Η εθνική μας στρατηγική θα είναι εύρωστη και επαρκώς αποτρεπτική, μόνον εάν
υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες ελληνικής νίκης.


Οι Τούρκοι ηγέτες, για να αποτραπούν από την εκτέλεση των απειλών κατά της
εθνικής μας κυριαρχίας, θα πρέπει να πιστέψουν πως, εάν υπερβούν τα εσκαμμένα,
θα αντιμετωπίσουν ελληνική στρατιωτική ικανότητα και πολιτική αποφασιστικότητα
«έγκαιρης» αντεπίθεσης και εκτέλεσης συντριπτικών κτυπημάτων που, πιθανότατα,
θα εξαρθρώσουν και θα διαλύσουν το τρωτό και εύθραυστο νεοτουρκικό κράτος. Μια
τέτοια στρατιωτική ικανότητα και πολιτική αποφασιστικότητα, επίσης, είναι η
μόνη προσέγγιση που θα μπορούσε να ενισχύσει την αξιοπιστία της Ελλάδας στα
κέντρα αποφάσεων των μεγάλων δυνάμεων.


Ως προς το τελευταίο σημείο, αξίζει να σημειωθεί ότι οι Τούρκοι ηγέτες, σε
αντίθεση με την κρατούσα συμβατική σοφία στην Ελλάδα, ορθώς, εκτιμούν πως τα
στρατηγικά ερείσματα δεν χαρίζονται, αλλά κατακτώνται με σκληρό διπλωματικό
και στρατιωτικό αγώνα. Η Τουρκία αναβαθμίστηκε υιοθετώντας κλασικές
προσεγγίσεις: 1) Ποτέ κατευνασμός και συστηματική πολιτικοστρατιωτική
διείσδυση από τον Καύκασο μέχρι τα Βαλκάνια, 2) ανάπτυξη συμμαχιών με τους
«εχθρούς των εχθρών», 3) στρατηγική συνεργασία μεγάλων προοπτικών με χώρες,
όπως το Ισραήλ, 4) ευέλικτες προσεγγίσεις από τη Λιβύη μέχρι το Ιράν (κινήσεις
με τις οποίες η Ουάσιγκτον διαφώνησε, αλλά, αναμενόμενα, τελικά, σέβεται και
αξιοποιεί), 6) συστηματικές ενέργειες αποδυνάμωσης της ελληνικής αποτρεπτικής
αξιοπιστίας με στόχο, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία «τουρκικού στρατηγικού
μονοπωλίου» στην περιοχή. Σε αντίθεση με την αφελή αντίληψη που κυριαρχεί στην
Ελλάδα πως η Αμερική είναι, δήθεν, ένας μονολιθικός ηγεμόνας και η υποταγή στα
κελεύσματά του μοιραία, οι Τούρκοι ηγέτες φρονούν το αντίθετο. Δηλαδή, ότι
ισόρροπες πελατειακές σχέσεις με τις ισχυρές δυνάμεις δεν είναι εφικτές στη
βάση εθελοδουλίας και υποταγής, αλλά μόνον στη βάση στρατηγικών συναλλαγών που
εδράζονται στα εκατέρωθεν εθνικά συμφέροντα. Πιο συγκεκριμένα, οι Τούρκοι
ορθώς εκτιμούν πως τα στρατηγικά τους ερείσματα και η αξιοπιστία τους στην
Ουάσιγκτον δεν είναι συνάρτηση της εκ μέρους τους επίδειξης δουλοφροσύνης,
αλλά της επιτυχίας τους να κατακτήσουν ειδικό γεωπολιτικό βάρος στις
ισορροπίες ισχύος και συμφερόντων της περιφέρειάς τους.


Υπό τις συνθήκες, ελληνική στρατηγική νίκης είναι αυτή που ακυρώνει την
ικανότητα της Τουρκίας να λειτουργεί επιθετικά, ενώ ταυτόχρονα αυξάνει τις
πιθανότητες εξουδετέρωσής της, ως βιώσιμου κρατικού συντελεστή. Με όρους
αποτροπής, αυτό σημαίνει ότι το ενδεχόμενο τουρκικής επικράτησης σε
οποιοδήποτε επίπεδο μιας πιθανής σύρραξης καθίσταται ακατόρθωτο, ενώ,
αντίθετα, αυξάνονται οι πιθανότητες ολοκληρωτικής ελληνικής νίκης με το
ελάχιστο δυνατόν κόστος. Αυτός είναι ίσως ο μόνος τρόπος αποτροπής του
πολέμου, αλλά ταυτόχρονα και αλλαγής εκτιμήσεων στο τρίγωνο Ουάσιγκτον -
Άγκυρα - Αθήνα. Δηλαδή, με δεδομένη την τουρκική απειλή κατά της Ελλάδας, εάν
η αμερικανική και ευρωπαϊκή κατευναστική υπέρ της Άγκυρας στάση οφείλεται στην
εκτίμησή τους πως η Τουρκία κατέκτησε στρατηγικό ρόλο, που είναι μεγάλος και
χρήσιμος για τα συμφέροντά τους, μόνο μεγάλες πιθανότητες ελληνικής
στρατηγικής νίκης θα μπορούσαν να αλλάξουν αυτή την εκτίμηση. Μόνο το
ενδεχόμενο ελληνικής στρατηγικής νίκης θα έπειθε πως η Ελλάδα δεν είναι
νομοτελειακά αναλώσιμη και ότι τους συμφέρει να υιοθετήσουν τις θέσεις μας
υπέρ του ισχύοντος εδαφικού και κυριαρχικού καθεστώτος της περιοχής.


Επιτυχία μιας στρατηγικής νίκης που θα ακυρώνει τη στρατηγική σημασία της
Τουρκίας, προϋποθέτει ελληνική αντεπιθετική αποτρεπτική πολεμική ικανότητα,
αταλάντευτη πολιτική θέληση και σιδερένια αποφασιστικότητα που δεν θα αφήνει
σε κανέναν την παραμικρή αμφιβολία ότι εάν οι στρατοκράτες της Άγκυρας δεν
τερματίσουν την επιθετική και επεκτατική πολιτική δυνατό να υποστούν πλήγμα,
που πιθανότατα θα συντρίψει το ευάλωτο νεοτουρκικό πολιτειακό κατασκεύασμα.
Αξίζει να σημειωθεί πως για εκπλήρωση αυτού του στόχου, η υπεροπλία είναι ίσως
περιττή, ενώ θα επαρκούσαν η πολιτική βούληση, η καλύτερη οργάνωση και η
ανάπτυξη ή απόκτηση «πολλαπλασιαστών ισχύος».


Η επιτυχία μιας τέτοιας στρατηγικής δεν συναρτάται μόνον με πολεμικά και άλλα
υλικά μέσα, αλλά και με παράγοντες φιλοσοφικού και ιδεολογικού χαρακτήρα.
Πρωτίστως, ενδείκνυται αποτελεσματική αντιμετώπισή της ­ σύμφωνα με τον όρο
που χρησιμοποίησε ο Ανδρέας Παπανδρέου ­ «εξωελληνικής νοοτροπίας» στην
εξωτερική μας πολιτική, καθώς και του «αντιπατριωτικού Μακαρθισμού», που
συστηματικά και μεθοδευμένα απονευρώνει το λαϊκό φρόνημα και αποδυναμώνει την
πολιτική βούληση για αντίσταση και αγώνα διαφύλαξης της εδαφικής και
κυριαρχικής ακεραιότητας της πατρίδας μας.


Ο Παναγιώτης Ήφαιστος είναι αν. καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών
Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.