήνα. Αποφασισμένη να ανοίξει το μεγαλύτερο κεφάλαιο της ζωής της…
Ήταν μόλις 32 χρόνων. Τακτοποίησε τις υποθέσεις της και απλά έφυγε. Με
προορισμό το Θιβέτ. Όπου έγινε «κοσμοκαλόγρια! Είχα ακούσει ότι γίνονται
διάφορα εκεί, αλλά όλα ήταν πασαλείμματα. Ήθελα να δω, να αγγίξω, να βεβαιωθώ…».
Συνάντησε τον δικό της δάσκαλο «σαολίν» και τέσσερα χρόνια ανεβοκατέβαινε από
το Κατμαντού στο Θιβέτ. Με νηστεία, προσευχή και αυτοσυγκέντρωση, ξαναβρήκε τη
χαμένη της φωνή. Κάποια στιγμή επέστρεψε, αναγεννημένη, στην Αθήνα. Ήταν ακόμα
περιζήτητη, βρήκε δουλειά στο θέατρο και στα νυχτερινά μαγαζιά, όπου «έβγαλα
“μωρά” που σήμερα είναι “μεγάλοι” εδώ είναι ο Λευτέρης Πανταζής και το
παραδέχεται αλλά και τις πρώτες… γλάστρες στην πίστα! Μέσα μου, όμως,
ζούσε ένας άλλος άνθρωπος κάτι νεανικό και φρέσκο, που αναζητούσε μερτικό
στη ζωή. Ήταν αδύνατον να κλείσω το μπαούλο που είχε ανοίξει στο Θιβέτ…».
Ήταν πια 35. Σφράγισε τα πάντα και πήρε μαζί της μόνο ένα μπαούλο. Εκεί
χώρεσαν 16 χρόνια ζωής…
ΚΑΙ ΠΕΡΑΣΑΝ έκτοτε 23 ολάκερα χρόνια. «Σαν κοσμοκαλόγρια στη Νάξο πάντα», γελά
με τον δικό της νεανικό τρόπο κι ύστερα με αιφνιδιάζει: «και σαν γριά πια…».
Το κορίτσι που πήγε σαν χίπισσα στο Γούντστοκ και δρόσισε γενιές και γενιές
δεν υπάρχει πια. Στη θέση της, μια ώριμη γυναίκα, με μια αλλιώτικη λάμψη και
ένα ειδικό βάρος. Δεν γίνεται, επιμένει, να αγιάσεις «αν δεν γνωρίσεις την
αμαρτία. Και εγώ την καλογνώρισα. Περπάτησα ξυπόλητη σε γυαλιά και κατήφορο
αλλά δεν κόπηκα κι όσες φορές και αν γλίστρησα, ξανασηκώθηκα. Με τσίγκλαγε η
μάνα μου, με κατέκρινε και μου ‘λεγε “εγώ που ήμουν τίμια”, υπονοώντας ότι εγώ
δεν… ήμουν. Και της απαντούσα “μαγκιά είναι να περπατάς ξυπόλητη στα αγκάθια
και να μην ματώνεις κι όχι όπως εσύ που ‘σαι μαθημένη να πατάς με μαλακές
παντόφλες σε αφράτη μοκέτα”! Γιατί πάντα θα αισθάνομαι περήφανη για όσα έκανα
και για όσα δεν έκανα…».
Ανάμεσα στην «αμαρτία» και την «αγιοσύνη» υπάρχει μια τεράστια απόσταση «που
μπορεί να ‘ναι και μια τρίχα». Όπως κι ανάμεσα στη λογική και στην παράνοια.
Όλα τα πλησίασε, όλα τα άγγιξε. Όλα τα είδε και τίποτα δεν είδε.
Δεν ήταν εύκολη η αναχώρησή της από τον κόσμο. Πώς να αρνηθείς από τη μια μέρα
στην άλλη φώτα και κολακείες, πλούτο και αστραφτερές βιτρίνες, διάφανα
φορέματα και χρυσάφι, εξώφυλλα και θαυμασμό των αντρών… Και πώς να
αποδεχθείς «ότι κάποτε ήμουν μέσα στα πράγματα και πια δεν είμαι»!
Δεν είναι εύκολο να περνάς από τις ζητωκραυγές και τη βουή, στην απόλυτη
σιωπή. Η πόρτα έκλεισε με πάταγο, κι ύστερα… τίποτα. Έπρεπε να επιβιώσει,
σαν βραχονησίδα στο πέλαγος. Έπρεπε να σκληρύνει και απλώς να επιβιώσει «σαν
τη γηραιά Ακρόπολη που αντέχει τόσους αιώνες».
Σκλήρυνε, χτυπήθηκε στα κύματα, έμαθε την τέχνη τής επιβίωσης και άντεξε! Η
μόνη της ακίνητη περιουσία, ένα μικρό δυάρι στην Αθήνα που της δίνει «60.000
δραχμές τον μήνα». Αυτό είναι το εισόδημά της. Ταινίες ογδοήκοντα έκαμε αλλά
ένσημα δεν… απέκτησε!
Την εποχή της αλαζονείας (των φρου φρου και των αρωμάτων), «η θεά του έρωτα,
δεν σκεφτόταν ένσημα». Τα θυμήθηκε την εποχή των ισχνών αγελάδων αλλά και πάλι
«έμαθα να συντηρούμαι με τα λίγα που έχω, έμαθα να μου περισσεύουν, κανέναν
και τίποτα δεν έχω ανάγκη…». Νερό έχει στο κτήμα της. Στον λογαριασμό του
ΟΤΕ πληρώνει μόνο το πάγιο «κανένας δεν παίρνει, κανέναν δεν παίρνω. Περνάνε
μήνες, δίχως να ακούσω μια φωνή…».
Τα πρώτα χρόνια, ήταν στιγμές που λύγιζε. Τώρα δυνάμωσε, «είμαι σαν τον γέρο
πλάτανο που όσο περισσότερες κουφάλες κάνει, τόσο πιο πλάτανος γίνεται». Και
βαθιά μέσα της ξέρει ότι «αν δεν έφευγα τη στιγμή που έφυγα, τώρα θα ‘χα
αυτοκτονήσει σαν την έρημη τη Ρένα Παγκράτη ή θα με προλάβαινε η τρέλα και θα
‘μουν τρόφιμη ψυχιατρείου».
Δεν τη φοβίζουν πια ο χρόνος, τα γηρατειά, ο θάνατος. Αυτοσαρκάζεται: «Οι
άντρες που έλεγαν ότι με αγάπησαν και γονάτιζαν κλαίγοντας στα πόδια μου κι
όλοι εκείνοι που τους στήριξα και τους “έφτιαξα”, ένα δεκάρικο να έβαζε ο
καθένας κάθε μήνα σε ένα φάκελο, θα ήμουν… πλούσια»!
Δεν έχει ανάγκη δεκάδραχμα! Τα έχει βρει με τον εαυτό της. Βρήκε τα
απροσμέτρητα ανθρώπινα βάθη. Βρήκε τον δρόμο για τον Επίκουρο, τη λογοτεχνία
και την ποίηση.
Στοχάζεται: «Δεν ζω πλέον στη διαπασών μισώ αυτόν τον τρόπο. Στη ζωή μου έχω
βάλει σουρντίνα. Θέλω να καλογερέψω και να αγιάσω μέσα στον κόσμο. Και οι
αισθήσεις μου παραμένουν οξύτατες και άγρυπνες…».
Και γράφει μόνη της, τον δικό της επίλογο, το δικό της επιμύθιο: «Αχόρταγα
ρουφώ την πρωινή δροσιά και αγναντεύω πέρα, προς της Ανατολής το φως. Και το
τραγούδι το ερωτικό της θάλασσας, για αγάπες μου παλιές μού λέει.
Έπαψα πια να γυρεύω μονοπάτια και εδώ, μόνη, μέσα στη θάλασσα και τα βουνά,
δεν κλαίω τη μοναξιά μου, μονάχα την τραγουδώ. Δεν ξέρω αν τις μέρες μου άδικα
τις χάνω, μα μιαν αλήθεια ξέρω. Πως πέρασα καλά και δεν με νοιάζει κι αν πεθάνω…».










