Οπως τον συμβούλευε ο μέντοράς του Ρόι Κον, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν παραδέχεται ποτέ ότι έχει κάνει κάτι λάθος ούτε ζητάει συγγνώμη.

Οταν όμως κατεδάφισε τη Δυτική Πτέρυγα του Λευκού Οίκου για να χτίσει την αίθουσα δεξιώσεών του, φρόντισε να δώσει μια επίφαση νομιμότητας, υποσχόμενος ότι το έργο, κόστους πλέον 400 εκατ. δολαρίων, θα χρηματοδοτηθεί από ιδιώτες. Εννοείται ότι οι δωρητές θα περιμένουν ανταπόδοση με τη μορφή κρατικών συμβολαίων ή ευνοϊκών ρυθμιστικών αποφάσεων.

Η βεβήλωση του οίκου του λαού ήταν ένα είδος κλοπής – από τη συλλογική μας αρχιτεκτονική κληρονομιά. Παρ’ όλα αυτά, όπως και τα δισεκατομμύρια που έχει αποκομίσει η οικογένεια Τραμπ από συναλλαγές σε κρυπτονομίσματα ή το τζάμπο τζετ αξίας 400 εκατ. δολαρίων που έλαβε ο πρόεδρος από τον εμίρη του Κατάρ αφού ο όμιλος Trump Organization αποφάσισε να χτίσει πολυτελές θέρετρο 5,5 δισ. δολαρίων στη χώρα, η συμφωνία για την αίθουσα δεξιώσεων ήταν μια καθαρά επιχειρηματική συναλλαγή. Ο φορολογούμενος δεν επιβαρύνθηκε ούτε με ένα δολάριο – ή τουλάχιστον αυτό υποσχέθηκε ο Τραμπ.

Ο Τραμπ, η οικογένειά του, οι εταιρείες του και η κυβέρνησή του ενδιαφέρονταν πάντα περισσότερο να μη φαίνεται ότι υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων, παρά για την ίδια τη σύγκρουση συμφερόντων. Στην πραγματικότητα, η σύγκρουση συμφερόντων αποτελεί το επιχειρηματικό μοντέλο της White House Inc.

Ομως κάτι έχει αλλάξει τους τελευταίους μήνες. Εχουν πάψει ακόμη και να ενδιαφέρονται για τα προσχήματα. Ο πρόεδρος βάζει χέρι στο αμερικανικό δημόσιο ταμείο – δηλαδή στις τσέπες των φορολογουμένων. Και το κάνει απροκάλυπτα.

Τον περασμένο μήνα μια τρίτη απόπειρα κατά της ζωής του και το περασμένο Σαββατοκύριακο ένα ένοπλο περιστατικό κοντά στον Λευκό Οίκο έδωσαν στον Τραμπ την ευκαιρία να βαφτίσει αυτό το σύμπλεγμα επιδεικτικής χλιδής και ματαιοδοξίας του ως κρίσιμη υποδομή εθνικής ασφάλειας. Με την προσθήκη υπόγειου καταφυγίου, η κατασκευή της αίθουσας δεξιώσεων απαιτούσε 1 δισεκατομμύριο δολάρια δημόσιου χρήματος. Μόνο ο φόβος για τις ενδιάμεσες εκλογές ανάγκασε τους Ρεπουμπλικανούς να αφαιρέσουν τη συγκεκριμένη πρόβλεψη από το νομοσχέδιο για την εσωτερική ασφάλεια.

Ομως η πιο κραυγαλέα πράξη διαφθοράς μέχρι σήμερα, ίσως και στην ιστορία των αμερικανικών προεδριών, ήταν η πρόσφατη συμφωνία του Τραμπ με την Υπηρεσία Εσωτερικών Εσόδων (IRS). Αρχικά, κατέθεσε αγωγή κατά της Υπηρεσίας ζητώντας 10 δισ. δολάρια για το γεγονός ότι αμέλησε, υποτίθεται, να προστατεύσει τα φορολογικά στοιχεία του ίδιου και των εταιρειών του από διαρροές στον Τύπο. Επειτα απέσυρε την αγωγή με αντάλλαγμα ένα «πακέτο» 1,776 δισ. δολαρίων για να αποζημιώσει τους φίλους του, πιθανόν συμπεριλαμβανομένων όσων συμμετείχαν στην επίθεση της 6ης Ιανουαρίου, για τις συνέπειες των ποινικών τους κυρώσεων.

Και, όπως ένας εκτελεστής της μαφίας πυροβολεί το θύμα του στα γόνατα αφού έχει πάρει τα χρήματα, ο Τραμπ πήρε και κάτι ακόμη. Ενα υπόμνημα του Τοντ Μπλανς, πρώην προσωπικού του δικηγόρου και υπηρεσιακού γενικού εισαγγελέα, αίρει όλες τις εκκρεμείς υποχρεώσεις του, συμπεριλαμβανομένων πιθανών φορολογικών προστίμων ύψους 100 εκατ. δολαρίων, και απαγορεύει κάθε μελλοντική ενέργεια κατά του Τραμπ ή των εταιρειών του από την IRS «ή άλλες υπηρεσίες ή υπουργεία». Το ίδιο τοξική με τη διαφθορά είναι και η ατιμωρησία με την οποία αυτή ασκείται. Η ατιμωρησία – η προσδοκία ότι δεν θα υπάρξει λογοδοσία – δεν είναι απλώς στάση. Είναι εργαλείο. Καλλιεργεί κυνισμό, και ο μαζικός κυνισμός αποτελεί απαραίτητο συστατικό του αυταρχισμού και της κλεπτοκρατίας.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail