Η ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ δεν
έγινε επειδή απλά υπήρξαν «επίορκοι αξιωματικοί» που κατέβασαν στους δρόμους
τα τανκς. Θα πρέπει κάποιος να δει μια σειρά από ζητήματα.
Άλλωστε, οι
συνθήκες, το κλίμα, ο ξένος παράγων, τα πολιτικά κόμματα και η ελληνική
πολιτική ζωή ήταν ορισμένες παράμετροι αυτού του προβλήματος.
Και,
βεβαίως, ο σχεδιασμός για το πραξικόπημα δεν ήταν ο ίδιος σε όλη τη χώρα.
Υπήρχαν… διαβαθμίσεις.
«Η διαφορά μεταξύ της μεθόδου που εφηρμόσθη στην
Αθήνα και εκείνης εκτός Αθηνών, είναι χαρακτηριστική», επισημαίνει ο στρατηγός
– επιτελάρχης, το ’67, Ορέστης Βιδάλης.
«Στην Αθήνα εφηρμόσθη η τακτική
του αιφνιδιασμού και της βαναύσου βίας διά την εξουδετέρωσιν των φορέων της
νομιμότητος, ενώ εις την ύπαιθρον, δηλαδή εκτός Αθηνών, εφηρμόσθη η τακτική
του αιφνιδιασμού με τον δόλον, αποβλέποντος εις τον αυτόν σκοπόν της
εξουδετερώσεως των φορέων της νομιμότητος».
Ο Ορέστης Βιδάλης ήταν πάντως
στο σπίτι του όταν εκδηλώθηκε το πραξικόπημα.
«Άρχισα να ντύνομαι, όταν
εκτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν από το Επιτελείο. Στο άλλο άκρον του τηλεφώνου ήτο
ο ταξίαρχος Παττακός, ο οποίος μου είπε: “Εσύ είσαι; Πρέπει να εφαρμοσθεί το
σχέδιο “Προμηθεύς”.
Εγώ του είπα: “Αυτό που θέλω, είναι να συνδεθώ με τον
αρχηγό του Επιτελείου”. Παρενεβλήθη ένα χρονικό διάστημα και ενεφανίσθη στο
τηλέφωνο ο αρχηγός του Επιτελείου, ο στρατηγός Σπαντιδάκης, ο οποίος
επανέλαβε: Να εφαρμοσθεί πάραυτα ο “Προμηθεύς”».
Ο στρατηγός Βιδάλης
προχώρησε για να εφαρμόσει το σχέδιο, αλλά κατά τις τρεις το πρωί τον ζήτησε
μέσω Χωροφυλακής ο, τότε υπουργός, Γεώργιος Ράλλης.
«Τους είπα να με
συνδέσουν και έκαναν μιαν προσπάθεια η οποία δεν κατέληξε σε κανένα αποτέλεσμα
και έτσι δεν κατόρθωσα να συνδεθώ και να μιλήσω με τον κ. Ράλλην».
Στο
μεταξύ, ο διοικητής του Γ’ Σώματος Στρατού Γεώργιος Ζωιτάκης επίεζε συνεχώς
τον Ορέστη Βιδάλη να εφαρμόσει το σχέδιο…
«Είχα όμως τις ανησυχίες μου.
Έψαξα να βρω τον Πανουργιά, τον επικεφαλής του Α2 του ΓΕΣ, αλλά όταν έφθασα
στο Επιτελείο μού είπαν ότι ο Πανουργιάς είχε συλληφθεί! Τότε πλέον ανησύχησα
πολύ. Και εκείνη την ώρα ήρθε στο γραφείο μου ο βοηθός επιτελάρχου, ο δεύτερος
βοηθός μου, ο ταξίαρχος κ. Φραγκίσκος και του λέγω: “Σπύρο, εξηπατήθην. Για
μένα τελείωσε η ζωή μου στον στρατό”. Μου απαντά ο καλός αυτός άνθρωπος,
καίτοι παρενόμησε εις την υπόθεσιν αυτή, τα εξής: “Κύριε επιτελάρχα, μην το
κάμετε. Έπρεπε να γίνει”.
“Από εκείνη τη στιγμή ευρέθην προ του
διλήμματος. Είχον πλήρως πεισθεί ότι είχα παγιδευθεί, ότι εξουδετερώθην κατά
κάποιον τρόπο και το δίλημμα ήταν να παραιτηθώ ή να διαλέξω την περισσότερον
επίπονον οδόν και να μείνω, διότι από τότε διέκρινα ότι άρχιζε ένας μακρύς και
σκληρός δρόμος και μόνον με προσπάθεια από τον στρατό θα ήτο δυνατόν να
επανέλθουμε στη νομιμότητα”».
Τελικώς, οι προσπάθειες στις οποίες
αναφέρεται ο στρατηγός Βιδάλης δεν τελεσφόρησαν. Το κίνημα των στρατηγών, στις
13 Δεκεμβρίου του ’67, που έγινε κατ’ εντολήν του Κωνσταντίνου, δεν πέρασε την
πόρτα της επιτυχίας.
Αντιθέτως, πέρασε η χώρα σε μεγαλύτερες περιπέτειες
με τους συνταγματάρχες και το ψευτοδημοψήφισμα που οργάνωσαν έναν χρόνο
αργότερα.
Πάντως, η 13η Δεκεμβρίου του ’67 διέλυσε τον μύθο ότι η 21η
Απριλίου ήταν υπόθεση ολόκληρου του στρατεύματος. Προσδιόρισε σαφώς ότι η 21η
Απριλίου ήταν έργο ολίγων, οι οποίοι, ύστερα από πολυετή προετοιμασία και
επίμονο συνωμοτισμό, κατάφεραν να επιβάλουν το καθεστώς τους, ισχυριζόμενοι
ότι αυτή ήταν η θέληση του στρατού…
«Η 13η Δεκεμβρίου έχει
ελαχιστοποιηθεί και λησμονηθεί από πολύπλευρες σκοπιμότητες, ενώ είναι ημέρα
μνήμης και μία κύρια αντιστασιακή κορυφή, όπως είναι η εξέγερση του Ναυτικού
και η ανάταση της νεολαίας.
Μπορεί κανείς να φαντασθεί τι θα γινόταν αν οι
αξιωματικοί της 13ης Δεκεμβρίου είχαν στηρίξει το πραξικόπημα της 21ης
Απριλίου του ’67;».
|
|







